Μόνη λύση για την Ευρώπη, η πλήρης ενοποίηση ...


Μόνη λύση για την Ευρώπη, η πλήρης ενοποίηση
Των Nouriel Roubini και Nicolas Breggruen*
 The Guardian

Μετά πολλούς μήνες εμβαλωματικών λύσεων, οι οποίες δεν άγγιξαν τις ρίζες της οικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ κρίσιμο σημείο. Εάν συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο των παλινωδιών, αντί να υιοθετήσει επιτέλους αποφασιστική στάση, τότε η Ευρωζώνη θα διαλυθεί και οι εθνικές της οικονομίες θα αποδυναμωθούν. Μόνο εάν προχωρήσει προς την πλήρη ενοποίηση θα μπορέσει να σώσει τον εαυτό της.
Οπως είπε και ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, Φελίπε Γκονζάλες, οι Ευρωπαίοι ηγέτες φέρονται μέχρι σήμερα λες και είναι πυροσβέστες. Σβήνουν τη μία φωτιά μετά την άλλη, αλλά δεν παίρνουν μέτρα για να αποτρέψουν την επόμενη αναζωπύρωση. Αναβολές και υποκρισίες. Προσευχές και κωλυσιεργία. Αυτός δεν είναι τρόπος να βρεις βιώσιμες και σταθερές λύσεις, παρά μόνο να βάλεις μπαλώματα. Η ευρωπαϊκή κρίση ακυβερνησίας, μαζί με τις διαρκείς πολιτικές αντιπαραθέσεις και την αποδυνάμωση της αμερικανικής ανάπτυξης, επηρεάζουν αρνητικά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Το σύστημα έχει μπει στη νεκρή ταχύτητα και ο κίνδυνος νέας ύφεσης μεγαλώνει.
Είναι πια σαφές ότι η οικονομική σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια αξιόπιστη μακροπρόθεσμη στρατηγική πολιτικής και δημοσιονομικής ένωσης. Ο επόμενος επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, σωστά επισήμανε ότι η Ευρώπη χρειάζεται να κάνει ένα άλμα προς την οικονομική και πολιτική ενοποίησης. Πώς μπορούμε όμως να φτάσουμε εκεί;
Βραχυπρόθεσμα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ανακοπεί η διάχυση της κρίσης. Η ταχεία εφαρμογή των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου, ώστε να μπορέσουν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί να παρέμβουν στην αγορά, είναι μείζονος σημασίας βήμα. Επιπλέον, το μέγεθος αυτών των μηχανισμών πρέπει να αυξηθεί, ώστε να αποφευχθεί η αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία της επίθεσης στο ιταλικό και το ισπανικό χρέος και να δοθεί χρόνος σε αυτές τις χώρες, προκειμένου με τις πολιτικές τους επιλογές να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών.
Επίσης, η Ευρωζώνη θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι τράπεζές της είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Καλώς ή κακώς, οι αγορές πιστεύουν ότι οι ανάγκες του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος σε κεφάλαια είναι μεγαλύτερες από αυτές που έδειξαν τα stress tests. Είναι επομένως αναγκαίο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο σύστημα.
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποδείχθηκε ανεπαρκές. Οχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και οι κεντρικές δυνάμεις της Ε.Ε. -Γερμανία και Γαλλία- αγνόησαν τα όριά του στο παρελθόν. Για να προστατευτεί το κοινό από ανεύθυνες πολιτικές οποιασδήποτε κυβέρνησης και για να πειστούν η Γερμανία και άλλες χώρες του πυρήνα ότι η δημοσιονομική ένωση δεν θα γίνει ένωση πληρωμών από πλούσιες σε φτωχές χώρες, η Ευρωζώνη χρειάζεται ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου. Τα κριτήριά του θα πρέπει να είναι αυστηρά, παρότι οι διαφορετικές συνθήκες στα κράτη-μέλη απαιτούν ευελιξία. Η παροχή ρευστότητας από ένα κοινό ταμείο είναι ορισμένες φορές απαραίτητη, αλλά οι περιπτώσεις χωρών που δεν είναι αξιόχρεες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την παροχή έκτακτων δανείων. Θα πρέπει να στηθούν μηχανισμοί διαχείρισης των χρεών τόσο προς ιδιώτες όσο και προς κράτη, σε περιπτώσεις μακροχρόνιας αδυναμίας αποπληρωμής. Η Ελλάδα είναι σαφές ότι δεν είναι αξιόχρεη και σύντομα θα δεσμευτεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της, μέσω μιας προσφοράς ανταλλαγής. Ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλα έθνη.
Επιπροσθέτως, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η λιτότητα είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη της οικονομίας. Προκειμένου να ανταγωνιστεί στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η Ευρώπη θα πρέπει να υλοποιήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας, ώστε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και την παραγωγικότητα.
Με λίγα λόγια, η μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή ηγεσία σήμερα είναι να «πουλήσει» στους πολίτες της την ευρωπαϊκή ιδέα. Να υπενθυμίσει στην κοινή γνώμη ότι η ειρήνη, η ελευθερία κίνησης και η αυξανόμενη ευημερία, την οποία θεωρούμε δεδομένη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κι έπειτα, οφείλονται στο μονοπάτι της ενότητας που ακολουθήθηκε και στην απομάκρυνση από τους εθνικιστικούς δαίμονες του παρελθόντος.

* Ο κ. Nouriel Roubini είναι καθηγητής οικονομικών στο Stern School of Business του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Ο κ. Nicolas Berggruen είναι ιδρυτής και πρόεδρος της επενδυτικής εταιρείας Berggruen Holdings.