Περί του ΣΥΡΙΖΑ ...



(1)
Η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ,

Είχες τον τρόμο της αρένας στα μάτια
βλέπεις ήσουν για όλους
το κόκκινο πανί.

Νίκος Δαββέτας,
«Έξι μικρά ποιήματα»,
Εντευκτήριο,
Απρίλιος-Ιούνιος 2000

Η κρίση που βιώνει σήμερα η Ελλάδα μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις συνέπειες ενός πολέμου. Οι ρυθμίσεις του Μνημονίου και των συμβάσεων απέδωσαν και συνεχίζουν να αποφέρουν τεράστια ύφεση, ανεξάντλητη φτώχια, αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής, παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας. Κι όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις η κρίση συνοδεύεται με αναδιανομή του πλούτου, αλλά και συγκεκριμένα με την καταστροφή της μεσαίας κοινωνικής τάξης.

Ελάχιστοι αντιλήφθηκαν τις πολιτικές απολήξεις. Γι αυτό και δεν μπόρεσαν να προβλέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου. Η καθίζηση του ΠΑΣΟΚ ισοδυναμεί με εξαφάνιση, για όσους ζήσαμε την παντοδυναμία του μετά τη μεταπολίτευση. Το ίδιο μπορεί να ερμηνευτεί και η καθήλωση της Νέας Δημοκρατίας. Η εύλογη ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, συνέπεια της σταθερής αντίθεσής του στην πολιτική του Μνημονίου, διαδηλώνει πρωτίστως την άρνηση των πολιτών στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής. Η έλευση μιας κυβέρνησης από την Αριστερά με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ μάλλον συνιστά βεβαιότητα, ακόμη κι αν αυτό δεν προκύψει για λίγες ψήφους στις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Αργά ή γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα. Διότι το κοινωνικό ζήτημα είναι δυσεπίλυτο, ανυπέρβλητο, για τις δυνάμεις που εκφράζουν την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων.

Η Ελλάδα πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά, κι αυτό συνιστά κοινή παραδοχή. Και δεν είναι μόνο η καταπολέμηση της ύφεσης, ούτε οι τομές στη δημοσιονομική πολιτική. Οι μεταρρυθμίσεις είναι τόσο αναγκαίες, όσο και η ρήξη με την εφαρμογή του Μνημονίου. Η ανατροπή των δυσλειτουργιών του δημόσιου τομέα, η θεραπεία των κοινωνικών ανισοτήτων, η εμπέδωση του κράτους πρόνοιας, ακόμη και η οικοδόμηση νοοτροπιών συλλογικής μέριμνας και ευθύνης στην κοινωνία των πολιτών, αποτελούν καίρια ζητήματα. Όλα αυτά σημαίνουν ανατροπή των συστατικών δομών του ελληνικού κράτους, ριζική αλλαγή της πορείας της χώρας. Με άλλα λόγια οι υψηλοί στόχοι τίθενται εκ των πραγμάτων, δεν τους προκαλεί η συνήθως υπερβατική ρητορεία της Αριστεράς.

Συνεπώς η κυβέρνηση της Αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ επωμίζεται εκ των πραγμάτων έργο δυσχερές και πρωτόγνωρο. Οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις των πολιτών δεν αφήνουν περιθώριο για κραυγαλέες υπαναχωρήσεις, ούτε για αμφισημία στόχων, όσο κι αν είναι δικαιολογημένη η έλλειψη πείρας των στελεχών που θα κληθούν να ηγηθούν αυτής της στρατηγικής επιδίωξης. Κανείς δεν θα συγχωρήσει την επικράτηση μικροπολιτικής συμπεριφοράς, αμετροέπειας και αλαζονείας. Διότι τώρα, περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν, επιβάλλεται ένα πλατύ μέτωπο συμμαχιών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ας κοιτάξουν λίγο στο παρελθόν οι ηγήτορες του ΣΥΡΙΖΑ. Σε κρίσιμες εποχές της ελληνικής πολιτικής διαδρομής το ΕΑΜ και η ΕΔΑ συνιστούν κατάλληλα παραδείγματα. Η ιστορία σίγουρα δεν διδάσκει, προσφέρει ωστόσο θεμελιακή γνώση για τη διαμόρφωση μιας στέρεης αντίληψης σήμερα.

του Βασίλη Καρδάση




 (2)
Financial Times Deutschland:
«Ευχαριστούμε πολύ για τον εκβιασμό» 

 Άρθρο γνώμης του Horst von Buttlar που δημοσιεύεται στους Financial Times Deutschland με τίτλο «Ευχαριστούμε πολύ για τον εκβιασμό» σημειώνει ότι με αφορμή της ελληνικές εκλογές η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον θα επιτρέψει να την εκβιάσουν. Ο «ριζοσπάστης αριστερός Αλέξης Τσίπρας διευκολύνει την αναζήτηση εξόδου από το αδιέξοδο»,
σημειώνει
Τι καλά, που ο Αλέξης Τσίπρας, αυτός ο έξυπνος, νέος, επικίνδυνος άνδρας, άρχισε να εκβιάζει την Ευρώπη. Ο Τσίπρας, ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα και πιθανός νικητής των εκλογών της ερχόμενης Κυριακής, φαίνεται ευγενικός.
Φρέσκος, δραστήριος, η ενσάρκωση της ελπίδας σε μια χώρα πλήρη απαισιοδοξίας. Ίσως η ερχόμενη Κυριακή, η 17η Ιουνίου, αποβεί για δεύτερη φορά (μετά την εξέγερση του 1953 στην Ανατολική Γερμανία) μια ιστορική ημερομηνία / μια μέρα ορόσημο για το πριν και το μετά.
Ίσως και να κερδίσουν οι παλιές, διεφθαρμένες ελίτ και η «διάσωση των Ελλήνων», αυτός ο βασανιστικός, ακριβός ‘μπαμπούλας’, να συνεχιστεί. Αν νικήσει ο Τσίπρας – κι αυτό φαίνεται ότι θα συμβεί – θα βιώσουμε την πρώτη πορεία κατάκτησης της εξουσίας (σ.σ. Machtergreifung: υπαινιγμός στην περίοδο ανόδου του Χίτλερ) ενός ευρωπαίου δημαγωγού εν μέσω της κρίσης του ευρώ.
Ο εκβιασμός του, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα του σχιζοφρενικού του προγράμματος, έχει όμως και τα καλά του. Γιατί έδειξε σε όλους εμάς τι ανοησίες κάνουμε με την Ελλάδα και την ευφάνταστη διάσωσή της εδώ και δύο χρόνια.
Ο Τσίπρας θέλει να αντικαταστήσει τις γερμανικές υπαγορεύσεις λιτότητας από «ένα πρόγραμμα αξιοπρέπειας και ελπίδας για τη χώρα μας», θέλει ανάπτυξη, για να μπορέσει και η Ευρώπη να αναπτυχθεί ξανά. Καλό ακούγεται! Θέλει, για παράδειγμα, να διογκώσει κι άλλο τον ήδη διογκωμένο δημόσιο τομέα, με 150.000 θέσεις εργασίας. Θαυμάσια ιδέα.
Λέει: «Όλη η Ευρώπη κινδυνεύει», επειδή όλες οι χώρες είναι αμοιβαία συνυφασμένες. Θέλει – κι αυτή την πρόταση πρέπει κανείς να την προσέξει ιδιαιτέρως – «να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους ότι είναι προς το συμφέρον τους να μη σταματήσει η χρηματοδότηση (της Ελλάδας)».
«Αν δεν τους πείσουμε – και δεν θα λάβουμε μονομερή μέτρα -, αλλά λάβουν αυτοί μονομερή μέτρα, δηλαδή σταματήσουν την καταβολή των δόσεων βοήθειας, τότε θα αναγκαστούμε να σταματήσουμε τις πληρωμές στους δανειστές μας».
Τι έξυπνος εκβιασμός! Αν δεν πληρώσετε (και θέλουμε ακόμα περισσότερα χρήματα), τότε κι εμείς σταματάμε να πληρώνουμε – και τότε πάρτε την τήξη του πυρήνα σας στην Ευρώπη. Είναι η πρώτη φορά, που ένας ευρωπαίος εταίρος μετατρέπει τη συνοχή σε ομηρία και την αδυναμία και εξάρτηση σε δύναμη. Μα πώς δεν το σκέφτηκε κανένας προηγουμένως;
Ένα πρέπει να καταστεί σαφές μετά τις 17 Ιουνίου: Η Ευρώπη δεν πρέπει να επιτρέψει να την εκβιάσουν. Αν οι Έλληνες επιλέξουν αυτόν τον δρόμο, πρέπει να τους αφήσουμε να πέσουν. Εβδομάδες τώρα διαβάζουμε αναλύσεις και σχόλια για σενάρια σχετικά με το τι θα συμβεί, αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ.
Στην ουσία, υπάρχουν τρεις οπτικές:
Η πρώτη είναι ότι έτσι πρέπει ‘ επειδή, όπως και στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης του χρέους την άνοιξη, η „Grexit“ είναι αναμενόμενη από καιρό και ο κίνδυνος μετάδοσης απετράπη με τους μηχανισμούς διάσωσης. Οπότε αυτή η ιστορική εξέλιξη είναι αντιμετωπίσιμη. Το πόσο θα κοστίσει θα εξαρτηθεί από το ποσοστό του χρέους, που η Ελλάδα θα εξοφλήσει ή μπορεί να εξοφλήσει με τη δραχμή.
Η δεύτερη οπτική περιγράφει τον οικονομικό Αρμαγεδώνα: Η Ευρώπη θα διαλυθεί και η Ευρώπη θα βυθιστεί στην ύφεση.
Η Τρίτη οπτική δεν ενδιαφέρεται πλέον για την Ελλάδα, αλλά φωνάζει «Ισπανία!».
Μπορεί λοιπόν να πει κανείς: Κανένας δεν ξέρει. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι στην ευρω-κρίση οι προγνώσεις ήταν πράγματι καλές – σχεδόν όλα όσα χαρακτηρίστηκαν πιθανά έκαναν κάποια στιγμή την εμφάνισή τους.
Η διαμάχη για την ερμηνεία της κρίσης (πώς φτάσαμε εδώ;), η οποία συνεχίζεται αμείωτη, είναι όμως αυτόν τον καιρό δευτερεύουσας σημασίας. Περιττό είναι επίσης και το να απαριθμούμε δήθεν λάθη και παραλείψεις. Πολύ σημαντικότερο όμως είναι να υπολογίζουμε τις συνέπειες των επιλογών με ψυχραιμία. Πίσω από όλη τη φλυαρία περί τραπεζικής, δημοσιονομικής και πολιτικής ένωσης, περί «περισσότερης Ευρώπης» και ευρωομολόγων κρύβεται κατά βάση μια παραλλαγή του προβλήματος με την κότα και το αυγό:
Η γερμανική κυβέρνηση θέλει μια κότα, που μετά θα μπορεί να γεννήσει αυγά. Οι Γάλλοι και μεγάλο κομμάτι της αναδιανεμητικής Ευρώπης θέλουν πρώτα πολλά (γερμανικά) αυγά, από τα οποία ίσως μπορέσουν να βγουν (ευρωπαϊκές) κότες.
Η Γερμανία εδώ και λίγο καιρό είναι απολύτως έτοιμη να εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα, προκειμένου να δημιουργήσει ένα νέο κανονιστικό σύστημα («περισσότερη Ευρώπη») – και μετά ίσως ευρωομόλογα.
Προπάντων οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί κατέγραψαν προσεκτικά ότι το κύριο πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγωνίας ίσως δεν είναι τόσο οι Γερμανοί, αλλά οι Γάλλοι:
«Κάτω από την επιφάνεια υπάρχει μια πιο ζωηρή συζήτηση στη Γερμανία για το μέλλον της ΕΕ παρά σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος», έγραψαν στα τέλη Μαϊου οι FT. «Είναι λιγότερο δογματική και πολύ ριζοσπαστικότερη απ’ ό,τι αντιλαμβάνεται ο έξω κόσμος».
Και ο αμερικανός συγγραφέας Fareed Zakaria προέτρεψε τους Έλληνες στο περιοδικό Time: „Time to Say Danke“. Και πρόσθεσε: Το κλισέ του στενόμυαλου, δογματικού Γερμανού είναι υπερβολικό: «Ας αναλογιστεί κανείς ότι οι Η.Π.Α. θα έπρεπε να είναι πρόθυμες να εγγυηθούν 2000 δις. για τη διάσωση του Μεξικό».
Ας μην κοροϊδευόμαστε: Οι Γάλλοι (και η γερμανική Αριστερά) θέλουν πρώτα την καθιέρωση ευρωομολόγων, επειδή αυτά έχουν τη γοητεία να μπορούν και πάλι μεγάλα τμήματα της Ευρώπης να δημιουργούν χρέη με την ησυχία τους, δηλαδή να δανείζονται φθηνότερα χρήματα, χωρίς να πρέπει να εφαρμόσουν επώδυνες μεταρρυθμίσεις.
Οι Γερμανοί θέλουν κανόνες, πριν υπογράψουν επιταγές. Οι άλλοι θέλουν πρώτα επιταγές και μετά ίσως μεταρρυθμίσεις και κανόνες. Και ο Τσίπρας θέλει απλούστατα ακόμα περισσότερα χρήματα, τα οποία η σαθρή χώρα του ούτε μπορεί να παραγάγει σε εύλογο χρόνο από την οικονομία της ούτε να τα δανειστεί από τις κεφαλαιαγορές.
Μπορεί να φαίνεται ανόητο το να θέλει κανείς συνεχώς να θέτει κανόνες, τη στιγμή που στην κρίση ο κανόνας ήταν να παραβιάζεται κάθε κανόνας. Το θέμα είναι επίσης περισσότερο η κατανομή της εξουσίας στο μελλοντικό καθεστώς της Ευρώπης: Στο τέλος, η Γερμανία θα πρέπει ούτως ή άλλως να πληρώσει – το ζήτημα είναι αν πρέπει να πληρώσει διαμιάς ή λίγο-λίγο. Και αν θα διατηρήσει τον έλεγχο.
Η Ελλάδα είναι μόνον η εισαγωγή στο έργο: Ο εκβιασμός δείχνει ότι η Γερμανία εκείνο που μπορεί ακόμα να κάνει είναι να προσπαθήσει να θέσει τους κανόνες για τις μελλοντικές διασώσεις (της Ισπανίας και της Ιταλίας), απαιτώντας όσο το δυνατόν περισσότερες μεταρρυθμίσεις και περικοπές, προτού πληρώσει. Αυτός ο έλεγχος δεν είναι δογματικός, αλλά πραγματιστικός. Είναι ρεαλιστική πολιτική συμφερόντων.

Πηγή



(3)
Προοπτικές και κίνδυνοι για μια αριστερή κυβέρνηση. 

Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πιό αισιόδοξη πολιτική εξέλιξη από την αρχή της γιγαντιαίας κρίσης της Ευρωζώνης.
Το δίλημμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου είναι ξεκάθαρο. Αν σχηματιστεί αριστερή κυβέρνηση που θα εφαρμόσει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει η δυνατότητα αφενός να βγει η Ελλάδα από την κρίση και αφετέρου να δρομολογηθεί νέα πορεία για την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν σχηματίσει κυβέρνηση ο μετριότατος κ. Σαμαράς, η χώρα θα συνεχίσει ακάθεκτη πρός την κατάρρευση που όλα δείχνουν πως δεν θα αργήσει.

Τις τελευταίες μέρες έγινε ξεκάθαρο ακόμη και για τους πιό δύσπιστους ότι κρίση είναι πανευρωπαϊκή και όχι απλώς ελληνική. Δεν ευθύνεται ο ελληνικός δημόσιος τομέας, ούτε η ελληνική διαφθορά και οι πελατειακές σχέσεις για την τεράστια αναταραχή. Το πρόβλημα έχει να κάνει, πρώτον, με την παγκόσμια κρίση που ξεκίνησε το 2007 στις ΗΠΑ και, δεύτερον, με τους μηχανισμούς του ευρώ που διαμεσολάβησαν και επέτειναν την κρίση στην Ευρώπη.
Μετά από δύο χρόνια συνεχούς άρνησης και θεωρητικών ακροβασιών – από τα δεξιά, αλλά δυστυχώς και από τα αριστερά – η σκληρή πραγματικότητα σταδιακά γίνεται αποδεκτή από όλους. Ο λόγος είναι απλός. Τη στιγμή αυτή η Ισπανία χρειάζεται ίσως 250-300 δις ευρώ τα οποία δεν θα μπορέσει να βρει στις ανοιχτές αγορές και άρα μάλλον θα μπει στο πρόγραμμα ‘διάσωσης’.
Θα ακολουθήσει βίαιη γενίκευση της κρίσης του ευρώ που θα φέρει νέα δεδομένα στην Ευρώπη. Δύο παράγοντες έχουν καταλυτική σημασία. Ο πρώτος είναι τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού τομέα και κυρίως των τραπεζών. Στην ουσία το τραπεζικό σύστημα της Ισπανίας είναι χρεοκοπημένο, αλλά και της Γερμανίας είναι κάθε άλλο παρά υγιές. Οι δυνατότητες για τους κυβερνώντες δεν είναι πολύ μεγάλες. Η παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ, την οποία πολλοί θεωρούν ως ένα είδος μαγικού ραβδιού, δεν μπορεί βέβαια να λύσει το πρόβλημα της φερεγγυότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιτρέψει την τεχνητή αναπνοή, όπως ήδη γίνεται με τις ελληνικές τράπεζες. Οι τράπεζες χρειάζονται νέα κεφάλαια για να διορθώσουν τους ισολογισμούς τους και αυτά μπορούν να προέλθουν μόνο από το κράτος, δηλαδή από την φορολογία.
Εδώ όμως εμφανίζεται αμέσως ο δεύτερος παράγοντας, δηλαδή η έλλειψη πανευρωπαϊκού κράτους. Ποιά χώρα θα δεχτεί να χρηματοδοτήσει με τα λεφτά των φορολογουμένων της τις τράπεζες μιας άλλης, χωρίς σκληρό αντάλλαγμα; Και ποιά χώρα θα δεχτεί αδιαμαρτύρητα την άφιξη κάποιου ξένου γραφειοκράτη ο οποίος θα κομίζει εντολές για το κλείσιμο τραπεζών; Όποιος νομίζει ότι μπορεί να φτιαχτεί ένας τέτοιος μηχανισμός στα γρήγορα, ώστε να δημιουργηθούν γεγονότα επί του εδάφους τα οποία θα ωθήσουν την Ευρώπη πρός την ενοποίηση, απλώς δείχνει πόσο άσκεφτος, ή πανικόβλητος είναι. Αυτός ο τυχοδιωκτισμός έστησε και το τερατούργημα της νομισματικής ένωσης που έχει φέρει την Ευρώπη στα πρόθυρα της καταστροφής. Διότι η βασική αιτία της έλλειψης ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους είναι η έλλειψη ενιαίου ευρωπαϊκού έθνους.
Οι λαοί της Ευρώπης δεν θέλουν τη δημιουργία ενιαίου έθνους, ή ενιαίου ‘δήμου’, ενώ βεβαίως επιθυμούν την συνεργασία, ή και την συναδέλφωση. Ούτε και μπορρούν τα έθνη να δημιουργηθούν στα κρυφά, ή στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των Βρυξελλών. Αν το επόμενο διάστημα ληφθούν βεβιασμένες αποφάσεις που θα προδικάζουν την ταχεία εμφάνιση δημοσιονομικής ένωσης, η Ευρώπη θα μπει σε εξαιρετικά επικίνδυνη πορεία που κάλλιστα μπορεί να περιλαμβάνει πολιτική, διπλωματική, ακόμη και στρατιωτική, ένταση. Ο λόγος είναι, φυσικά, ότι ο τελικός λογαριασμός θα καταλήξει στη Γερμανία, είτε λόγω διάσωσης των τραπεζών, είτε λόγω αθέτησης πληρωμών από πλευράς των χωρών της περιφέρειας.
Δεδομένων αυτών των συνθηκών, η Γερμανία, που είναι η πραγματική πηγή ισχύος στην ΟΝΕ, βρίσκεται ενώπιον μέγιστου προβλήματος. Η οικονομία της παρουσιάζει μέτρια εγχώρια απόδοση, αλλά μεγάλη εξαγωγική επιτυχία, κυρίως προς τις χώρες της Ασίας τα τελευταία τρία χρόνια. Το τραπεζικό της σύστημα παραμένει εξαιρετικά επισφαλές. Η έκθεση της χώρας στο χρέος της περιφέρειας της ΟΝΕ είναι ήδη τεράστια, αν συνυπολογίσουμε τον δανεισμό της Μπούντεσμπανκ προς τις άλλες κρατικές τράπεζες. Όσο κι αν ξαφνιάζει πολλούς στην Ελλάδα, υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης της γερμανικής φερεγγυότητας, αν συνεχιστεί η μεγέθυνση της έκθεσης σε προβληματικό χρέος άλλων.
Συνεπώς καμία λύση της κρίσης που θα περιλαμβάνει νέες δαπάνες, ή γενναιόδωρο δανεισμό σε πανευρωπαϊκή βάση δεν πρόκειται να γίνει εύκολα αποδεκτή από γερμανικής πλευράς. Η γερμανική άρχουσα τάξη αντιλαμβάνεται πολύ καλά το πιθανό κόστος για την ίδια. Το πιθανότερο είναι, λοιπόν, ότι θα συνεχίσει να επιμένει στην πολιτική της λιτότητας που μετακυλίει το κόστος στους άλλους. Με την πολιτική αυτή διακινδυνεέυ φυσικά την κατάρρευση της ΟΝΕ, ή την έξοδο μιάς, ή περισσοτέρων χωρών. Το πιθανότερο όμως είναι ότι η γερμανική άρχουσα τάξη θα το ρισκάρει και, αν όντως προκύψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα επιχειρήσει να ελαχιστοποιήσει το κόστος για την ίδια στις νέες συνθήκες. Δεν είναι ασυνήθιστο για μια άρχουσα τάξη να αντιδρά με τέτοιο τρόπο. Στο κάτω-κάτω αυτό έκανε και η ελληνική, όταν το 2010 αρνήθηκε διαρρήδην να δεχτεί την προοπτική της εξόδου, προτίμησε να ρισκάρει εντός της ΟΝΕ κι έφερε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού.


 Η έξοδος δεν εμπίπτει βέβαια στην τρέχουσα στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ,
 αλλά  θα πρόκειται για το άκρον άωτον της ανευθυνότητας
 να μην υπάρξει πρόβλεψη για λειτουργικό εναλλακτικό σχέδιο ...


Με αυτά τα δεδομένα, μιά αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα που θα προχωρήσει, ως οφείλει, στην κοινοβουλευτική ακύρωση των Μνημονίων και στην σταδιακή διαγραφή του χρέους, θα αποτελέσει τρομακτική πρόκληση για την γερμανική πλευρά. Το τελεσίγραφο που θα κηρύσσει αδυσώπητο πόλεμο θα φτάσει αμέσως, πιθανώς την άλλη μέρα.
Άρα τι μέλλει γενέσθαι;
Είναι απολύτως απαραίτητο να μην ενδώσει μια αριστερή κυβέρνηση στις πιέσεις, αν πραγματικά νοιάζεται την Ελλάδα και τον λαό της. Διότι η υποχώρηση θα σημάνει καταστροφή – πολιτική, κοινωνική και οικονομική. Για να το πετύχει όμως αυτό θα χρειαστεί γενική και αποφασιστική λαϊκή κινητοποίηση. Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις. Θα χρειαστεί επίσης εναλλακτικό σχέδιο το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει την έξοδο από το ευρώ που μπορεί να επιβληθεί εκ των πραγμάτων. Η έξοδος δεν  εμπίπτει βέβαια στην τρέχουσα στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα πρόκειται για το άκρον άωτον της ανευθυνότητας να μην υπάρξει πρόβλεψη για λειτουργικό εναλλακτικό σχέδιο. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να προετοιμάζεται η ίδια, όπως και να προετοιμάζει τον ελληνικό λαό. Μπροστά μας έχουμε βαρομετρικό χαμηλό.
Το θετικό είναι ότι υπάρχει η γνώση, η εμπειρία και η θέληση διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας, ώστε να αντιμετωπιστεί και αυτό το ενδεχόμενο. Ότι και να λέει η τρομοκρατία των ΜΜΕ, όσα προχειρογραμμένα σκαριφήματα περί κόλασης της δραχμής και να δημοσιεύσουν οι οικονομολόγοι της Εθνικής Τράπεζας, η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει την καταιγίδα, αρκεί να υπάρξει κοινωνική συσπείρωση και αποτελεσματική αριστερή ηγεσία. Δεν πρόκειται ο ελληνικός λαός να μείνει ξεκρέμαστος, όσο κι αν ωρύονται αυτοί που μας έφεραν εδώ. Οι εκλογές της 17ης μπορούν να μας γλιτώσουν από την καταστροφή και να ανοίξουν καινούργιο δρόμο για τα λαϊκά στρώματα.
Του Κώστα Λαπαβίτσα