Carole Bouquet ...




Καρόλ Μπουκέ:
 «Εχω μεγάλο πρόβλημα με την πραγματικότητα»

Σε ηλικία 18 ετών, ήταν το «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου». Σήμερα, νιώθει λιγότερο σκοτεινή. Η Καρόλ Μπουκέ ήρθε στην Αθήνα και μίλησε στο BHmagazino για τη γυναικεία φύση, τη μηδενική της αυτοπεποίθηση και τον Αντι Γούρχολ


«Δεν είμαι διανοούμενη, δεν μαθαίνω από τα βιβλία, μαθαίνω από τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι όλα εγγράφονται στο σώμα». Καθώς μιλάει, η Καρόλ Μπουκέ ρίχνει μια μοβ πασμίνα γύρω από τους ώμους της. Πράγματι, όλα εγγράφονται στο σώμα. Και η γλώσσα του σώματος λέει ότι χρειάζεται λίγη ησυχία και προστασία λίγο προτού δεχθεί το βραβείο της κατά το 14ο Φεστιβάλ Γαλλοφωνίας του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Ωστόσο, είναι επαγγελματίας. Από την ηλικία των 18 χρόνων, που πρωταγωνίστησε στο «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» του Μπουνιουέλ, εργάζεται σκληρά και ξέρει τους κανόνες του παιχνιδιού. Αλλά χαίρεται κιόλας τη ζωή, τη ζει ως το μεδούλι. Το κτήμα της στη σικελική Παντελερία, τα αμπέλια και η παραγωγή κρασιού, η ελληνική μυθολογία είναι οι μεγάλες της αγάπες. Μιλάει για τη Νότια Ευρώπη με την έξαψη των ανθρώπων που θέλουν να υιοθετηθούν από μια νέα πατρίδα. «Δεν είχα ρίζες, ξέρετε. Ηθελα να ριζώσω κάπου. Και είχα την έμμονη ιδέα να αποκτήσω ένα σπίτι στην Ιταλία, επειδή πιστεύω ότι από εκεί προέρχομαι, από τον μυθικό Νότο».

Η Καρόλ Μπουκέ μεγάλωσε χωρίς μητέρα, έχασε νωρίς τον πατέρα της και τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον κινηματογραφικό παραγωγό Ζαν-Πιερ Ρασάμ, έζησε μια θυελλώδη πολύχρονη σχέση με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Ομως δεν θέλει να μιλήσει για την προσωπική της ζωή. «Εχω μεγάλο πρόβλημα με την πραγματικότητα» λέει. «Η συγγραφέας Γιασμίνα Ρεζά, στενή μου φίλη, λέει ότι κάθε φορά που γράφει γίνεται άλλη, ζει σε μια διαφορετική ιστορία. Συμφωνώ απόλυτα. Γι’ αυτό, άλλωστε, κάνω αυτή τη δουλειά»
Πώς αποφασίσατε να εγκαταλείψετε τις σπουδές φιλοσοφίας για την υποκριτική; 

«Μου πήρε μόλις δύο ημέρες για να αφήσω τις σπουδές μου. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν φτιαγμένη για να μελετάω, χωμένη μέσα σε βιβλία. Δεν είχα τη συναισθηματική ωριμότητα για μια τόσο μοναχική ενασχόληση. Σ’ ένα δείπνο με ρώτησαν τι θα ήθελα να κάνω στη ζωή μου και χωρίς να το έχω σκεφτεί από πριν είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Η ζωή αποφάσισε για μένα. Ωστόσο, έπρεπε να μάθω αυτό το επάγγελμα. Ενιωθα τρόμο».

Ο φόβος του άγνωστου; 

«Ο φόβος του εαυτού μου. Είχα μηδενική αυτοπεποίθηση. Κρυβόμουν όταν ήμουν νέα, δεν μου άρεσε η φωνή μου, το σώμα μου, δεν ήθελα να με κοιτάζουν. Ετσι, βέβαια, δεν γίνεσαι ηθοποιός. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι η δουλειά μου είναι να λέω λόγια που έχουν γράψει άλλοι, όσο το δυνατόν καλύτερα. Δεν θα πεθάνω κιόλας, σκέφτηκα, σιγά, μια σκηνή θα γυρίσω. Εξάλλου, στον κινηματογράφο μια σκηνή μπορεί να ξαναγυριστεί πολλές φορές. Αντίθετα, στο θέατρο υπάρχουν δύσκολες στιγμές. Πέφτεις και πρέπει να ξανασηκωθείς – σαν τον αθλητή».

Ωστόσο, θα επιμείνω, το πρώιμο όνειρο των σπουδών φιλοσοφίας δεν άφησε κάποιο αποτύπωμα μέσα σας; Μια θεώρηση της ζωής; 

«Είμαι επικούρεια. Πιστεύω στη χαρά της ζωής, στον ήλιο. Η ζωή μερικές φορές είναι εξαιρετικά βίαιη κι όταν έρχεται μια καταιγίδα, όπως αυτή που βρήκε τώρα την Ελλάδα, για παράδειγμα, εγώ λέω πως πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα».

Αλήθεια, τι πιστεύετε για την ελληνική καταιγίδα; 

«Δεν ξέρω από οικονομία, δεν μπορώ να σας μιλήσω με οικονομικούς όρους. Αλλά με απασχολεί βαθιά η ελληνική κρίση· η Ελλάδα είναι η χώρα που θέσπισε τον πολιτισμό μου. Εχω πάντα στην τσάντα μου ένα βιβλίο του Ζαν-Πιερ Βερνάν για την αρχαία Ελλάδα, νιώθω ότι με προστατεύει. Τον πρώτο μου γιο τον ονόμασα Ντιμιτρί από τη Δήμητρα, τη θεά της γεωργίας. Η Ελλάδα με εντυπωσιάζει κάθε φορά που την επισκέπτομαι, συνήθως με σκάφος, διαπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου. Ολα αυτά τα χρώματα, οι λόφοι – καταλαβαίνεις γιατί η φιλοσοφία γεννήθηκε εδώ. Στους μείον 20 βαθμούς, πρέπει να προστατεύσεις τον εαυτό σου από το κρύο. Μετά έρχονται όλα τ’ άλλα. Εδώ είναι αλλιώς».

Μεγαλώσατε με τον πατέρα σας, αργότερα με καλόγριες. Η έννοια της θηλυκότητας σας ήταν αρχικά ξένη;

«Ο,τι έμαθα για τη γυναικεία φύση το έμαθα με μεγάλη καθυστέρηση, μέσα από το επάγγελμά μου. Η θηλυκότητα ήταν για μένα αρχικά μεταμφίεση. Ο πατέρας μου περνούσε ένα λεπτό στο μπάνιο, για εκείνον το σώμα δεν υπήρχε. Ούτε είχαμε καθρέφτες στο σπίτι. Τις προάλλες άπλωνα μια κρέμα χεριών μπροστά στην εγγονή μου που είναι ενάμισι έτους. Με κοιτούσε υπνωτισμένη κι εγώ συνέχισα να βάζω κρέμα για χάρη της. Συνειδητοποίησα ότι η θηλυκότητα είναι κάτι που μαθαίνεται κι εγώ της έδινα εκείνη τη στιγμή το πρώτο της μάθημα. Χαίρομαι, πάντως, που τα παιδιά μου είναι αγόρια. Μ’ ένα κορίτσι δεν θα ήξερα πώς να φερθώ, ιδίως νεότερη».

Λέτε «νεότερη» και σκέφτομαι ότι ένας μύθος της θηλυκότητας είναι ότι η ωραία γυναίκα δεν έχει ηλικία, δεν υποκύπτει στον χρόνο. Πώς αισθάνεστε εσείς με το πέρασμα του χρόνου; 

«Για μένα είναι σχεδόν προσβλητικός αυτός ο μύθος, γι’ αυτό και λέω πάντα την ηλικία μου. Δεν είμαι ούτε 30 ούτε 40, είμαι 55. Τι να κάνουμε με τον χρόνο που περνά; Δεν μπορούμε να το παλέψουμε, είμαστε ανίσχυροι μπροστά του».

Στην ταινία «Blank Generation» υποδυθήκατε μια δημοσιογράφο που παίρνει συνέντευξη από τον Αντι Γουόρχολ αναπαράγοντας τη φράση του Γκοντάρ «Ο κινηματογράφος είναι ο τόπος του εγκλήματος και της μαγείας». Πιστεύετε σε αυτή τη ρομαντική ρήση; 

«Ο Γκοντάρ ήταν καλλιτέχνης παρόμοιων ρήσεων. Σήμερα θα προτιμούσα τον στίχο του Μποντλέρ “Κάθισα την ομορφιά στα γόνατά μου και την προσέβαλα”. Είναι η σύγχρονη εκδοχή εκείνης της γκονταρικής φράσης».

Τι θυμάστε από τα χρόνια της Αμερικής; Από τον Γουόρχολ; Από το Στούντιο 54; 

«Οταν ήμουν 20 χρόνων στη Νέα Υόρκη, δεν ήξερα πού βρισκόμουν, τι μου συνέβαινε. Εννοώ ότι το θεωρούσα φυσικό να τρώω κάθε βράδυ με τον Γουόρχολ στο Factory. Ηταν μια άγρια εποχή με σεξ, ναρκωτικά και ροκ-εν-ρόλ, χωρίς το AIDS».

Δεν κρύβετε το παρελθόν σας, τα προβλήματα με τα ναρκωτικά, τις καταστάσεις που τσαλακώνουν μια τέλεια εικόνα. Πώς αντιμετωπίζετε σήμερα όσα ζήσατε;
 

 «Τα δέχομαι απόλυτα. Δεν θύμωσα ποτέ, δεν μετάνιωσα ποτέ για τίποτα. Ξέρετε, είμαι σαν τα ρωσικά βουνά, του ύψους και του βάθους, τρομερά κυκλοθυμική. Και μεγαλώνοντας οι άνθρωποι γίνονται πολύ πιο εύθραυστοι. Το ταξίδι μου στην Ελλάδα ήρθε έπειτα από μια περίοδο θλίψης. Αλλά ξέρω πια ότι ακόμη και οι πιο τρομακτικές στιγμές δεν διαρκούν για πάντα, και το χειρότερο θα περάσει. Και έτσι έγινε. Είδα την Ακρόπολη στο βάθος να λαμπυρίζει, μέσα από το αεροπλάνο, και ξαναγεννήθηκε μέσα μου αυτή η ικανότητα ενθουσιασμού που έχω από παιδί και ξέρω ότι με θεραπεύει».
*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Απριλίου



Μιχαλοπούλου Αμάντα

 www.tovima.gr/vimagazino 
25-4-2013