Η αποχώρηση από τα εγκόσμια του Γλαύκου Κληρίδη και οι έσχατες λογικές ενός κράτους



Το αμείλικτο βιολογικό τέλος όλων και οι ιστοριογραφικές φαρσοκωμωδίες

Για τις προσωπικότητες οι οποίες διαδραμάτισαν σημαίνοντα ιστορικό ρόλο η κριτική πρέπει να γίνεται την σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο.


Αυτή την στιγμή η αποχώρηση από τα εγκόσμια του Γλαύκου Κληρίδη επιτάσσει μερικά μόνο και πολύ προσεκτικά λόγια.

Κυρίως, όχι για να μιλήσουμε για τον ίδιο αλλά για να υπογραμμίσουμε κάποια αυτονόητα πράγματα, τα οποία, όμως, δυστυχώς, δεν είναι για όλους αυτονόητα.

Κατ’ αρχάς, «ο θάνατος» των ανθρωπίνων όντων υπογραμμίζει εύστοχα ο Παναγιώτης Κονδύλης, «δεν είναι κάτι που θα συμβεί μια φορά στο μέλλον, αλλά αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής, και δεν συνίσταται απλώς στο βιολογικό τέλος, αλλά και στον αμείλικτα πεπερασμένο και σχετικό χαρακτήρα όλων των ανθρωπίνων εγχειρημάτων».



Μολαταύτα, μερικοί συμπεριφέρονται για την ασθένεια ή τον θάνατο των άλλων με σιχαμερό τρόπο και με απύθμενη μικροπρέπεια. Τέτοιες συμπεριφορές παρατήρησα ακόμη και στον ακαδημαϊκό χώρο, εκεί όπου το πνεύμα πρέπει να είναι, υποτίθεται, ανώτερο, και η σκέψη πιο υψηλή. Υποτίθεται!


Σε κάθε περίπτωση, αναγούλα προκαλεί η χαρά μπροστά στην ανθρώπινη κακουχία ή μπροστά στον θάνατο οποιουδήποτε ανθρώπου. Οι πολιτισμένοι άνθρωποι, εξάλλου, ακόμη και κατά την διάρκεια ενός πολέμου προσφέρουν περίθαλψη στους απέναντι και τους επιτρέπουν να θάψουν με τιμή τους νεκρούς τους.


Τον Γλαύκο Κληρίδη, όπως και τις υπόλοιπες ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Μακάριος, ο Γρίβας, ο Παπαδόπουλος και πολλοί άλλοι, ή των αντίστοιχων του Ελλαδικού κράτους, δεν μπορεί κανείς ιστορικά μιλώντας να τους δικάσει για να τους καταδικάσει ή αθωώσει. Η πλάστιγγα με τους δύο δίσκους της ιστορικής τους παρουσίας βαραίνει προς την μια ή άλλη κατεύθυνση.  Όπου και να γείρει, όμως, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, πάντα κάτι θα έχει και στην άλλο δίσκο.


Δεν δικάζουμε λοιπόν με ιστορικά άλματα και ιστοριογραφικές φαρσοκωμωδίες αλλά αποτιμούμε κριτικά για να μαθαίνουμε από τα παθήματα. Για να κατανοήσουμε την θέση και τον ρόλο του πολίτη και τα θέσφατα και τα έσχατα μιας κοινωνίας και ενός κράτους στα οποία όλοι οι πολίτες απαιτείται να είναι προσκολλημένοι. Κυρίως για να καταλάβουμε όσο καλύτερα μπορούμε την σημασία της κρατικής ισχύος στην σύγχρονη διεθνή πολιτική και την ανελέητη ορθότητα της Θουκυδίδειας Υποδειγματικής ανάλυσης.


Ούτε επίσης ωφελούν ωραιοποιήσεις ή ύβρεις. Τα πολιτικά πρόσωπα όταν αναλαμβάνουν θέση ευθύνης είναι εξ ορισμού αμφιλεγόμενα. Ας φροντίζουμε να έχουμε δημοκρατία μέσα στην οποία θα επιδιδόμαστε στο άθλημα ανάδειξης των άριστων στο τιμόνι του κράτους. Ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές που διανύουμε, τα κροκοδείλια δάκρυα, οι εξάρσεις θαυμασμού και οι κατάρες περισσεύουν και σε τίποτα δεν χρησιμεύουν.

Οι πολίτες πάσχουν όταν η Πολιτική πάσχει  και η Πολιτεία παρακμάζει
Αυτά περίπου σκέφτηκα όταν άκουσα για τον θάνατο του Γλαύκου Κληρίδη. Την στιγμή της αποχώρησής του από τα εγκόσμια. 
Υπενθυμίζεται ότι ο Γλαύκος Κληρίδης ήταν ένα από τα τελευταία εν ζωή ηγετικά στελέχη τόσο της μεταπολεμικής Κυπριακής και Ελλαδικής πολιτικής ιστορίας. Με σεβασμό στον νεκρό μπορούμε να καταγράψουμε κάποια ουσιώδη και στοιχειώδη που αφορούν λιγότερο τον Γλαύκο Κληρίδη και περισσότερο κάθε Πολιτεία, την Πολιτική στο εσωτερικό ενός κράτους, τα θέσφατα και τις έσχατες λογικές μιας κοινωνίας και την ευθύνη των πολιτών.


Κατ’ αρχάς, η κριτική στα ιστορικά πρόσωπα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και με σεβασμό στην λογική και στους πάγιους κώδικες δεοντολογίας και διαπροσωπικού πολιτισμού. Από επιστημονική άποψη, πάντως, όσο και να το ψάξουμε ποτέ δεν γνωρίζουμε αρκετά για μια εποχή ή ακόμη και για μια ιστορική στιγμή. Διόλου τυχαία οι καλοί διεθνολόγοι δεν στηρίζονται σε στιγμές και δεν ψάχνουν ψύλλους στ’ άχυρα ή σε αρχεία (αυτά μόνο εκλεκτικά και in context). Στέκονται στα διϋποκειμενικά καταμαρτυρούμενα ιστορικά γεγονότα.


Αναρίθμητοι και εν πολλοίς άγνωστοι παράγοντες σμιλεύουν και συνθέτουν κάθε ιστορική στιγμή και κάθε εποχή. Το άτομο, ηγέτης ή όχι, είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. Σημασία δεν έχουν οι προθέσεις του ατόμου (του «ηγέτη», όπως λέγεται στην βιβλιογραφία) αλλά το κατά πόσο ο εκάστοτε ηγήτωρ και η κοινωνία η οποία των έθεσε ή τον ανέχεται επικεφαλής αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις όπως το κράτος αενάως κινείται και στροβιλίζεται μέσα στην δίνη της ενδοκρατικής και διεθνούς πολιτικής.


Το ζητούμενο είναι η πολιτική του κράτους να εδράζεται πάνω σε επαρκή κρατική ισχύ, κάτι που δεν είναι εύκολο να αναλύσουμε εδώ (βλ.http://www.ifestosedu.gr/StatePower/0%20IfestosFinalΠεριληψηβιβλιογραφία%20Pdf.pdf όπου και ένα τελευταίο δοκίμιο). Για να αναφέρω ένα παράδειγμα που μελέτησα επαρκώς, ο Ντε Γκολ το 1958 δεν θα σήκωνε όρθια την Γαλλία εάν δεν υπήρχαν οι συντελεστικές και υποστηρικτικές κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις. Συντελεστικές προϋποθέσεις των οποίων η συγκρότηση είναι ένα διαρκές πολιτικό άθλημα των μελών μιας κοινωνίας της οποίας μιας κρίσιμη μάζα πολιτών θα πρέπει να σκέφτεται και να λειτουργεί ορθολογιστικά. Δεν νοείται βιώσιμο κράτος χωρίς μια τέτοια κρίσιμη μάζα να στηρίζει την έσχατη λογική της εθνικής ανεξαρτησίας.


Όταν η Πολιτική ασθενεί, πάσχει η Πολιτεία. Και όταν η Πολιτεία πάσχει υποφέρουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες. Αυτό είναι κατιτί που υπογράμμισε με απαράμιλλη ορθότητα ο Περικλής στις δημηγορίες του. Συχνά εν τούτοις πολλοί ξεχνούν αυτή την αδήριτη νομοτέλεια. Καλά θα κάνουν όλοι να διαβάζουν Θουκυδίδη, ιδιαίτερα τις δημηγορίες του Περικλή και τον διάλογο των Μήλιων και Αθηναίων πρέσβεων.


Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι η «ελευθερία». «Όσοι είναι ελεύθεροι το χρωστούν στην δύναμή τους», διαβάζουμε και πάλιν στον Υποδειγματικό Θουκυδίδη. Ενίοτε ακόμη και κατά τα άλλα αξιοσέβαστα άτομα, εν τούτοις με ασυγχώρητο τρόπο ξεχνούν ότι για να είναι και οι ίδιοι ελεύθεροι πρέπει η πατρίδα τους να είναι ισχυρή και ανεξάρτητη. Στην διεθνή πολιτική χωρίς ανεξαρτησία και χωρίς ισχύ δεν υπάρχεις ή είσαι υπόδουλος.


Ως προς την ελευθερία, όμως, σταματώ εδώ γιατί σε τέτοιες στιγμές δεν θέλω να υπεισέλθω σε κριτική όσον αφορά τον ρόλο του Γλαύκου Κληρίδη στην υπόθεση του θανατηφόρου σχεδίου Αναν. Στο τέλος ίσως υπονοήσω κάτι, με την λεπτότητα όμως που επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Το σχέδιο Αναν, πάντως, αναντίρρητα καταργούσε για πάντα την ελευθερία της κυπριακής κοινωνίας. Μπορεί να ειπωθεί ως γενική παρατήρηση ότι για όλους τους εμπλεκόμενους αυτό που κρίνεται δεν είναι τόσο το πώς φτάσαμε στο σχέδιο Αναν –αξίζει να το ψάχνουμε όμως με προσοχή και χωρίς άλματα– αλλά το κατά πόσον όταν έγινε κατανοητό πως θα είχαμε απολέσει την ελευθερία μας ο καθείς είπε ΝΑΙ ή ΟΧΙ.


Μπορούμε έτσι να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ από την μια πλευρά της δύσκολης ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων ή της κριτικής των ιστορικών προσώπων για τον ρόλο τους όταν συμπλέκονται απροσμέτρητοι δρώντες και από την άλλη πλευρά της «εύκολης» αποτίμησης των γεγονότων όταν το δίλημμα είναι ελευθερία ή θάνατος και κατάργηση του κράτους ή εθνική ανεξαρτησία. Στην παρούσα συγκυρία αυτή η διάκριση ενέχει μεγάλη σημασία. Όπως ήδη έγινε φανερό μετά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές μάλλον οι Κύπριοι θα κληθούν να πουν το μεγάλο ΟΧΙ ή να υποδουλωθούν.


 Γιατί άραγε πυκνώνουν τα «ιστορικά δικαστήρια»


 Εάν σταθούμε τώρα στην «ιστορία» ως πηγή πληροφοριών για κατιτί, η ιστορική κριτική είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Είναι απρεπές και προπετές εάν η ιστορική κριτική γίνεται για να εξυπηρετηθούν ιδεολογικοπολιτικά ή κομματικές σκοπιμότητεςπολύ περισσότερο ότανπασίδηλα σκοπός είναι η εκτόνωση συνδρόμων ενοχών εξόφθαλμων πολιτικών εγκλημάτων. Ιδιαίτερα εκείνων των δραστών που λίγο ή πολύ βαρύνονται με συμμετοχές σε καταστροφικά εγχειρήματα όπως οι εμφύλιοι και τα πραξικοπήματα.


Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ιλαροτραγικά γεγονότα της δεκαετίας του 1960 στα οποία εκόντες-άκοντες και συνειδητά ή ανεπίγνωστα ενεπλάκησαν πολλοί. Επίσης, το πραξικόπημα στην Ελλάδα, η ανταρσία κατά της ΚΔ αρχές της δεκαετίας του 1970 και το πραξικόπημα του 1974 που αποτέλεσε την αρχή του τέλους. Εύλογα κανείς διερωτάται γιατί μερικοί ένοχοι τέτοιων πολιτικών εγκλημάτων αντί να μείνουν σπίτι τους για να κάνουν αυτοκριτική επιδίδονται σε αστείες ιστορικές δίκες προθέσεων και συγγραφή ιστορικών φαρσοκωμωδιών. Προπετώς και αναιδώς εκτελούν τεράστια άλματα συλλογισμών και εμφανίζονται ως ιστορικοί δικαστές για να δικαιολογήσουν τα ολοφάνερα φρικτά λάθη του παρόντος, για παράδειγμα την υιοθέτηση και επιβολή επί των κυπρίων ενός νέου σχεδίου Αναν ή την ακύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας με τα μνημόνια στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Γι’ αυτό, ο θάνατος μιας κατά τα άλλα μετριοπαθούς και πολιτισμένης προσωπικότητας όπως ο Γλαύκος Κληρίδης, την στιγμή μάλιστα που η Κύπρος κρέμεται από μια λεπτή κλωστή στο χείλος της αβύσσου, είναι η κατάλληλη στιγμή όχι για να ασκηθεί κριτική στον ίδιο αλλά για να υπογραμμιστούν μερικές ακόμη πολιτικές παρακρούσεις και να τεθούν κάποια ερωτήματα.


Γιατί, για παράδειγμα, τελευταία πυκνώνουν τα «ιστορικά δικαστήρια» για τον Μακάριο, τον Γρίβα και άλλα στελέχη της πολιτικής ηγεσίας όπως ο Τάσσος Παπαδόπουλος; Ιστορικά δικαστήρια, μάλιστα, τα οποία είναι για γέλια και για κλάματα. Είναι τυχαίο; Αποκλείεται να είναι τυχαίο.


Τον περασμένο Φεβρουάριο, για παράδειγμα, αντί να αφεθούν οι πολίτες να ψηφίσουν ορθολογιστικά στην βάση προγραμματικών θέσεων των υποψηφίων, οργίασαν οι αλματώδεις αυθαιρεσίες. Το αποτέλεσμα ήταν να επιλεγεί κάποιος ο οποίος υποστήριξε με φανατισμό το θανατηφόρο σχέδιο Αναν χωρίς ποτέ να ζητήσει δημόσια συγνώμη. Ιστορικοί ανεκδοτολόγοι ενοχοποιούσαν τον Τάσσο Παπαδόπουλο ο οποίος μοναχικά πάλεψε και μαζί με τους πολίτες έσωσε την Κύπρο. Την ίδια περίοδο, επίσης, με ακόμη πιο μεγάλα άλματα οργίασε ο πόλεμος κατά του … Μακαρίου και καταδικάζονταν οι … προθέσεις του Μακαρίου και χαρακτηρίζονταν ως λάθος οι ορθότατες αποφάσεις του κατά των σχεδίων του 1964-65, την πρώτη δηλαδή φάση εφαρμογής ολοφάνερων σχεδίων θανάτωσης και κατακερματισμού της ΚΔ.


Το στροβίλισμα των κρατών μέσα στην δίνη της διεθνούς πολιτικής

Ιστορικές δίκες προσώπων και προθέσεων δεν μπορούν να γίνονται και πάντα βλάπτουν. Εάν κάτι ακόμη αρμόζει την στιγμή του θανάτου ενός πολιτικού προσώπου όπως ο Γλαύκος Κληρίδης, είναι να υπογραμμιστεί ότι οι κίνδυνοι που διατρέχουν σήμερα Ελλάδα και Κύπρος συνδυάζονται με αναβίωση συνδρόμων εμφυλίου. Ο κίνδυνος κρατικής και κοινωνικής αποδυνάμωσής μας λόγω αναβίωσης εμφύλιων συνδρόμων είναι μεγαλύτερος από τους κινδύνους λόγω σχεδίων των εχθρών της Ελλάδας και της Κύπρου

Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων και πολέμων, τα κράτη 
στροβιλίζονται μέσα σε πολλές δίνες της διεθνούς πολιτικής οι οποίες κινούνται δυναμικά. Μέσα σε κάθε δίνη όπως στροβιλίζεται εισρέουν απροσμέτρητοι, αστάθμητοι και κυρίως άγνωστοι παράγοντες που σχετίζονται με την ετερογονία των σκοπών των κρατικών και άλλων δρώντων. Αναρίθμητες ορατές και αόρατες σμίλες διαμορφώνουν τις στάσεις, αποφάσεις και ενέργειες των δρώντων οι οποίες εναλλάσσουν φίλους εχθρούς, αποφάσεις, στάσεις και συμπεριφορές, όπως τα πουκάμισά τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο όσον αφορά τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες ανά πάσα στιγμή διαθέτουν πληθώρα εναλλακτικών στρατηγικών και τακτικών σχεδίων που εφαρμόζονται ανάλογα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα.


Όπως κάθε αναλυτής της στρατηγικής θεωρίας γνωρίζει, οι στρατηγικές προσεγγίσεις  και μεθοδεύσεις όλων των ηγεμονικών δυνάμεων ανά  πάσα στιγμή εντάσσονται σε μια μορφικά πανομοιότυπη τυπολογία. Το κύριο κριτήριο είναι η κατανομή ισχύος και των συμφερόντων, των δικών τους και των άλλων.

Για να αναφερθούμε στο αριστουργηματικό έργο του 
John Mearsheimer Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, αυτό που διαρκώς έχουμε είναι παίγνια εξισορροπήσεων, εκβιασμών, απειλών χρήσης βίας ή χρήση βίας, εναλλαγή συμμαχιών, φίλων και εχθρών, μπλόφες, πρόκληση διενέξεων ή και πολέμων για κατατριβή τρίτων κρατών, ροκανισμούς εξασθένισης φίλων και εχθρών για «να ρυθμιστεί η κατανομή ισχύος», δολοφονίες κρίσιμων παραγόντων, μαλακή ισχύ (soft power) που κατατρώει τα σωθικά των κοινωνιών που αποτελούν στόχους, πολιτικοοικονομικές μεθοδεύσεις κάθε είδους και αποδυνάμωση του φρονήματος άλλων κοινωνιών και της πίστης των πολιτών στην εθνική ανεξαρτησία, στις εθνικές κοσμοθεωρίες και στους κρατικούς σκοπούς.


Επίσης, μεταξύ πολλών άλλων που θα μπορούσαν να αναφερθούν, στρατηγικές και τακτικές προσεγγίσεις οι οποίες παραχωρούν προσωρινά ισχύ σε αυριανούς εχθρούς για να ρυθμιστεί η κατανομή ισχύος, πιο άμεσα μέτρα όπως η κατάκτηση και ο προσωρινός κατασταλτικός έλεγχος πόρων και στρατηγικών «τοποθεσιών» μέχρι να δημιουργηθούν και παγιωθούν πολιτικοοικονομικές δομές έμμεσου ελέγχου και προσπορισμού των πόρων κρατών και περιφερειών. Τα μικρά κράτη, βασικά, βρίσκονται διαρκώς πάνω στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων.

 Ο «ιστορικός ηγέτης» ο οποίος κάποια στιγμή τυγχάνει να ενώνει τα νήματα της εθνικής στρατηγικής μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ικανός αλλά αυτό που θα περιορίσει τις πιθανότητες λαθών δεν είναι το ηγετικό του ύψος αλλά οι ποιοτικές βαθμίδες της πολιτικής συγκρότησης και των πολιτικών αποφάσεων οι οποίες εν τέλει αφορούν όλους τους πολίτες μιας πολιτείας από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Η «ιστορική δίκη» ενός ηγέτη είναι ανέφικτη παρά μόνο ως φαρσοκωμωδία. Κάποιες μόνο περιπτώσεις μπορούν να σταθμιστούν και εκτιμηθούν όταν όπως προαναφέραμε, στάσεις ενός οποιουδήποτε ατόμου δεν υπάρχουν διλήμματα καθότι η απόφαση είναι ελευθερία ή θάνατος, ναι ή ΟΧΙ.

«Ευκολότερα» κρίνονται επίσης στάσεις και συμπεριφορές αναφορικά με αδιαμφισβήτητα πλέον και καταμαρτυρημένα αληθή μακροϊστορικά γεγονότα. Για παράδειγμα, πόσοι έβλεπαν και πόσοι βλέπουν σήμερα το γεγονός ότι το κυπριακό κράτος που επέβαλαν Άγγλοι και η έξωθεν εξαρτημένη Αθήνα το 1959-60, έγινε αμέσως μετά την ανεξαρτησία στόχος ενός μεγάλου φάσματος στρατηγικών δρώντων οι οποίοι έκτοτε θέλουν να το θανατώσουν ή να υποδουλώσουν παντοτινά την κοινωνία του όπως επιχειρήθηκε με το σχέδιο Αναν.

Όπως μακροϊστορικά καταμαρτυρείται, μετά το 1960 πολλοί πασχίζουν με νύχια και με δόντια να κατεδαφίσουν την ΚΔ, να την διαμελίσουν και να την διανέμουν και καταληστεύσουν ως χώρο, ως χώρα, ως στρατηγικό σημείο και ως κοινωνία. Είτε στέκεσαι σωστά πολιτικά επειδή βλέπεις αυτή την καταμαρτυρούμενη αλήθεια είτε είσαι θεόστραβος. Πόσοι λοιπόν κατάλαβαν αυτή την αλήθεια μετά το 1960 μέχρι σήμερα. Πολύ περισσότερο, πόσοι το κατανοούν σήμερα; Ο Μακάριος, για παράδειγμα, το είχε έγκαιρα συνειδητοποιήσει και αν κάτι μπορεί να καταλογιστεί αρνητικά όσον αφορά τις πολιτικές του αποφάσεις από το 1960 μέχρι το 1974 είναι ότι δεν επέδειξε την αναγκαία αποφασιστικότητα αντιμετώπισης της εξαρτημένης Αθήνας πριν και μετά το 1967. Με τον Γρίβα κάτι αντίστοιχο ισχύει, όμως, λόγω ιδιοσυγκρασίας ταλαντεύτηκε περισσότερο. Εν τούτοις, το κατάλαβε όταν όπως φαίνεται αρνήθηκε, τελικά, να συμπράξει σε ένα καλοστημένο εγκληματικό πραξικόπημα κατά της εκλεγμένης ηγεσίας το 1964-65 το οποίο τελικά και δεν εκτελέστηκε.

            Πέραν τέτοιων ζητημάτων όπου το δίλημμα είναι ξεκάθαρο και τα δεδομένα πασίγνωστα, κάθε προσπάθεια να κριθούν απροσμέτρητα πολύπλοκα και άγνωστα ιστορικά γεγονότα ή να γίνουν ιστορικές καταγγελίες εισαγγελικού χαρακτήρα για τις μύχιες επιθυμίες της μιας ή άλλης πολιτικής προσωπικότητας είναι κατιτί που αποτελεί ύποπτη τσαρλατανιά και ιστοριογραφική φαρσοκωμωδία. Σίγουρα, τέτοιες φαρσοκωμωδίες σε κομβικές μεταβάσεις με τον ένα ή άλλο τρόπο και συνειδητά ή ανεπίγνωστα συνεπικουρούν την λογική ξένων στρατηγικών και τακτικών σχεδίων ελέγχου, πρόκλησης αλλαγών και προσπορισμού οφελών εκ μέρους του ενός ή άλλου ηγεμονικού δρώντα.

Πότε πάσχει η Πολιτική και οι έσχατες λογικές μιας Πολιτείας 


Ιδιαίτερα όσον αφορά ένα μικρό κράτος όπως ρέει η ιστορία και όπως συγκροτούνται αλλαγές στην διεθνή πολιτική που διανέμουν συμφέροντα και ισχύ, αυτό που μετράει, εξ αντικειμένου, είναι η κρατική ισχύς.

Πέραν των αμιγώς υλικών μέσων, η κρατική ισχύς, αφορά πρωτίστως την κοινωνική συνοχή γύρω από έσχατα εθνικά συμφέροντα (το συμφέρον επιβίωσης είναι το υπέρτατο), την κρατική οργάνωση που διασφαλίζει λειτουργική αποτελεσματικότητα, τις σωστές συμμαχίες που διασφαλίζουν εξωτερική εξισορρόπηση και την «θεωρία του κράτους» που παράγεται τόσο από το πολιτικό προσωπικό όσο και από τους κρατικούς λειτουργούς και την ίδια την κοινωνία. Συνολικά και πέραν των αμιγώς υλικών συντελεστών ισχύος, η κρατική ισχύς απαιτεί σωστές εκτιμήσεις ούτως ώστε να θεμελιώνονται ορθολογιστικές πολιτικές και διπλωματικές αποφάσεις και πολιτικές εθνικής ασφάλειας.

Η οργάνωση του κράτους, της κοινωνίας και της κρατικής ισχύος δεν είναι κατιτί στιγμιαίο. Είναι ο ανά  πάσα στιγμή συμψηφισμός πολύμορφων και ποικιλόμορφων τάσεων των οποίων ο κοινός παρανομαστής είναι το συμφέρον εθνικής επιβίωσης. Οι εξωτερικές εισροές αλληλοδιασταυρώνονται, αλληλοενισχύονται ή αλληλοαναιρούνται χαοτικά. Αυτό που είναι το πλέον προσδιοριστικό είναι η Πολιτική εντός ενός κράτους και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τους κινδύνους λόγω ανακατανομών ισχύος στο διεθνές σύστημα. Πόσο καλή στρατηγική διαθέτει!

Η Πολιτική εδώ νοείται με την ευρύτερη δυνατή έννοια ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνει όλα τα Πολιτειακά δρώμενα, τις βαθμίδες δημοκρατίας και τις πολιτικές διαδράσεις που προσδιορίζουν τους σκοπούς και τα μέσα, την πολιτική υπόσταση των πολιτών και την ανά πάσα στιγμή διακυβέρνηση. Μια υγιής Πολιτική απαιτείται να έχει πάντοτε τον έλεγχο των πραγμάτων, να οδηγεί στην λήψη βέλτιστων και ορθολογιστικών αποφάσεων και να εδραιώνει στον συλλογικό νου τις έσχατες λογικές, δηλαδή την συλλογική επιβίωσή μας που περνά μέσα από την επιβίωση του κράτους.
Αμφιρρέπεια, αντιφατικότητα, διαιρέσεις επί θεσφάτων και εσχάτων χαρακτηρίζουν κράτη τα οποία είναι υποψήφια για θανάτωση. Το λειτουργικό ισοζύγιο αν και είναι σχεδόν ανεξάρτητο από τις πράξεις ατόμων επηρεάζεται αρνητικά και  θετικά από το κατά πόσον η ημέτερη Πολιτική πάσχει ή δεν πάσχει. Με προνοητικότητα ο Περικλής και πάλιν αποφαίνεται: ΜΑΛΛΟΝ ΓΑΡ ΠΕΦΟΒΗΜΑΙ ΤΑΣ ΟΙΚΕΙΑΣ ΗΜΩΝ ΑΜΑΡΤΙΑΣ Ή ΤΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΩΝ ΔΙΑΝΟΙΑΣ (Περισσότερο φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας), Θουκυδίδου Α144.

 Όπως επιβάλλεται, λοιπόν, στάθηκα νηφάλια και με τον δέοντα σεβασμό μπροστά στον θάνατο ενός από τα τελευταία ιστορικά πολιτικά πρόσωπα της Κύπρου και του Ελληνισμού, του Γλαύκου Κληρίδη. Όπως έγινε αντιληπτό, τιμώντας τον νεκρό με τον τρόπο μας δεν ασκήσαμε κριτική για συγκεκριμένα πράγματα. Θελήσαμε μόνο να υπογραμμίσουμε τρία βασικά ζητήματα τα οποία και συνοψίζουμε.

Πρώτον, η ιστορική αλήθεια ποτέ δεν είναι δεδομένη ή ακόμη και εφικτή. Οι ιστορικές δίκες είναι στην καλύτερη περίπτωση φαρσοκωμωδία και στη χειρότερη ύποπτη καλλιέργεια εμφύλιων συνδρόμων. Οι ιστορικές στιγμές και ιστορικές εποχές είναι εξ ορισμού χαοτικές και η ιστορική αποτίμηση απαιτεί να λαμβάνει πληθώρα μακροϊστορικών ζητημάτων, λιγότερο στο επίπεδο των ατόμων, περισσότερο στο επίπεδο της κρατικής Πολιτικής και κυρίως στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής.

Δεύτερον, η κρατική Πολιτική είναι σε κάθε περίπτωση προσδιοριστικής σημασίας καθότι ανεξαρτήτως προσώπων παράγει ορθολογισμό ή ανορθολογισμό, αναιρεί ή δυναμώνει την κρατική ισχύ και ενώνει τα νήματα των συντελεστών ισχύος ή τα κόβει πλήττοντας τον αγώνα επιβίωσης. Ανεβοκατεβάζει καλύτερα ή χειρότερα συστήματα διακυβέρνησης που δύνανται να κινούνται με πολιτικό και διπλωματικό ορθολογισμό ή το αντίστροφο.

Τρίτον, αν κάτι είναι πιο σίγουρο και πιο κοντά στην αλήθεια είναι στάσεις, συμπεριφορές και αποφάσεις που αφορούν την έσχατη λογική της εθνικής επιβίωσης και της εθνικής ύπαρξης. Και πάλιν όμως, τονίζω, χρειάζεται προσοχή. Κανείς θα πρέπει να είναι επιεικής, καθότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ευμετάβλητα και αστάθμητα, διαφορετικών ικανοτήτων και δυνατοτήτων, ισχυρές προσωπικότητες ή ασθενείς ψυχές που κάμπτονται ή και εκβιάζονται ή παρασύρονται υπό το κράτος πίεσης και προπαγάνδας σε λιγότερο ή περισσότερο λανθασμένες αποφάσεις.

Υπάρχουν ακόμη και συχνά παρατηρούμενες περιπτώσεις, λέω καταληκτικά, διακριτικά και με νόημα,όταν ένας «καθιερωμένος ηγέτης» βρισκόμενος προς τα τέλη του βιολογικού του τέλους είναι επιρρεπής σε λάθη ακόμη και επί εσχάτων λογικών. Ιδιαίτερα σε μια μεγάλη ηλικία και εάν οι σωματικές ασθένειες μειώνουν το σθένος και την πνευματική ευρωστία, τα πολιτικά αντανακλαστικά αποδυναμώνοντα. Τα πράγματα είναι μοιραία εάν τυγχάνει να περιβάλλεται από σπιθαμιαίου αναστήματος άτομα που δεν ξέρουν τι ρέει μέσα στο αίμα τους. Γνωστά και επαναλαμβανόμενα αυτά τα φαινόμενα στην ιστορία των ανθρώπων.

Τέλος, θα ήταν παράλειψη εάν δεν μνημονευτεί ότι ο Γλαύκος Κληρίδης παρά τις αρχικές αμφιταλαντεύσεις του, όταν ανέλαβε πρόεδρος τη δεκαετία του 1990 όταν ήταν ακόμη ανθηρός και παραγωγικός, τάχιστα προχώρησε στην υποβολή αίτησης ένταξης στην ΕΕ και στην ανάπτυξη του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας- Κύπρου. Το γεγονός ότι δεν αποτέλεσαν εφαλτήριο για λύση του κυπριακού και σταθεροποίηση των σχέσεων στην περιφέρειά μας είναι ένα μεγάλο ζήτημα το οποίο αφορά το σύνολο του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας και της Κύπρου και του οποίου η ανάλυση δεν είναι του παρόντος. 


Καλό ταξίδι στον Γλαύκο Κληρίδη.



Π. Ήφαιστος