Stephen Hawking – Έχουν οι άνθρωποι ελεύθερη βούληση;


Αν διαθέτουμε ελεύθερη βούληση, σε ποιο σημείο του εξελικτικού δέντρου εμφανίστηκε;

Διαθέτουν τα κυανοφύκη ή τα βακτήρια ελεύθερη βούληση, ή μήπως η συμπεριφορά τους είναι αυτόματη και εντός της επικράτειας των φυσικών νόμων;

Περιορίζεται η ελεύθερη βούληση σε όλους τους πολυκύτταρους οργανισμούς ή μόνο στα θηλαστικά;

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας χιμπαντζής ασκεί την ελεύθερη βούλησή του όταν επιλέγει να μασουλίσει μια μπανάνα ή μια γάτα να σκίσει τον καναπέ σας, τι θα λέγατε, όμως, για τον νηματώδη σκώληκα (Caenorhabditis elegans), ένα απλό πλάσμα αποτελούμενο από μόλις 959 κύτταρα; Αυτό μπορεί να μην πει ποτέ από μέσα του «Πω πω, τι νοστιμιά αυτά τα βακτήρια στο δείπνο σήμερα», σίγουρα όμως έχει προτιμήσεις στο φαγητό, και είτε θα συμβιβαστεί με έναν μέτριο μεζέ είτε θα συνεχίσει προς αναζήτηση κάτι καλύτερου, ανάλογα με την πρόσφατη εμπειρία του. Μήπως εδώ έχουμε άσκηση της ελεύθερης βούλησης;

Όσο και αν εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε ότι μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που θα κάνουμε, η κατανόηση της μοριακής βάσης της βιολογίας δείχνει ότι οι βιολογικές διεργασίες υπάγονται στους νόμους της φυσικής και της χημείας, άρα είναι εξίσου αιτιοκρατικά καθορισμένες όσο και οι τροχιές των πλανητών. Πρόσφατα πειράματα στο πεδίο των νευροεπιστημών ενισχύουν την άποψη ότι τις ενέργειές μας καθορίζει ο υλικός μας εγκέφαλος, σε συμφωνία πάντα με τους γνωστούς νόμους της επιστήμης, και όχι κάποιος παράγοντας εκτός της επικράτειας των νόμων αυτών.

Παραδείγματος χάριν, από μελέτη ασθενών που υποβλήθηκαν σε εγχείρηση στον εγκέφαλο διατηρώντας τις αισθήσεις τους βρέθηκε ότι, μέσω ηλεκτρικού ερεθισμού των κατάλληλων εγκεφαλικών περιοχών, μπορούμε να επαγάγουμε στον ασθενή την επιθυμία να κινήσει την παλάμη, το χέρι ή την πατούσα του, να κινήσει τα χείλη του και να μιλήσει. Είναι δύσκολο να φανταστούμε με ποιον τρόπο μπορεί να λειτουργεί η ελεύθερη βούληση αν η συμπεριφορά μας καθορίζεται από τους φυσικούς νόμους· φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από βιολογικές μηχανές, και η  ελεύθερη βούληση δεν αποτελεί παρά μια ψευδαίσθηση.


Ενώ μπορούμε να δεχτούμε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά υπάγεται πράγματι στους νόμους της Φύσης, φαίνεται επίσης εύλογο να συμπεράνουμε ότι το τελικό αποτέλεσμα καθορίζει κι από ένα τόσο περίπλοκο και πολυποίκιλο πλέγμα μεταβλητών ώστε στην πράξη κάθε πρόβλεψη να καθίσταται αδύνατη. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη γνώση της αρχικής κατάστασης καθενός από τα χιλιάδες τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων μόρια του ανθρώπινου σώματος, καθώς και την επίλυση ενός ανάλογου πλήθους εξισώσεων. Αυτό θα χρειαζόταν χρονικό διάστημα της τάξεως μερικών δισεκατομμυρίων ετών, οπότε μάλλον δεν θα προλαβαίναμε να σκύψουμε για να αποφύγουμε τη γροθιά που κάποιος θα ήθελε ενδεχομένως να μας ρίξει.

Καθώς είναι πρακτικά ανέφικτο να αξιοποιήσουμε τους υποκείμενους φυσικούς νόμους προκειμένου να προβλέψουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά, θα υιοθετήσουμε αυτό που ονομάζεται ενεργός θεωρία. Στη φυσική, ενεργός θεωρία είναι ένα επινοημένο πλαίσιο που αποσκοπεί στη μοντελοποίηση ορισμένων παρατηρημένων φαινομένων χωρίς διεξοδική περιγραφή κάθε επιμέρους διαδικασίας.

Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να λύσουμε επακριβώς τις εξισώσεις που διέπουν τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις κάθε ατόμου στο ανθρώπινο σώμα με κάθε άτομο στη Γη. Στην πράξη, ωστόσο, η βαρυτική δύναμη ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και τη Γη μπορεί να περιγράφει με λίγους μόλις αριθμούς, όπως η συνολική μάζα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Ομοίως, δεν μπορούμε να λύσουμε τις εξισώσεις που διέπουν τη συμπεριφορά πολύπλοκων ατόμων και μορίων, προς τούτο όμως έχουμε αναπτύξει την ενεργό θεωρία που ονομάζεται χημεία και η οποία μας προσφέρει μια επαρκή εξήγηση του τρόπου συμπεριφοράς ατόμων και μορίων σε χημικές αντιδράσεις, χωρίς την ανάγκη να πρέπει να αναφερθούμε εξαντλητικά στις λεπτομέρειες των αλληλεπιδράσεων.

Στην περίπτωση των ανθρώπων, εφόσον δεν μπορούμε να επιλύσουμε τις εξισώσεις που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας, βασιζόμαστε στην ενεργό θεωρία ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ελεύθερη βούληση. Η μελέτη της βούλησής μας, και της συμπεριφοράς που απορρέει από αυτήν, αποτελεί την επιστήμη της ψυχολογίας. Η οικονομική επιστήμη είναι επίσης μια ενεργός θεωρία, βασισμένη στην έννοια της ελεύθερης βούλησης συν την παραδοχή ότι οι άνθρωποι αποτιμούν δυνατούς άξονες δράσης επιλέγοντας τον καλύτερο. Η ενεργός αυτή θεωρία έχει περιορισμένη επιτυχία όσον αφορά την πρόβλεψη της συμπεριφοράς, διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι αποφάσεις μας συχνά δεν είναι ορθολογικές ή βασίζονται σε λανθασμένη ανάλυση των επιπτώσεων από τις επιλογές μας. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο κόσμος μας έχει τα χάλια του.


Το τρίτο ερώτημα έχει να κάνει με το ζήτημα του κατά πόσον οι νόμοι που διέπουν τόσο το Σύμπαν όσο και την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι μοναδικοί. Αν στο πρώτο ερώτημα απαντήσατε ότι ο Θεός δημιούργησε τους νόμους, τότε το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής: «Πόση ελευθερία είχε ο Θεός κατά την επιλογή των νόμων αυτών;».

Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Πλάτων πίστευαν —όπως και ο Καρτέσιος ή και, αργότερα, ο Αϊνστάιν— ότι οι φυσικές αρχές υπάρχουν «εξ ανάγκης», διότι υποτίθεται πως είναι οι μοναδικοί κανόνες που έχουν λογική βάση. Λόγω της πίστης του στην εκπήγαση των φυσικών νόμων από τη λογική, ο Αριστοτέλης και οι οπαδοί του θεωρούσαν ότι θα μπορούσαμε να «παραγάγουμε» τους νόμους αυτούς χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο πραγματικά συμπεριφέρεται η Φύση.

Η πίστη αυτή, καθώς και η εστίαση στο «γιατί» τα αντικείμενα ακολουθούν κανόνες αντί για ιδιαιτερότητες των κανόνων, τον οδήγησαν  στη διατύπωση κυρίως ποιοτικών νόμων, συχνά λανθασμένων, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμοι, ακόμη και αν δέσποσαν στην επιστημονική σκέψη επί αιώνες.

Θα περνούσε πολύς καιρός ακόμη πριν αποτολμήσουν κάποιοι σαν τον Γαλιλαίο να αμφισβητήσουν την αυθεντία του Αριστοτέλη και να στρέψουν την προσοχή τους στο πώς πραγματικά λειτουργεί η Φύση, αντί για τις επιταγές του καθαρού ‘’ λόγου» ως προς το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί.

Το βιβλίο αυτό ασπάζεται την άποψη της επιστημονικής αιτιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι δεν υπάρχουν θαύματα, ή εξαιρέσεις στους νόμους της Φύσης. Θα επανέλθουμε, ωστόσο, για να πραγματευθούμε εις βάθος το πρώτο και το τρίτο ερώτημα, το ζήτημα, δηλαδή, της προέλευσης των φυσικών νόμων και του κατά πόσον αυτοί είναι οι μόνοι δυνατοί. Αλλά πρώτα, στο επόμενο κεφάλαιο, θα ασχοληθούμε με το ζήτημα του τι ακριβώς περιγράφουν οι νόμοι της Φύσης.

Οι περισσότεροι επιστήμονες θα έλεγαν ότι οι νόμοι αυτοί αποτελούν τη μαθηματική αντανάκλαση μιας πραγματικότητας η οποία υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τον παρατηρητή της. Καθώς, όμως, θα εντρυφούμε στον τρόπο με τον οποίο παρατηρούμε και σχηματίζουμε αντιλήψεις σχετικά με το περιβάλλον μας, θα σκοντάψουμε σε ένα ακόμη ερώτημα: «Υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας;».

***



21/12/2018 


              ΣΧΕΤΙΚΑ                



Hawking & Mlodinow: Το μεγάλο σχέδιο.
 Παρουσίαση από τον Άρη Μπερλή

Biblionet:Stephen Hawking, Leonard Mlodinow -Το μεγάλο σχέδιο.
Νέες απαντήσεις στα έσχατα ερωτήματα της ζωής.

STEVEN HAWKING και LEONARD MLODINOW, Το Μεγάλο Σχέδιο.

Νέες απαντήσεις στα έσχατα ερωτήματα.

ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ
«Και ξανοίγονται μπρος μου αναπάντεχα μέρη αλλουνού κόσμου» 
Στα άδυτα της κβαντικής φυσικής
Stephen Hawking & Leonard Mlodinow: Το Μεγάλο Σχέδιο.
 Εκδόσεις Κάτοπτρο, 2010

Να δηλώσω εξαρχής ότι δεν είμαι φυσικός και κατά συνέπεια δεν είμαι σε θέση να έχω επιστημονική άποψη για το βιβλίο των Hawking-Mlodinow.{1} Υποθέτω ότι υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει αντίλογος από εκπροσώπους της επιστημονικής κοινότητας ως προς τις απόψεις που διατυπώνονται στο Μεγάλο Σχέδιο. Μολονότι θα με ενδιέφερε να μάθω τις αντιδράσεις των συναδέλφων τους, δεν θα μπορούσα να συμμετάσχω σε αυτή τη συζήτηση (και όσο πιο τεχνική θα γινόταν, τόσο λιγότερο θα μπορούσα να την παρακολουθήσω). Αλλά αν δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για την επιστημονική πλευρά του θέματος, δεν είμαι αναρμόδιος να καταθέσω τις αντιδράσεις μου ως κοινός αναγνώστης. Το Μεγάλο σχέδιο {2} δεν απευθύνεται σε ειδικούς• όπως και η Σύντομη ιστορία του χρόνου, απευθύνεται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό και ο στόχος του δεν είναι απλώς μορφωτικός, είναι ριζικά παιδευτικός. Οι συγγραφείς του είναι στρατευμένοι στην υπόθεση της επιστήμης, συγκεκριμένα της σύγχρονης φυσικής, και δεν κρύβουν την ακράδαντη πεποίθησή τους ότι τα έσχατα ερωτήματα «της Ζωής, του Σύμπαντος και των Πάντων» —ερωτήματα όπως «Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα;» «Γιατί υπάρχουμε εμείς;» «Γιατί αυτό το σύνολο φυσικών νόμων και όχι κάποιο άλλο;» «Ποια είναι η φύση της πραγματικότητας;» «Χρειαζόταν το Σύμπαν κάποιο δημιουργό;»— μπορούν να απαντηθούν μόνο από την επιστήμη. Η πεποίθηση αυτή εκφράζεται ήδη στην πρώτη σελίδα, όταν δηλούται κατηγορηματικά ότι «η φιλοσοφία έχει πεθάνει, καθώς δεν συμβάδισε με τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη, ιδιαίτερα στον χώρο της φυσικής» και «στον αέναο αγώνα μας για γνώση, τη δάδα της ανακάλυψης βαστούν πλέον οι επιστήμονες». Αυτή η σαρωτική ετυμηγορία όμως αυτοαναιρείται και αυτοδιαψεύδεται. Καθώς σωστά παρατήρησε ο πάλαι ποτέ συνεργάτης του Hawking αστροφυσικός George Ellis, «κάθε άποψη στο βάθος είναι φιλοσοφική. Γιατί αξίζει να κάνουμε επιστήμη; Η απάντηση είναι φιλοσοφική. Η ίδια η επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα από μόνη της.»{3} Θα πρόσθετα ότι η ίδια η πεποίθηση ότι μόνο η επιστήμη μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα («Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα;» κ.λπ.) και η διάθεση να απαντηθούν με την επιστράτευση της επιστημονικής γνώσης είναι καθαρά φιλοσοφικού χαρακτήρα. Οι Hawking-Mlodinow ανεπίγνωστα φιλοσοφούν – και εδώ δεν υπάρχει καμία ένσταση.

Πέρα από αυτό το φάλτσο, το Μεγάλο σχέδιο είναι για τον layman, τον μη ειδικό αλλά επαρκή και φιλομαθή αναγνώστη, ένα συναρπαστικό βιβλίο (όπως και πολλά άλλα καλογραμμένα βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, είτε αφορούν στη φυσική είτε στη βιολογία είτε στη φυσιολογία του εγκεφάλου). Ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει τίποτα ή σχεδόν τίποτα από τις σύγχρονες θεωρίες της φυσικής, θα εκπλαγεί, θα απορήσει ευχάριστα και θα νιώσει (παραφράζοντας τον Σολωμό) «να ξανοίγονται ομπρός του αναπάντεχα μέρη αλλουνού κόσμου». Αυτή η αίσθηση της αποκάλυψης θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που δοκιμάζει ένα παιδί διαβάζοντας για πρώτη φορά ένα γοητευτικό παραμύθι και συνεπαίρνεται ή ένας έφηβος που ακούει για πρώτη φορά Μπαχ και μένει άφωνος. Κι ακόμη μια ξαφνική αίσθηση ότι, κατά την έκφραση του ποιητή, «μυριάδες δυνατότητες φρικιούν γύρω μας κι ούτε που καθόλου εγγίζουμε οι ηλίθιοι»{4}. Ο αναγνώστης του Μεγάλου σχεδίου δεν θα τα καταλάβει όλα, αλλά είναι βέβαιο ότι (υπό την προϋπόθεση πως είναι επαρκής και αξιοποιεί τις νοητικές του δυνάμεις, πρωτίστως τη φαντασία του) θα συλλάβει το νόημα της ιστορίας — γιατί αφήγηση τελικά διαβάζει ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, αφήγηση ιστοριών που συμποσούνται και καταλήγουν σε ένα καθοριστικό συμπέρασμα: ότι η πραγματικότητα που συνάγουμε από την καθημερινή μας εμπειρία δεν είναι η μόνη υπαρκτή• υπάρχουν και άλλες πραγματικότητες που μπορούν να φαίνονται εκ πρώτης όψεως απίθανες, παράλογες ή μυθώδεις, αλλά παρ’ όλα αυτά, μοιάζουν απολύτως εύλογες, όχι μόνο διότι στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα αλλά και διότι έχουν την πειστικότητα της δημιουργικής φαντασίας. Ο Μπλέηκ έλεγε πως καθετί που μπορεί να γίνει πιστευτό είναι μια εικόνα της αλήθειας.

Αλλά ας αφήσουμε προς το παρόν τους ποιητές και την ποίηση (μολονότι οι δεσμοί μεταξύ φυσικής και λογοτεχνίας είναι πολλοί — δύναμη φαντασίας, δημιουργική ερμηνεία φαινομένων, ακρίβεια, συστηματική προσφυγή σε μεταφορές, σύλληψη πολλαπλών κόσμων και εναλλακτικών όψεων της πραγματικότητας{5}) και ας συγκεντρωθούμε στο περιεχόμενο του βιβλίου. Έχοντας επίγνωση του κινδύνου να διολισθήσει τούτο το κείμενο σε εκλαΐκευση της εκλαΐκευσης, θα χρησιμοποιήσω κατά το δυνατόν τα ίδια τα λόγια των συγγραφέων, είτε αυτολεξεί είτε ενσωματώνοντάς τα στον λόγο μου.

Η ιστορία αρχίζει με τη μεγάλη επανάσταση που συνέβη στη φυσική επιστήμη στις αρχές του εικοστού αιώνα (1900-1930), και την εμφάνιση δύο θεωριών, της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής θεωρίας. Οι θεωρίες αυτές έφεραν τα πάνω κάτω στον τρόπο που συλλαμβάνουμε και ερμηνεύουμε τον κόσμο και τα φυσικά φαινόμενα και μπορούν να παραβληθούν με τη μεγάλη επανάσταση του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις καλές τέχνες που συνέβη στις ίδιες ακριβώς δεκαετίες. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ριζική ανατροπή εθισμών αιώνων ή και χιλιετιών. Ακόμη περισσότερο, οι νέες ανακαλύψεις στη φυσική ήρθαν σε ευθεία αντίθεση με τον κοινό νου, τις αισθήσεις και την εμπειρία μας (όπως αντίστοιχα τα έργα της Βιρτζίνια Γουλφ και του Τζέημς Τζόυς απαίτησαν την εκρίζωση παγιωμένων αναγνωστικών συνηθειών). Πώς μπορεί να συλλάβει ο νους ότι ο χωρόχρονος (έννοια που καθεαυτή, ως μία οντότητα, δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί) καμπυλώνεται από την επενέργεια της ύλης; Ότι η βαρύτητα καμπυλώνει και επιβραδύνει τον χρόνο; Η κβαντική φυσική αποκάλυψε ακόμη πιο απίθανα, «τρελά» πράγματα• ήταν σαν ο κόσμος Πίσω από τον καθρέφτη της Αλίκης να απέκτησε ξαφνικά υπόσταση πραγματική όχι πλασματική. Ήδη στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τους οι Hawking-Mlodinow σκιαγραφούν εύληπτα αυτές τις μεγάλες ανακαλύψεις:

«Σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το Σύμπαν, κάθε αντικείμενο διαγράφει καλώς ορισμένες τροχιές και διαθέτει μια συγκεκριμένη ιστορία. Μπορούμε να προσδιορίζουμε την ακριβή του θέση ανά πάσα στιγμή. Παρότι η εν λόγω περιγραφή αποδείχτηκε αρκετά επιτυχής στο πλαίσιο της καθημερινότητάς μας, τη δεκαετία του 1920 ανακαλύψαμε ότι αυτή η «κλασική» εικόνα δεν επαρκεί για την εξήγηση της ομολογουμένως αλλόκοτης συμπεριφοράς που παρατηρούνταν στις ατομικές και υποατομικές κλίμακες της ύπαρξης. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα να υιοθετήσουμε ένα διαφορετικό πλαίσιο, αυτό της κβαντικής φυσικής. [] Η κβαντική φυσική και η παραδοσιακή φυσική βασίζονται σε πολύ διαφορετικές αντιλήψεις περί φυσικής πραγματικότητας. Οι κβαντικές θεωρίες μπορούν να διατυπωθούν με πολλούς και ποικίλους τρόπους, ίσως όμως η πιο διαισθητικά προσιτή περιγραφή τους να δόθηκε από τον Dick Feynman. [] Σύμφωνα με τον Feynman, λοιπόν, ένα φυσικό σύστημα δεν χαρακτηρίζεται απλώς από μία ιστορία, αλλά από κάθε δυνατή ιστορία. Στην πορεία της αναζήτησής μας, θα εξηγήσουμε λεπτομερώς την προσέγγιση του Feynman και, με όχημα αυτήν, θα διερευνήσουμε την ιδέα ότι το ίδιο το Σύμπαν δεν έχει μία μοναδική ιστορία, ούτε καν μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Μια τέτοια ιδέα φαντάζει ριζοσπαστική, ακόμη και για πολλούς φυσικούς. Πράγματι, όπως και τόσες ακόμη αντιλήψεις από την επιστήμη της εποχής μας, μοιάζει να παραβιάζει την κοινή λογική.[] Θα αναφερθούμε και στον τρόπο με τον οποίο η θεωρία Μ [ένα δίκτυο επιμέρους θεωριών που συνιστούν μια τελική θεωρία των Πάντων] μπορεί να φωτίσει το ερώτημα της δημιουργίας του Σύμπαντος. Σύμφωνα με τη θεωρία Μ, μια πληθώρα από σύμπαντα δημιουργήθηκαν από το τίποτα. Η δημιουργία τους δεν προϋποθέτει την παρέμβαση μιας υπερφυσικής οντότητας, ενός θεού.»

Ας συγκρατήσουμε τις πολλαπλώς σημαίνουσες και πρωτοφανείς προτάσεις
«ένα φυσικό σύστημα δεν χαρακτηρίζεται απλώς από μία ιστορία, αλλά από κάθε δυνατή ιστορία»
«το ίδιο το Σύμπαν δεν έχει μία μοναδική ιστορία, ούτε καν μια ανεξάρτητη ύπαρξη»
«μια πληθώρα από σύμπαντα δημιουργήθηκαν από το τίποτα• η δημιουργία τους δεν προϋποθέτει την παρέμβαση μιας υπερφυσικής οντότητας, ενός θεού».

Πάνω σε αυτές τις συναρπαστικές υποθέσεις, σε αυτά τα στοιχεία που είναι πρωτάκουστα και προκλητικά για τον μέσο άνθρωπο και τον κοινό νου (ακόμη και για τούς φυσικούς), και που μοιάζουν μάλλον με μεταφυσικές ή μυθολογικές προτάσεις (κι ας στηρίζονται σε μαθηματικά και επιστημονικά δεδομένα), οικοδομείται το βιβλίο.

Σταδιακά ξετυλίγεται η απίθανη ιστορία της κβαντικής φυσικής, συχνά με χιούμορ αλλά πειστικά, αποκαλυπτικά, από έκπληξη σε έκπληξη. Την επιτροχάδην πραγμάτευση στο δεύτερο κεφάλαιο της σημασίας και της κυριαρχίας των φυσικών νόμων (αιτιοκρατία του Λαπλάς) ακολουθεί η διερεύνηση της φύσης της πραγματικότητας και κατά πόσο η «αντικειμενική πραγματικότητα» πιστοποιείται από τις παρατηρήσεις μας και τις μετρήσεις μας. Οι συγγραφείς υιοθετούν την ιδέα του «ρεαλισμού κατά το μοντέλο» - δηλαδή ότι μια φυσική θεωρία δεν είναι παρά ένα μοντέλο (μαθηματικού χαρακτήρα, γενικά) και ένα σύνολο κανόνων που συνδέουν τα στοιχεία του μοντέλου με τις παρατηρήσεις. Σύμφωνα με τον «ρεαλισμό κατά το μοντέλο», δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε κατά πόσον ένα μοντέλο είναι αληθινό, αλλά μόνο κατά πόσον συμφωνεί με τις παρατηρήσεις μας. Αν δύο μοντέλα συμφωνούν εξίσου με την παρατήρηση, τότε κανείς δεν μπορεί να πει ότι το ένα μοντέλο είναι περισσότερο αληθινό από το άλλο. Αυτή η ιδέα ενός ρεαλισμού που δεν είναι απόλυτος σύμφωνα με την τυπική έννοια της λέξης αλλά «κατά το μοντέλο» που εμείς κατασκευάζουμε, έχει μεγάλη σημασία στη μελέτη, στην αναγνώριση και στην παραδοχή ως «πραγματικών» όσων συμβαίνουν σε ατομικό και υπο-ατομικό επίπεδο. Τα ηλεκτρόνια δεν μπορούμε να τα δούμε με τα μάτια μας ή με μικροσκόπιο (δεν είναι καν «πράγματα» με την τρέχουσα έννοια της λέξης που βασίζεται στην καθημερινή παρατήρηση και εμπειρία)• συνάγουμε όμως την ύπαρξή τους από τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς και της δράσης τους και αυτή η «ύπαρξή» τους δεν είναι λιγότερο πραγματική από εκείνη που πιστοποιεί το μάτι μας. Το ίδιο και τα κουάρκ αποτελούν ένα μοντέλο που εξηγεί ικανοποιητικά τις ιδιότητες και τη συμπεριφορά των νουκλεονίων των ατόμων. Το φως συμπεριφέρεται τόσο ως σωματίδιο όσο και ως κύμα. Και τα δύο μοντέλα είναι εξίσου αξιόπιστα. Και επειδή η ανθρώπινη απλή γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει αυτά που συμβαίνουν στην υπο-ατομική και στη συμπαντική κλίμακα, προσφεύγουμε στη γλώσσα των μαθηματικών ή σε αναλογίες (συχνά προσφυείς, με τον τρόπο της λογοτεχνίας). Για να χρησιμοποιήσουμε και εμείς μια αναλογία: Ο κόσμος είναι ένα μεγάλο, πυκνό, πλούσιο, πολύσημο κείμενο. Η «πραγματικότητά» του είναι όπως η πραγματικότητα ή αλήθεια ενός κειμένου (της Αντιγόνης, του Άμλετ, της Δίκης, του Βασιλιά της Ασίνης ή των Νέων της Σιδώνος), είναι το σύνολο των διαφορετικών και ισοδυνάμως έγκυρων ερμηνειών του, οι οποίες αλληλοεπικαλύπτονται. Υπάρχει και στη λογοτεχνία μια Θεωρία Μ.

Προχωρώντας στην ανάγνωση του Μεγάλου σχεδίου, βήμα το βήμα οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό (και έχει μεγάλη σημασία) το ότι οι αλλόκοτοι νόμοι που κυβερνούν τον μικροσκοπικό και απρόσιτο στις αισθήσεις μας κόσμο των ατόμων, δεν θίγουν την ισχύ των φυσικών νόμων του δικού μας μακροσκοπικού κόσμου. Η κβαντική φυσική δεν καταργεί τον Νεύτωνα. Οι σχετικές σελίδες του βιβλίου είναι σαφείς (και καθησυχαστικές):

«Όσο παράξενο και αν ηχεί, υπάρχουν πλήθος περιστάσεων στην επιστήμη όπου μια μεγάλη συνάθροιση δείχνει να συμπεριφέρεται κατά τρόπο διαφορετικό από τα επιμέρους συστατικά μέρη της. Οι αποκρίσεις ενός και μόνο νευρώνα ελάχιστα πράγματα προμηνύουν για τις αντίστοιχες του ανθρώπινου εγκεφάλου• ούτε η γνώση της κατάστασης ενός μορίου νερού μπορεί να μας πει πολλά σχετικά με τη συμπεριφορά μιας λίμνης. Στην περίπτωση της κβαντικής φυσικής, οι φυσικοί ακόμη προσπαθούν να κατανοήσουν τις λεπτομέρειες σχετικά με την ανάδυση των νευτώνειων νόμων από το κβαντικό βασίλειο. Αυτό το οποίο γνωρίζουμε είναι ότι τα συστατικά μέρη όλων των αντικειμένων υπακούουν στους νόμους της κβαντικής φυσικής, ενώ οι νευτώνειοι νόμοι αποτελούν μια καλή προσέγγιση για την περιγραφή του τρόπου συμπεριφοράς των μακροσκοπικών αντικειμένων που απαρτίζονται από τα κβαντικά αυτά συστατικά. Οι προβλέψεις της νευτώνειας θεωρίας, λοιπόν, ταιριάζουν με την άποψη της πραγματικότητας που αναπτύσσουμε όλοι μας από την εμπειρία του κόσμου γύρω μας. Τα μεμονωμένα άτομα και μόρια, όμως, λειτουργούν κατά έναν τρόπο βαθύτατα διαφορετικό από εκείνον της καθημερινής μας εμπειρίας. Η κβαντική φυσική αποτελεί ένα νέο μοντέλο της πραγματικότητας και μας προσφέρει μια νέα εικόνα του Σύμπαντός μας. Πρόκειται για μια εικόνα στην οποία πολλές έννοιες, θεμελιώδεις για τη διαισθητική κατανόηση της πραγματικότητας, παύουν πλέον να έχουν νόημα.

Φαντάζομαι ότι στη φράση «οι φυσικοί ακόμη προσπαθούν να κατανοήσουν τις λεπτομέρειες σχετικά με την ανάδυση των νευτώνειων νόμων από το κβαντικό βασίλειο» κρύβεται ίσως ένα μελλοντικό θαύμα της επιστήμης, η δυνατότητα να μάθουμε κάποτε το σημείο ή μάλλον το άθροισμα όπου το «τρελό» γίνεται «λογικό», όπου οι πιθανολογικές κβαντικές πραγματικότητες αρχίζουν να μεταλλάσσονται για να γίνουν τελικά η δική μας γνώριμη, ενιαία και βέβαιη πραγματικότητα του φυσικού μας κόσμου. Η ίδια η λέξη ανάδυση με κάνει να υποθέσω (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι ενδεχομένως θα ανακαλύψουμε κάποτε την ύπαρξη ενός «μεταβατικού» σταδίου, μιας βαθμιαίας τιθάσευσης των απείθαρχων κβαντικών στοιχείων, μιας μετάβασης ανάλογης με τη μετάβαση στην ιστορία της εξέλιξης από το ανόργανο στο ενόργανο ή της ανάβασης των φθόγγων μέσω των συνδυασμών τους στο επίπεδο της πραγματικής γλώσσας - της λέξης, της φράσης, του ποιήματος, του μυθιστορήματος. Μπορεί οι αναλογίες μου να είναι ατυχείς, μπορεί να μην υπάρχει μεταβατικό στάδιο, μπορεί όλα να τελούνται ταυτοχρόνως, αλλά οδηγούμαι σε αυτές από αντίστοιχες αναλογίες που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς. Πότε ή μάλλον πώς η συνάθροιση μορίων νερού συμπεριφέρεται σαν λίμνη; Πότε και πώς το κβαντικό τείνει να γίνει νευτώνειο; Πόσο μεγάλο μπορεί να είναι το άθροισμα που διέπεται από κβαντικούς νόμους; (Ξέρουμε ότι τα μπάκιμπολ —μόρια αποτελούμενα από εξήντα άτομα άνθρακα— συμπεριφέρονται με κβαντικό τρόπο.) Οι συνθήκες της διαδικασίας της ανάδυσης μπορεί κάποτε να περιγραφούν λεπτομερέστερα. Η ακριβής χαρτογράφηση αυτού του ενδιάμεσου βασίλειου θα είναι το θαύμα θαυμάτων της μελλοντικής επιστήμης. (Αλλά μπορεί να μην υπάρχει ενδιάμεσο βασίλειο, η συνάθροιση καθαυτή μπορεί να αποτελεί τον μοναδικό όρο ενός αιφνίδιου άλματος. Ωστόσο, προσωπικά θα προτιμούσα τη δυνατότητα μιας μετάβασης. Δίνει πληρέστερο νόημα στην ιστορία, δένει την ιστορία. Και η διαβεβαίωση των συγγραφέων ότι οι πειραματικοί φυσικοί έχουν παρατηρήσει κβαντικά φαινόμενα και σε «σωματίδια» ολοένα αυξανόμενου μεγέθους και ότι οι επιστήμονες ελπίζουν κάποτε να επαναλάβουν τα πειράματα με ιούς, οι οποίοι δεν συνιστούν απλώς πολύ μεγαλύτερες οντότητες, αλλά και θεωρούνται από κάποιους ζωντανά πλάσματα, μου εξάπτει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον.)

Οι συγγραφείς του βιβλίου, μολονότι μας διαβεβαιώνουν ότι οι φυσικοί ακόμη προσπαθούν να κατανοήσουν αυτές τις λεπτομέρειες σχετικά με την ανάδυση των νευτώνειων νόμων από το κβαντικό βασίλειο, δεν μας διαφωτίζουν επαρκώς (η σύντομη ανάλυση στη σελίδα 98 αφήνει τον αναγνώστη ελαφρώς ανικανοποίητο). Μας αποκαλύπτουν όμως τα όσα ασύλληπτα τελούνται στην επικράτεια των κβάντων, σε ατομική και σε συμπαντική κλίμακα, με τρόπο εύληπτο, προσφεύγοντας συχνά σε αναλογίες. Και αφού μας καθησυχάσουν πληροφορώντας μας ότι ο κορυφαίος φυσικός Dick Feynman έγραψε κάποτε «Νομίζω πως μπορώ να πω με σιγουριά ότι ουδείς καταλαβαίνει την κβαντική μηχανική» (εμείς θα προσθέταμε ότι η απορία είναι γνώση, καθώς δίδαξε ο Σωκράτης), μας ξεναγούν στον θαυμάσιο κόσμο της σύγχρονης φυσικής με τρόπο που έχει την πειστικότητα της μυθοπλασίας και της ποίησης, τόσο όσο και της επιστήμης. Μας εξηγούν ότι οι νόμοι της Φύσης καθορίζουν τις πιθανότητες διαφόρων καταστάσεων στο μέλλον και στο παρελθόν αντί να τις καθορίζουν με βεβαιότητα• ότι το Σύμπαν δεν έχει ένα μοναδικό παρελθόν ή ιστορία, αλλά κάθε δυνατή ιστορία, καθεμιά με τη δική της πιθανότητα, και ότι οι εκ μέρους μας παρατηρήσεις της τρέχουσας κατάστασης του Σύμπαντος επηρεάζουν το παρελθόν του και καθορίζουν τις διαφορετικές ιστορίες του. Μας εξηγούν ακόμη ότι, βάσει της αρχής της αβεβαιότητας του Heisenberg,

δεν μπορεί να υπάρχει κενός χώρος. Και τούτο επειδή κενός χώρος σημαίνει ότι μηδέν είναι τόσο η τιμή του πεδίου όσο και ο ρυθμός μεταβολής του (διαφορετικά ο χώρος δεν θα παρέμενε κενός). Καθώς η αρχή της αβεβαιότητας δεν επιτρέπει στις τιμές του πεδίου και του ρυθμού μεταβολής του να είναι ακριβείς, ο χώρος δεν είναι ποτέ κενός. Μπορεί να βρίσκεται σε μια κατάσταση ελάχιστης ενέργειας και να χαρακτηρίζεται «πλήρες κενό», αλλά αυτή η κατάσταση θα κυριαρχείται από τα λεγόμενα κβαντικά «τρεμουλιάσματα» ή διακυμάνσεις κενού, όπου φευγαλέα σωματίδια και πεδία εμφανίζονται και εξαφανίζονται αδιάκοπα.

Και όπως δεν υπήρχε ποτέ κενό (ώστε να δημιουργηθεί από Κάποιον κάτι), έτσι, στο πολύ πρώιμο Σύμπαν, ο χρόνος, όπως τον γνωρίζουμε, δεν υπήρχε. Ο χρόνος συμπεριφερόταν σαν μία ακόμη διάσταση του χώρου. Όταν το Σύμπαν ήταν αρκετά μικρό (ένα Σύμπαν που, υποθέτουμε, δημιουργήθηκε αφεαυτού από τις κβαντικές διακυμάνσεις κενού) υπήρχαν πρακτικά τέσσερις διαστάσεις του χώρου και καμία του χρόνου. Η διαπίστωση ότι ο χρόνος συμπεριφέρεται σαν τον χώρο αναιρεί την παμπάλαια αντίρρηση περί υπάρξεως μιας αφετηρίας του Σύμπαντος, συνεπάγεται όμως ότι η αφετηρία αυτή υπακούει στους νόμους της επιστήμης – οπότε, δεν χρειάζεται να έχει τεθεί σε κίνηση από κάποιον θεό. H αυθόρμητη δημιουργία είναι ο λόγος που υπάρχει το Σύμπαν. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να επικαλεστούμε τον Θεό ως αρχικό πυροδότη του Σύμπαντος. Η αυθόρμητη δημιουργία είναι ο λόγος που υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα, αυτή είναι η αιτία της ύπαρξής μας.

Διαισθητικά, χωρίς να γνωρίζουν κβαντική φυσική αλλά κόβοντας δρόμο με τη νοημοσύνη, τη φαντασία τους και την ηθική τους ακεραιότητα, οδηγήθηκαν όσοι δηλώνουν άθεοι σε παρόμοια συμπεράσματα. Ευχάριστο και ενθαρρυντικό είναι το ότι η εμμονή στην αθεΐα ενισχύεται από τα δεδομένα της επιστήμης. Αλλά να μην υπεραισιοδοξούμε. Αντιγράφοντας τα λόγια του μεγάλου ρομαντικού ποιητή Σέλλεϋ, μπορούμε να πούμε ότι «μόνο σε ανθρώπους του πνεύματος και της επιστήμης απαντά η αθεΐα, διότι μόνον αυτοί εχθρεύονται τις πλάνες με τις οποίες έχουν μολυνθεί οι αγράμματοι και οι άξεστοι.»{6} Παράξενο πόσο απερίφραστα μιλούσαν εδώ και διακόσια χρόνια. Εμείς σήμερα λίγο-πολύ τα μασάμε, εν ονόματι του σεβασμού των πεποιθήσεων των άλλων (όποιες και αν είναι αυτές, όσο και αν προτρέπουν συχνά σε εγκληματικές πράξεις μεγάλης κλίμακας) και της ανοχής (ανοχής από μας πάντα, ποτέ από εκείνους).

Δεν θα επεκταθώ άλλο στο περιεχόμενο του Μεγάλου Σχεδίου. Θα κεντρίσω μόνο το ενδιαφέρον του επίδοξου αναγνώστη σημειώνοντας ότι η θεωρία Μ επιτρέπει την ύπαρξη 10{500} συμπάντων (ο αριθμός είναι το 1 ακολουθούμενο από πεντακόσια μηδενικά), το καθένα με διαφορετικούς νόμους. Το ερώτημα πώς και γιατί το δικό μας σύμπαν και η δική μας γη και η ζωή στον πλανήτη απαντάται στο βιβλίο ευφάνταστα όσο και πειστικά. Και θα επιστήσω την προσοχή στις τελευταίες σελίδες που αφορούν στο ιδιοφυές πείραμα προσομοίωσης «το Παιχνίδι της Ζωής» του John Conway, όπου από άλλο δρόμο, καθαρά νοητικό, καταλήγουμε στα ίδια συμπεράσματα: ότι ένα σύμπαν με θεμελιακούς, απλούς κανόνες και ελάχιστα στοιχεία μπορεί να εξελιχθεί αναπαράγοντας ολονέν και πολυπλοκότερα «αντικείμενα».

Κάτι τελευταίο. Είναι γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι μεγάλοι νεώτεροι φυσικοί έγραψαν βιβλία εκλαϊκευτικά της επιστήμης και των θεωριών τους. Γιατί; Μια πρώτη ερμηνεία θα ήταν ότι θέλησαν (και θέλουν) να γνωρίσει το ευρύ κοινό πράγματα που διαφορετικά θα του ήταν απρόσιτα. Ο λόγος της εκλαΐκευσης είναι άρα παιδευτικός. Αυτό είναι μια βάσιμη ερμηνεία. Μια άλλη βάσιμη ερμηνεία είναι ότι επιθυμούν να διορθώσουν παρερμηνείες των θεωριών τους που έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται από άσχετους «φιλοσόφους», θεολόγους και λοιπούς αναρμόδιους (έχουμε και στην καθ’ ημάς Ανατολή τέτοιους). Μια τρίτη ερμηνεία είναι ότι οι μεγάλοι αυτοί φυσικοί έχουν «συγγραφική φλέβα» και το πεδίο της γλώσσας είναι προνομιακό για να εκφράσουν τις ιδέες τους. Αλλά παράλληλα με αυτές τις ερμηνείες σκέφτομαι ότι ενδεχομένως υπάρχει και μια άλλη αιτία της προθυμίας για εκλαΐκευση. Ότι ακόμη και για τους ίδιους τους φυσικούς οι μαθηματικές εξισώσεις και η τεχνική γλώσσα δεν επαρκούν. Όταν μάλιστα τα πράγματα που ανακαλύπτουν είναι τόσο αλλόκοτα και εντελώς ξένα προς την καθημερινή «νευτώνειο» εμπειρία, τότε αποπειρώνται να τα βάλουν σε ανθρώπινη γλώσσα, να τα μεταφράσουν και να τα «εξανθρωπίσουν» κατά κάποιον τρόπο, να τα φέρουν στα μέτρα μας, με μεταφορές και αναλογίες, ώστε να τα συλλάβουν και οι ίδιοι καλύτερα. Ωσάν να μην τους φτάνουν τα μαθηματικά και οι επιταχυντές σωματιδίων, ωσάν να επιζητούν την επιβεβαίωση που μπορεί να παράσχει η κοινή γλώσσα και ο κοινός, αν και ευφυής, νους. Σε αυτήν την προσπάθεια εκλαΐκευσης επιδεικνύουν αξιοζήλευτη φαντασία, εφάμιλλη των ποιητών. Την ίδια φαντασία που τους ωθεί στις μεγαλοφυείς συλλήψεις τους.

...................................................................................................

1.
Στην προμετωπίδα του βιβλίου αναγράφονται ως συγγραφείς οι Stephen Hawking και Leonard Mlodinow (ο δεύτερος με γράμματα μικρότερου μεγέθους). Δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς ήταν η συμβολή του Mlodinow στη συγγραφή του βιβλίου και οποιαδήποτε εικασία θα ήταν παρακινδυνευμένη. Αλλά είναι άδικο, στη δημοσιογραφική κάλυψη του βιβλίου και σε σχετικές συζητήσεις, να μονοπωλεί ο Hawking την πατρότητα του Μεγάλου σχεδίου. Ο Mlodinow δεν είναι απλός επιμελητής (το βιβλίο έχει επιμελητές που αναγράφονται στη σελίδα των Ευχαριστιών). Να θυμίσουμε ότι ο Leonard Mlodinow είναι διακεκριμένος φυσικός, καθηγητής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας (Caltech), υπογράφει επίσης με μικρότερα γράμματα ως συν-συγγραφέας τη Σύντομη ιστορία του χρόνου του Hawking, και έχει ο ίδιος γράψει σημαντικά βιβλία, δύο από τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά: Το ουράνιο τόξο του Φάυνμαν (μετάφραση Δημοσθένης Κόντος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) και Το παράθυρο του Ευκλείδη (μετάφραση Βασίλης Σακελλαρίου, Εκδόσεις Κάτοπτρο).
2.
Συγχαρητήρια στο μεταφραστή Κώστα Σίμο και σε όλους τους συντελεστές αυτής της θαυμάσιας έκδοσης στα ελληνικά. Ακόμη και το πασίγνωστο δίστιχο του Αλεξάντερ Πόουπ “Nature and Nature’s laws lay hid in night: God said, Let Newton Be! and all was light” μεταφράζεται με έμπνευση: «Η Φύσις και της Φύσεως οι νόμοι, στον ζόφο της νυκτός. Και είπεν ο Θεός, «γενηθήτω Νεύτων»• και εγένετο φως!»
3.
The Times, 3 Σεπτεμβρίου 2010.
4.
Οδυσσέα Ελύτη, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας.
5.
Τις σχέσεις νεότερης φυσικής και λογοτεχνίας διερευνά το θαυμάσιο βιβλίο του John Canaday The Nuclear Muse: Literature, Physics and the First Atomic Bombs, University of Wisconsin Press, 2000. Να μην ξεχνάμε ότι η συνδυασμός φυσικής και λογοτεχνίας δημιούργησε ένα σημαντικό και τερπνό λογοτεχνικό είδος, το science fiction, που καλλιεργήθηκε από κορυφαίους συγγραφείς – από τον Λουκιανό μέχρι τη Μαίρη Σέλλεϋ, τον Έντγκαρ Άλαν Πόου, τον Ιούλιο Βερν και τον Χ. Τζ. Γουέλς. Αλλά και πολλοί φυσικοί είναι φανατικοί αναγνώστες της πιο «υψηλής» και απαιτητικής λογοτεχνίας. Εν προκειμένω μια λεπτομέρεια είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: Τα σωματίδια κουάρκ που συνδυάζονται για να σχηματίσουν αδρόνια (πρωτόνια και νετρόνια) ονομάστηκαν έτσι από έναν νεολογισμό που απαντά στο Finnegans Wake του Τζέημς Τζόυς. Ο Murray Gell-Mann, διακεκριμένος Αμερικανός φυσικός (Βραβείο Νόμπελ 1969) που ανακάλυψε τα κουάρκ, αφηγείται τη σχετική ιστορία: «Το 1963, όταν σκέφτηκα να δώσω το όνομα quark στα στοιχειώδη σωματίδια του νουκλεόνιου, είχα στον νου μου τον ήχο της λέξης αλλά όχι τη γραφή. Συνήθιζα να διαβάζω κάπου-κάπου σελίδες από τον Finnegans Wake του Τζέημς Τζόυς και μια μέρα έπεσα πάνω στη λέξη quark στη φράση “Three quarks for Muster Mark”». (Murray Gell-Mann, The Quark and the Jaguar: Adventures in the Simple and the Complex, Abacus, 1995, σ. 180.) Ενδιαφέρον είναι το ότι η λέξη ace που είχε προτείνει ο φυσικός George Zweig, ο οποίος την ίδια περίπου εποχή ανακάλυψε εκ παραλλήλου την ύπαρξη αυτών των σωματιδίων, δεν πέρασε. Η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε τη τζοϋσική λέξη.
6.
Percy Bysshe Shelley, A Refutation of Deism. Ο Σέλλευ ήταν 19 ετών όταν έγραψε αυτό το φυλλάδιο που του στοίχισε την οριστική αποβολή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

ΠΗΓΗ
https://lexilogia.gr/forum/showthread.php?8199-Hawking-Mlodinow-%CE%A4%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF-%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%86%CF%81%CE%B7-%CE%9C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BB%CE%AE