Η οικονομική κρίση και η ... ''ΑΝΑΚΑΜΨΗ'' -του μαγειρέματος και της δημιουργικής λογιστικής !!!




1. Πράσινα βλαστάρια ή απατηλή αυγή;
Χαράς ευαγγέλια για όσους υποστηρίζουν ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι δημιούργημα των media. Εδώ και αρκετό καιρό οι ειδήσεις που ακούμε είναι μονίμως ευχάριστες, με αποκορύφωμα την εντυπωσιακή μεταστροφή του κλίματος στα διεθνή χρηματιστήρια. Από τις αρχές Μαρτίου οι χρηματιστηριακοί δείκτες σημειώνουν παντού ραγδαία άνοδο. Και επειδή σύμφωνα με τους ειδήμονες τα χρηματιστήρια προεξοφλούν τις μελλοντικές εξελίξεις, δεν μπορεί παρά η πολυπόθητη ανάκαμψη να βρίσκεται προ των πυλών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ασφαλώς όχι. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις και σε περιόδους ύφεσης. Η άνοδος των τελευταίων μηνών, παρ΄ ότι εντυπωσιακή, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί πρόσκαιρη και να ακολουθηθεί από μια ακόμη εντονότερη διόρθωση. Δεν θα πρόκειται για ιστορική πρωτοτυπία. Κάτι ανάλογο συνέβη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα ανοιξιάτικα «πράσινα βλαστάρια της ανάκαμψης» για τα οποία μίλησε πρόσφατα ο Ομπάμα δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν και θα αποδειχθεί ότι ήταν μία ακόμη «απατηλή αυγή».
Χαράς ευαγγέλια για όσους υποστηρίζουν ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι δημιούργημα των media. Εδώ και αρκετό καιρό οι ειδήσεις που ακούμε είναι μονίμως ευχάριστες, με αποκορύφωμα την εντυπωσιακή μεταστροφή του κλίματος στα διεθνή χρηματιστήρια. Από τις αρχές Μαρτίου οι χρηματιστηριακοί δείκτες σημειώνουν παντού ραγδαία άνοδο. Και επειδή σύμφωνα με τους ειδήμονες τα χρηματιστήρια προεξοφλούν τις μελλοντικές εξελίξεις, δεν μπορεί παρά η πολυπόθητη ανάκαμψη να βρίσκεται προ των πυλών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ασφαλώς όχι. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις και σε περιόδους ύφεσης. Η άνοδος των τελευταίων μηνών, παρ΄ ότι εντυπωσιακή, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί πρόσκαιρη και να ακολουθηθεί από μια ακόμη εντονότερη διόρθωση. Δεν θα πρόκειται για ιστορική πρωτοτυπία. Κάτι ανάλογο συνέβη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα ανοιξιάτικα «πράσινα βλαστάρια της ανάκαμψης» για τα οποία μίλησε πρόσφατα ο Ομπάμα δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν και θα αποδειχθεί ότι ήταν μία ακόμη «απατηλή αυγή».
▅ Ελεύθερη πτώση
Για να δούμε αν ευσταθεί η άποψη ότι τα χειρότερα πέρασαν και η οικονομική ανάκαμψη καταφθάνει οσονούπω, οφείλουμε να εξετάσουμε όλα τα πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία στηρίζεται η σημερινή χρηματιστηριακή έκρηξη. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη το πρώτο τρίμηνο του 2009 ήταν χειρότερα από τα αντίστοιχα του τελευταίου τριμήνου του 2008, τα οποία είχαν επισήμως χαρακτηριστεί «εφιαλτικά». Η πιστωτική κρίση έχει μετεξελιχθεί στη χειρότερη παγκόσμια οικονομική ύφεση των τελευταίων ογδόντα ετών. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: δραστική περιστολή των καταναλωτικών και επενδυτικών δαπανών, κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, δραματική συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής και του ΑΕΠ, απογείωση της ανεργίας και της μερικής απασχόλησης. Ιδιαίτερα η Ιαπωνία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ και τα πολυδιαφημισμένα «θαύματα» της Ιρλανδίας και της Ανατολικής Ευρώπης καταποντίζονται με ρυθμούς Μεγάλης Υφεσης. Βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση και αγωνιούν αν θα ανοίξει εγκαίρως το αλεξίπτωτο της κρατικής αρωγής για να αποτραπεί η ανώμαλη προσγείωση.
▅ Μαγική εικόνα
Εν τω μεταξύ όμως κάποια πράγματα άρχισαν να αλλάζουν προς το καλύτερο, αρχής γενομένης από το διαλυμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ. Το πρώτο τρίμηνο αρκετές τράπεζες παρουσίασαν απρόσμενα θετικά αποτελέσματα χρήσεως (ακόμη και κέρδη ρεκόρ). Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη έξω από τους κύκλους των ειδικών. Οι ελεγκτικές αρχές ανέστειλαν προς το παρόν τα λογιστικά πρότυπα του 2006, που προβλέπουν αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού σε τιμές αγοράς και όχι σε τιμές κτήσης. Ξαφνικά και ως διά μαγείας τα απαξιωμένα τοξικά ομόλογα που λιμνάζουν αζήτητα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών εμφανίζονται στους ισολογισμούς με μια έμφυτη «φυσιολογική» αξία, πολύ μεγαλύτερη από την τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά. Κλασικό παράδειγμα μαγειρέματος και δημιουργικής λογιστικής. Χωρίς το λογιστικό αυτό τέχνασμα, οι περισσότερες τράπεζες θα είχαν παθητικό μεγαλύτερο του ενεργητικού, δηλαδή θα ήταν τεχνικά αφερέγγυες.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με το «τεστ κοπώσεως» στο οποίο υποβλήθηκαν υποχρεωτικά οι 19 μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν έχουν επαρκή κεφάλαια για να αντιμετωπίσουν το χειρότερο δυνατό σενάριο κρίσης. Το αποτέλεσμα έδειξε ότι το τραπεζικό σύστημα δεν ήταν σε τόσο κακή κατάσταση. Δέκα από τις τράπεζες αυτές είχαν συνολικό έλλειμμα 75 δισ. δολαρίων, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο, αλλά απολύτως εφικτό να αναπληρωθεί. Μόνο που και σε αυτή την περίπτωση η διαδικασία της δοκιμασίας εγείρει σοβαρές επιφυλάξεις. Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν ύστερα από αλλεπάλληλους γύρους σκληρών διαπραγματεύσεων με στόχο να συναινέσουν οι ελεγχόμενες τράπεζες! Για παράδειγμα, ο αρχικός έλεγχος είχε διαπιστώσει έλλειμμα 35 δισ. δολαρίων στη Citigroup, αλλά το νούμερο που ανακοινώθηκε τελικά ήταν 5,5 δισ. δολάρια. Οπως αντιλαμβάνεστε, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αρκούντως σκληρή και αξιόπιστη δοκιμασία.
▅ Η πραγματική ανάκαμψη
Είναι σίγουρο ότι η οικονομία επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ψυχολογία. Δεν είναι όμως μόνο ψυχολογία. Αισιοδοξία που δεν στηρίζεται σε πραγματικά οικονομικά δεδομένα είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, επειδή προκαλεί φούσκες που μοιραία κάποια στιγμή σκάζουν. Αναμφίβολα είναι πολύ θετικό που η πτώση αρχίζει να επιβραδύνεται. Αυτό πρέπει να μας κάνει λιγότερο απαισιόδοξους. Δεν αποκλείεται μετά το καλοκαίρι να πιάσουμε επιτέλους πάτο και να αρχίσει η σταθεροποίηση. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι η επιθετική οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να ασκείται με αμείωτη ένταση σε όλα τα μέτωπα, πράγμα καθόλου βέβαιο. Ως γνωστόν, η ΕΕ δεν συναινεί και έχει μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο της παγκόσμιας οικονομίας, σε επίδοξο λαθρεπιβάτη και ασήκωτο βαρίδι που καθυστερεί την παγκόσμια ανάκαμψη.
Αλλά ακόμη και αν στο δεύτερο εξάμηνο αρχίσει δειλά δειλά κάποια ισχνή βελτίωση, δεν θα την αισθανθούμε στην καθημερινή μας ζωή. Για μεγάλο διάστημα θα συνεχίσουμε να τη βιώνουμε ως σοβαρή ύφεση, τουλάχιστον από πλευράς απασχόλησης και ανεργίας. Η μεγάλη κοινωνική μάχη για την πραγματική ανάκαμψη θα ξεκινήσει μετά τη σταθεροποίηση. Η ανάκαμψη όμως αυτή προϋποθέτει πολιτική υποταγή των αγορών και αποκατάσταση της δημόσιας εξουσίας. Προϋποθέτει ένα κράτος που θα περιορίσει τον υπερτροφικό τραπεζικό τομέα και την ολέθρια «τιτλοποίηση» των σύγχρονων οικονομιών. Ενα κράτος που θα ενισχύσει τον κόσμο της εργασίας ώστε να περιοριστούν δραστικά οι εκρηκτικές εισοδηματικές ανισότητες. Και μια διακρατική συνεργασία ικανή να αποκαταστήσει την ασυμμετρία που χαρακτηρίζει το διεθνές εμπόριο (πόλωση μεταξύ ελλειμματικών-πλεονασματικών χωρών) και να χαλιναγωγήσει τις συνακόλουθες διεθνείς ροές κερδοσκοπικών κεφαλαίων, που μονίμως αποσταθεροποιούν την παγκόσμια οικονομία. Με άλλα λόγια, ένα κράτος οικονομικά ισχυρό και αποτελεσματικό, που θα οικοδομήσει τη σύγχρονη μεικτή οικονομία του 21ου αιώνα πάνω στα συντρίμμια του υπαρκτού σοσιαλισμού και του υπαρκτού καπιταλισμού...
Γιώργος Δουράκης
επίκουρος καθηγητής Πολ.Οικονομίας
Τμήμα Πολιτικών Επιστημών Α.Π.Θ.
ΒΗΜΑ 7/6/2009
***********************************
2.Προοπτικές ανάκαμψης
Εδώ και εβδομάδες είναι σε εξέλιξη μια προσπάθεια δημιουργίας αισιοδοξίας ως προς τις προοπτικές της κρίσης. Ωστόσο η αισιοδοξία αυτή σκοντάφτει κάθε τόσο στις πραγματικές εξελίξεις και προβλέψεις των διεθνών φορέων και οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΕΕ, ΕΚΤ κ.ά.). Με τις σημερινές συνθήκες είναι ορατό ότι οι παίκτες της αγοράς προσπαθούν να δημιουργήσουν «κλίμα» για να μπορέσουν να ξαναρχίσουν τα χρηματιστηριακά παιχνίδια και τις επενδύσεις σε νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Εδώ και εβδομάδες είναι σε εξέλιξη μια προσπάθεια δημιουργίας αισιοδοξίας ως προς τις προοπτικές της κρίσης. Ωστόσο η αισιοδοξία αυτή σκοντάφτει κάθε τόσο στις πραγματικές εξελίξεις και προβλέψεις των διεθνών φορέων και οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΕΕ, ΕΚΤ κ.ά.). Με τις σημερινές συνθήκες είναι ορατό ότι οι παίκτες της αγοράς προσπαθούν να δημιουργήσουν «κλίμα» για να μπορέσουν να ξαναρχίσουν τα χρηματιστηριακά παιχνίδια και τις επενδύσεις σε νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Η κατασκευή αισιόδοξων μηνυμάτων όταν η οικονομική πραγματικότητα δεν δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση, προκειμένου να δημιουργηθεί αισιοδοξία που από μόνη της θα αλλάξει τις οικονομικές συμπεριφορές, είναι μια επικίνδυνη άσκηση. Επικίνδυνη, γιατί σχοινοβατεί μεταξύ επιτυχίας και παραπλάνησης. Επειτα όμως από την οικτρή διάψευση των αισιόδοξων προβλέψεων, που στην ίδια λογική υποστήριζαν από το φθινόπωρο του 2007 ότι στο πρώτο ή δεύτερο τρίμηνο του 2008 η κρίση θα είχε ξεπεραστεί, θα περίμενε κανείς να ισχύσει η αρχή του learning from failure, δηλαδή «μαθαίνω από τις αποτυχίες μου»- τόσο για τους παίκτες όσο και για τα θύματά τους. Βλέποντας τα πραγματικά δεδομένα, διαπιστώνει κανείς ότι η ύφεση του 2009 αναμένεται να οδηγήσει σε μια κατάσταση περίπου μηδενικής μεγέθυνσης το 2010, με υψηλότερη ανεργία και περαιτέρω κάμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Φαίνεται ότι η πτώση επιβραδύνεται, το χαμηλό σημείο της χρηματοοικονομικής κρίσης είναι μάλλον ορατό, ότι χώρες όπως η Κίνα και κάποια άλλα τμήματα της διεθνούς οικονομίας δείχνουν προοπτικές μιας δειλής ανάκαμψης. Ορισμένα πρόσθετα μηνύματα είναι ενθαρρυντικά, είναι όμως σποραδικά, εξαιρετικά ρευστά και έρχονται σε αντίθεση με άλλους δείκτες, προβλήματα και εκτιμήσεις.
Το βέβαιο είναι ότι, σήμερα, καμιά πρόβλεψη δεν στηρίζεται ακόμη σε στέρεο έδαφος και μπορεί να διαψευστεί και αυτή, όπως πολλές άλλες, από το 2007 ως σήμερα. Το βέβαιο επίσης είναι ότι διάφορες χρηματιστηριακές εξελίξεις μπορεί να αντανακλούν είτε μια θετική προοπτική είτε την αρχή μιας νέας φούσκας που προετοιμάζουν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, ιδιαίτερα γύρω από τις πρώτες ύλες και το πετρέλαιο, όταν ακόμη η χρηματοοικονομική αγορά λειτουργεί με το χρεοκοπημένο ρυθμιστικό κενό που έκανε το σύστημα ευάλωτο και επικίνδυνα ασταθές. Τελικά η παγκόσμια ανάκαμψη δεν θα προκύψει ούτε από τις εξελίξεις στην Κίνα ούτε από επικοινωνιακές ενέσεις αισιοδοξίας. Θα προκύψει όταν η πραγματική οικονομία στις ισχυρές χώρες αρχίσει να απομακρύνεται από τα χαμηλά επίπεδα στα οποία συρρικνώνεται σήμερα. Η πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι θολή και η έξοδος από την ύφεση, όπως και το αποτέλεσμα, θα εξαρτηθεί τόσο από τα εξαιρετικά έντονα σημερινά προβλήματα της οικονομίας όσο και από το πολιτικό μάνατζμεντ και τη διαχείριση της κρίσης, που ακόμη είναι αποσπασματικά ή και άγνωστα. Η πολιτική έχει να απαντήσει σε τρία μεγάλα προβλήματα σε σχέση με την ανάκαμψη και τη μετάβαση σε μια μετά την κρίση εποχή.
Το πρώτο αφορά τα δημοσιονομικά, τα οποία έχουν πάρει οδυνηρές διαστάσεις και θα καθορίσουν τις οικονομικές επιδόσεις και τις πολιτικές επιλογές για περισσότερα χρόνια. Το δεύτερο αφορά την ανταγωνιστικότητα, η οποία ήδη πριν από την κρίση είχε επιδεινωθεί σημαντικά, συμπιέζοντας προς τα κάτω τους ρυθμούς μεγέθυνσης. Πίσω από αυτήν κρύβεται η άρνηση της πολιτικής να λειτουργήσει με τους κανόνες της ΟΝΕ. Το τρίτο αφορά την ανάγκη πολιτικών πραγματικού εξορθολογισμού και μεταρρυθμίσεων σε περισσότερους τομείς, με κορυφαίο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τη λειτουργία της πολιτικής εξουσίας. Ενα σύστημα όπου συνδυάζονται ταυτόχρονα εκτεταμένη διαφθορά, ανικανότητα, παραλογισμός και αβυσσαλέα κενά πολιτικού πραγματισμού για τα «συλλογικά συμφέροντα» της χώρας βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με κρίσιμα εμπόδια στην πορεία για μια έξοδο από την κρίση.
Η υπέρβαση της σημερινής κρίσης δεν μπορεί να στηριχθεί πλέον στη νοσηρή αύξηση της δημόσιας και της ιδιωτικής κατανάλωσης με εξωτερικό δανεισμό. Απαιτούνται επενδύσεις που θα βελτιώσουν την παραγωγική ικανότητα και την ανταγωνιστικότητα, με έμφαση στην εκπαίδευση, τις υποδομές, τα ποιοτικά στοιχεία της παραγωγής, την καθολική ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στις οικονομικές διαδικασίες, το θεσμικό πλαίσιο και τη δυνατότητα παραγωγικών πρωτοβουλιών «από τα κάτω», όλα αυτά απαλλαγμένα από την ασφυκτική γραφειοκρατική και πολιτική παρέμβαση και διαφθορά. Η εξωστρέφεια, οι εξαγωγές, η σύνδεση με τη δυναμική των διεθνών αγορών και τις διεθνείς επενδύσεις αποτελούν στόχους που έχουν τεθεί στο περιθώριο. Ξένες επενδύσεις αντί να έρχονται, φεύγουν, όπως στη δεκαετία του 1970 και του 1980. Στην ουσία, για να μετατραπεί η αισιοδοξία σε πραγματικότητα απαιτούνται «αλλαγές υποδείγματος» (paradigm shift). Το παραγωγικό σύστημα ήταν ο μεγάλος χαμένος μιας μακράς περιόδου, στη διάρκεια της οποίας στην άσκηση πολιτικής κυριάρχησαν τα χρηματιστηριακά deals, οι ιδιωτικοποιήσεις με στόχο τα κέρδη των παικτών και όχι την παραγωγική και ανταγωνιστική αναδιάρθρωση, η έμφαση σε μια πλασματική οικονομία. Χωρίς μια μετατόπιση της έμφασης στο τι, πόσο και πώς παράγουμε στον σημερινό κόσμο, ο μεγάλος κίνδυνος είναι να βγει η διεθνής οικονομία από την κρίση και η Ελλάδα να περιστρέφεται γύρω από τα ελλείμματα, τον πληθωρισμό, τα έκτακτα μέτρα, μια άτυπη στάση πληρωμών του κράτους στο εσωτερικό (για φάρμακα, ιατρική φροντίδα, συντάξεις, σχολεία, μισθούς) και τον συνεχή στιγματισμό και απαξίωση της χώρας και των συμφερόντων της στην ευρωζώνη, στις διεθνείς αγορές και στη διεθνή σκηνή συνολικότερα. Με άλλα λόγια οι πολιτικές της περιόδου αυτής θα είναι πολύ περισσότερο καθοριστικές για τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας απ΄ ό,τι οι διεθνείς τάσεις ανάκαμψης.
Τάσος Γιαννίτσης
καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός.
ΒΗΜΑ 7/6/2009
**********************************
3.Μεταθέτουμε τα προβλήματα στο μέλλον
Από τα μέσα Μαρτίου, και εν μέσω αυξανόμενης ανεργίας και χρεοκοπιών, τα διεθνή χρηματιστήρια έχουν ανακάμψει σημαντικά, ενώ οι δείκτες εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων σταμάτησαν την ελεύθερη πτώση τους. Η ρευστότητα επανέρχεται στη διατραπεζική αγορά και στην αγορά εμπορικών χρεογράφων, οι τράπεζες επανακτούν τη δυνατότητα έκδοσης ομολόγων και μετοχικού κεφαλαίου, ενώ τα περιθώρια των επιτοκίων δανεισμού των αναδυόμενων χωρών μειώνονται. Η υψηλή διακύμανση στις αγορές μειώνεται, οι τιμές του πετρελαίου, των μετάλλων και των ναύλων ακολουθούν ανοδική πορεία και η θετική καμπύλη αποδόσεων δείχνει ότι οι αγορές ομολόγων προεξοφλούν μελλοντική ανάκαμψη των οικονομιών.
Η δραματική αυτή αλλαγή στο κλίμα της αγοράς- που βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την πραγματική οικονομία- οφείλεται στην επιτυχή παρέμβαση των αρχών, με προεξάρχουσες κυρίως δύο αποφάσεις τους. Η πρώτη ήταν η χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου από το G20 κατά 1 τρισ. δολάρια, ώστε να μπορεί να στηρίζει χώρες με προβλήματα, και η δεύτερη ήταν η εκτέλεση και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων τεστ κοπώσεως στις 19 μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα αυτά, αν και επικρίθηκαν έντονα ότι υποεκτιμούν τα προβλήματα, έδωσαν μια αίσθηση ασφάλειας στις αγορές ότι το πρόβλημα έλλειψης επαρκών κεφαλαίων μπορεί να λυθεί,
ότι η καταστροφή στις αγορές θα αποφευχθεί.
Τελείωσε λοιπόν η χρηματοοικονομική κρίση ή οι αγορές υπεραντιδρούν, υποεκτιμώντας το δράμα της οικονομίας και προεξοφλώντας μια πολύ γρήγορη ανάκαμψη; Πιστεύω ότι ξεπεράσαμε την πιθανότητα άμεσης κατάρρευσης των αγορών, αλλά πολλά προβλήματα τα κουκουλώσαμε και τα σπρώξαμε στο μέλλον με την ελπίδα ότι θα λυθούν από μόνα τους σταδιακά σε ένα πιο ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον. Η οποιαδήποτε λοιπόν ανάκαμψη θα είναι αναιμική και θα τελεί πάντα
υπό την αίρεση μιας πιθανής νέας επιδείνωσης της αγοράς.
Πιο συγκεκριμένα, το τραπεζικό πρόβλημα στις ΗΠΑ είναι μεγαλύτερο από αυτό που επίσημα ανακοινώνεται. Οι αρχές άλλαξαν τη νομοθεσία των λογιστικών προτύπων, επιτρέποντας στις τράπεζες να κρύβουν τις ζημιές τους έως την ημερομηνία λήξης των περιουσιακών στοιχείων, των οποίων οι τιμές έχουν μειωθεί δραματικά. Στη συνέχεια, τα τεστ κοπώσεως υπέθεσαν μια μεγάλη κερδοφορία το 2009 και το 2010, από την οποία αναμένεται να αντληθούν κεφάλαια ώστε να καλυφθούν οι επερχόμενες ζημιές. Στην Ευρώπη δεν μπήκαμε καν στη διαδικασία των τεστ κοπώσεως, με μόνη εξαίρεση τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία σε μια προσπάθεια μεταχρονολόγησης των τραπεζικών ζημιών ανακοίνωσε τη δημιουργία «κακών τραπεζών» που θα δέχονται τα ζημιογόνα στοιχεία των τραπεζών, τιμολογώντας τα στο αυθαίρετο ποσοστό του 90% της αρχικής αξίας τους. Ετσι και εκεί ο κίνδυνος παραμένει. Παρενθετικά, υπενθυμίζω ότι η Ελλάδα δεν έχει τραπεζικό πρόβλημα και αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση στη σημερινή κρίση. Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών είναι η ισχυρότερη στην Ευρώπη, ενώ τα περιουσιακά τους στοιχεία είναι καθαρά, χωρίς τοξικά προϊόντα. Ο ισχυρός τραπεζικός τομέας είναι και μια κύρια αιτία που η ύφεση άργησε να φτάσει στην Ελλάδα.
Βραχυπρόθεσμα, τα επιτόκια παρέμβασης της Fed θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε να επιτρέψουν στο δανεισμένο νοικοκυριό να μπορέσει να αποπληρώσει τις δόσεις του και στις τράπεζες να επιστρέψουν στην υγιή κερδοφορία ώστε να μην παραταθεί η κρίση. Εφόσον τελικά ξεφύγουμε από την κρίση, μεσοπρόθεσμα θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα ενός υψηλότερου πληθωρισμού, πιθανόν της τάξεως του 5%7%. Τα μεγάλα δημόσια χρέη προσφέρουν στις κυβερνήσεις πληθωριστικό κίνητρο ώστε να διευκολύνεται η αποπληρωμή τους, η σημερινή οικονομική και κοινωνική κρίση κάνει τη μελλοντική καταπολέμηση του πληθωρισμού πολιτικά πολύ πιο δύσκολη, ενώ και από τεχνικής άποψης η υπάρχουσα υπερπροσφορά ρευστότητας και οι διαστρεβλωμένοι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών έχουν φυτέψει τον σπόρο του μελλοντικού πληθωρισμού.
Στην επόμενη πενταετία ή δεκαετία η παγκόσμια οικονομία θα αναπτύσσεται με χαμηλότερους ρυθμούς από ό,τι στο παρελθόν. Ο αμερικανός καταναλωτής θα σταματήσει να είναι ο αγοραστής των κινεζικών, ιαπωνικών ή γερμανικών προϊόντων, καθώς οι ρυθμοί αποταμίευσης στις ΗΠΑ αναγκαστικά θα αυξηθούν. Το κενό αυτό στην παγκόσμια ζήτηση είναι δύσκολο να αναπληρωθεί από την εσωτερική ζήτηση στην κινεζική οικονομία, η οποία ταλαιπωρείται από σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, στην ινδική, η οποία παραμένει κλειστή, στη ρωσική, η οποία βασίζεται μονοδιάστατα στον τομέα της ενέργειας, ή στην ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία παραδοσιακά τρέχει με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και με υστέρηση. Συγχρόνως, τα μεγάλα δημοσιονομικά χρέη, που φέρνει η κρίση, αναμένεται να αποθαρρύνουν τη μελλοντική περαιτέρω επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, ενώ τα ασφάλιστρα κινδύνου στα επιτόκια θα είναι υψηλότερα από αυτά της προ κρίσης περιόδου, μειώνοντας τους ρυθμούς των επενδύσεων. Τέλος, η παγκόσμια κρίση δεν συνδέεται με τις ελληνικές αυτόχθονες μακροχρόνιες ανισορροπίες, που έχουν γίνει εμφανείς στο υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος και στο τεράστιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Η κρίση, όμως, σε συνδυασμό με τις ανισορροπίες φέρνει πολύ πιο κοντά μας την πιθανότητα μακροχρόνιας στασιμότητας της οικονομίας και απόκλισης αντί για σύγκλιση με τις αναπτυγμένες οικονομίες της ευρωζώνης. Η μόνη χαραμάδα αισιοδοξίας είναι το γεγονός ότι η κρίση φαίνεται να μας αφυπνίζει από τον λήθαργο της ασπίδας της ΟΝΕ, πολίτες και πολιτικούς.
Γκίκας Α. Χαρδούβελης
καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς
και οικονομικός σύμβουλος του ομίλου Εurobank ΕFG
(Η εικονογράφηση και ο τίτλος της ανάρτησης έγιναν με ευθύνη του Ivos 2)