Το εικονικό κράτος και οι πολίτες του...

Προσέχτηκε και σχολιάστηκε ευρύτερα η παρατήρηση του διαπρεπούς Βρετανού πανεπιστημιακού δασκάλου Πολ Κένεντι, ότι «η αχίλλειος πτέρνα μας, εδώ στην Ελλάδα, είναι η έλλειψη ανεξάρτητης Δικαιοσύνης που να τιμωρεί τους διεφθαρμένους» («Η Καθημερινή της Κυριακής», 24 Μαΐου).
Από εκεί ξεκινάει το πάγιο ελληνικό έλλειμμα αξιόπιστου κράτους. Από την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης ο Ελληνισμός, επί 22 αιώνες, δεν λειτούργησε σχεδόν ποτέ ως οργανωμένη πολιτεία δικαίου. Για την κάτω του Ολύμπου Ελλάδα τα βυζαντινά χρόνια, η Φραγκοκρατία και η Τουρκοκρατία συγκροτούν ατέλειωτους σκοτεινούς αιώνες μαρασμού και εξαθλίωσης. Υποτίθεται ότι με την Επανάσταση του '21 θα δημιουργούσαμε κράτος ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Υπήρξαν σχετικές ευκαιρίες, αλλά τις καταστρέψαμε οι ίδιοι: με τη δολοφονία του Καποδίστρια, την αποπομπή του Τρικούπη, τον εθνικό διχασμό μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, με τον εμφύλιο πόλεμο μετά τη γερμανική Κατοχή. Η κομματική πελατειακή νοοτροπία και η διαφθορά κατέστρεψαν, τέλος, και τις άλλες δύο ευκαιρίες, δηλαδή της Μεταπολίτευσης το 1974, και της Αλλαγής το 1981. Κορυφαίο κρούσμα εκτραχηλισμού υπήρξε η πρόσφατη αιφνίδια περάτωση της βουλευτικής συνόδου, με εμφανή τον στόχο της παραγραφής των αδικημάτων υπόλογων υπουργών. Κάτι που κάνει φανερή την προτεραιότητα της ανάγκης να διασφαλιστεί κάποτε η αξιόπιστη λειτουργία συστήματος της ενώπιον ανεξάρτητων δικαστών λογοδοσίας των διαχειριστών της εξουσίας. Επί του παρόντος, η μόνη ενδεχόμενη κύρωση είναι η εκλογική αποδοκιμασία και η προσωρινή απομάκρυνση από τη διαχείριση των άθλιων δημόσιων οικονομικών. Κατά τη διάρκεια αυτού του μεταβατικού διαστήματος, οι μνήμες των πολιτών αμβλύνονται και τελικώς οι εκάστοτε (συνήθως πριν από δύο βουλευτικές περιόδους) αποδοκιμασθέντες αναβαπτίζονται σε αδιάλλακτους τιμητές των διαδόχων τους, αναφορικά με τη χρηστή άσκηση της εξουσίας, που πάντα διαλαλείται προεκλογικώς και -φευ- λησμονείται μετεκλογικώς, ασφαλώς με τη συνένοχη ιδιοτέλεια των απαιτητικών ψηφοφόρων, και ιδίως όσων διακρίθηκαν προεκλογικώς ως κεκράκτες. Αλλ' αυτό το αέναο παιχνίδι δεν αφήνει περιθώριο προσδοκίας κάποτε να οργανωθεί και ο δικός μας τόπος σε μικρό μεν, αλλ' ορθολογικό κράτος δικαίου, λ.χ. σαν τη Δανία και τη Φινλανδία.
Κράτος δεν υπάρχει δίχως τις αναστολές που ο αυτοσεβασμός θα όφειλε να υπαγορεύει σε εξουσιαζόμενους και επαγγελματίες εξουσιαστές. Διαφορετικά, είναι πρόδηλη η ανάγκη της λειτουργίας αξιόπιστα ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, που να ελέγχει πρωτίστως τη δημόσια εξουσία και τους διαχειριστές της. Αλλ' ανεξάρτητη Δικαιοσύνη σημαίνει απεμπλοκή της επαγγελματικής εξέλιξης των δικαστών από τις αδιαφανείς επιλογές του εκάστοτε υπουργικού συμβουλίου. Οσο οι δικαστές θα ωθούνται σε πελατειακή σχέση με τα κόμματα εξουσίας, είτε για τις προαγωγές τους είτε για τη μετά τη συνταξιοδότηση αξιοποίησή τους σε υψηλόμισθες κρατικές θέσεις, έξω από τον υπαλληλικό κορμό, φυσικό είναι κάθε κόμμα άνετα να διαθέτει τους σπουδαιοφανείς πρόθυμους για καταστρατήγηση της νομιμότητας. Αλλ' ακόμη κι αν η Ελλάδα θ' αποκτούσε απογαλακτισμένη από το κομματικό μίασμα Δικαιοσύνη, αυτό δεν θ' αρκούσε. Χρειάζεται και αξιόπιστο σύστημα λογοδοσίας των διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας. Αν η αθηναϊκή δημοκρατία παρέμεινε ορόσημο δραστικής λειτουργίας δημοκρατικού κράτους δικαίου, αυτό οφείλεται στο αυστηρό σύστημα δικαστικού ελέγχου της κρατικής εξουσίας διαμέσου του απαρέγκλιτου αποκλεισμού από νέα θητεία οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού, πριν από τη δικαστική έρευνα της λογοδοσίας του. Στα καθ' ημάς αυτό θα σήμαινε κατάφαση μεν της ασυλίας κάθε πολιτικού προσώπου, ενόσω διαρκεί η βουλευτική περίοδος για την οποία εξελέγη, αλλ' ο περαιτέρω αποκλεισμός όλων ως υποψηφίων βουλευτών για την αμέσως επόμενη βουλευτική περίοδο, στη διάρκεια της οποίας θα έπρεπε να εκδικάζονται ακωλύτως από τα κοινά δικαστήρια οι τυχόν καταγγελίες μηνυτών. Φυσικά, προοπτική τέτοιας συνταγματικής μεταρρύθμισης δεν υπάρχει. Γι' αυτό και δεν λείπουν οι πολίτες με αυτοσεβασμό και περίσκεψη, που αποστρέφουν το πρόσωπο από τις δημόσιες εξελίξεις. Και επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, δεν παύουν να προσδοκούν τη σύγχρονη ανάσταση των νεκρών, με τη μορφή κάποιας γενικότερης αφύπνισης και εναντίωσης. Ως τότε, θα διαιωνίζεται η κωμικοτραγική εκδοχή του ελληνικού κράτους της αρπαχτής, παρ' όσες τεκμηριωμένες επισημάνσεις κάποιων αξιόπιστα προβληματιζόμενων πολιτών - απελπιστικά λίγων σε αριθμητική δύναμη, ώστε να χάνονται στη μοναξιά του αυτοσεβασμού τους.
Ας δούμε την πραγματικότητα κατάματα: Δεν έχουμε κράτος δικαίου. Υπάρχουν όμως αμέτοχες προσωπικότητες, με διεθνή ακτινοβολία του επιστημονικού έργου τους, ανέγγιχτου από τον ζόφο της ελλαδικής πολιτικής. Και ακριβώς σ' ένα τέτοιο υπόδειγμα, με ευρύτατη διεθνή αποδοχή, θα ήθελα επωνύμως ν' αναφερθώ: στον καθηγητή Βασίλη Μαρκεζίνη, που τον τελευταίο καιρό, μετά τη συνταξιοδότησή του από τα διδακτικά έργα του στα σημαντικότερα πανεπιστήμια Ευρώπης και Αμερικής, διαθέτει όλο και περισσσότερο χρόνο περίσκεψης και λόγου για τη χώρα του και για τα προβλήματά της. Ο αναγνώστης που θα είχε ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα για τη σκέψη του καθηγητή Βασίλη Μαρκεζίνη, θ' άξιζε να διαβάσει ένα πρόσφατο βιβλίο του που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λιβάνη»: «Σκιές από την Αμερική - άρθρα και δοκίμια πάνω στον σύγχρονο αμερικανικό επεκτατισμό». Κάποιο δείγμα γραφής αναφέρεται σ' εκείνον τον διανοούμενο, που κατόρθωσε και απόστρεψε το πρόσωπο από τα κοσμικά γεγονότα, έτσι που ήδη να του είναι αδύνατο «να προσκολληθεί σε μια δοξασία, ιδέα, ιδεολογία, σε ένα πολιτικό κόμμα ή πολιτισμό, θυσιάζοντας την ελευθερία της σκέψεως, της εκφράσεως και της επιλογής μεταξύ αμιλλωμένων αξιών και συστημάτων» (σελ. 36), καθώς «μόνο με τη συνεχή ανησυχία μπορεί κανείς να αποδείξει» (ή ίσως, κατά τη γνώμη μου, ακριβέστερα, να βιώσει) την πραγματική του αξία (σελ. 39), με σταθερή την παραδοχή ότι «το κράτος ποτέ δεν είναι η λύση [των αδιεξόδων μας]. Είναι πάντοτε το πρόβλημα» (σελ. 41), ενώ εξάλλου «οι αλλαγές στην κοινωνία και στην πολιτική είναι κυκλικές» (σελ. 43), κατά τη διδασκαλία του Ηράκλειτου. Με το επιμύθιο: «Οταν έχεις την τύχη της ευλογίας μιας μακράς ζωής στοχασμών και ενατενίσεων, έχεις φτάσει στο σημείο να αντιλαμβάνεσαι, πόσο εύκολο είναι να σφάλλεις, πόσα λάθη κάνουμε όλοι, ακόμη και εκείνοι που έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση από εμάς. Ετσι, δεν έχει τόση σημασία εάν ο αναγνώστης μου τελικά θεωρήσει ότι σφάλλω στις διαπιστώσεις μου ή απλώς διαφωνήσει με τις ερμηνείες μου. Αυτό που περισσότερο με ενδιαφέρει ως συγγραφέα είναι ότι του προσέφερα την ευκαιρία να προβληματιστεί πάνω στα θέματα που με απασχολούν και που ίσως θα έπρεπε να απασχολούν κι αυτόν» (σελ. 45).
ΚΩΣΤΑΣ Ε. ΜΠΕΗΣ
Αντιγραφή από ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 3/6/2009
(Η εικονογράφηση έγινε με ευθύνη του Ivos 2)