Αβδούλ Χαμίτ:Ο καταραμένος σουλτάνος ...


«Ο Αβδούλ Χαμίτ καθισμένος στα τρόπαια της βασιλείας του».
Γερμανική γελοιογραφία του 1909

Αβδούλ Χαμίτ:
 Ο καταραμένος σουλτάνος

Η ζωή ενός ηγεμόνα που συνδέθηκε με ιστορίες αίματος και οργίων, με τους διωγμούς των Αρμενίων, με τις μεταρρυθμίσεις στην αυτοκρατορία του, αλλά και με τη Θεσσαλονίκη, όπου εξορίστηκε, έκπτωτος πια, την άνοιξη του 1909

«Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ευρίσκεται εις την πόλιν μας» είναι η έκτακτη είδηση που διαλαλούν οι εφημεριδοπώλες της Θεσσαλονίκης στα σοκάκια της πόλης το απόγευμα της 15ης/28ης Απριλίου 1909. Ο 28ος σουλτάνος από την Αλωση της Πόλης, γνωστός με το προσωνύμιο «Κόκκινος σουλτάνος», υπεύθυνος για τη μεγάλη σφαγή των Αρμενίων το 1896 και για τις δολοφονίες χιλιάδων αντιφρονούντων, ήταν πλέον ένας ανίσχυρος κρατούμενος στα χέρια των επαναστατών Νεοτούρκων. Το χρονικό της φυλάκισής του στις εκτάσεις της βίλας Αλλατίνη στη Θεσσαλονίκη αφηγείται στον τόμο Ο κόκκινος σουλτάνος ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Βασίλης Ι. Τζανακάρης.



Η αφήγηση αρχίζει εξ απαλών ονύχων και παρακολουθεί την ανάρρηση του νεαρού πρίγκιπα στον θρόνο των Οσμανιδών, τις ανασφάλειες και τους φόβους του, τις εμμονές του και την απολυταρχική διακυβέρνησή του. Κάθε ύποπτος στασιασμού, κάθε εχθρός εξοντώνεται. Μετά την επικράτηση του κινήματος των Νεοτούρκων αναγκάζεται να παραχωρήσει σύνταγμα. Ομως οι κινηματίες, που ζητούν ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, δεν τον εμπιστεύονται. Την άνοιξη του 1909 τον ανατρέπουν και τον μεταφέρουν με την οικογένειά του και τους υπηρέτες του, σιδηροδρομικώς και με ισχυρή στρατιωτική συνοδεία, από την Κωνσταντινούπολη στο πολιτικό κέντρο τους στη Θεσσαλονίκη.


Ο τέως σουλτάνος θα παραμείνει σε κατ' οίκον περιορισμό στην έπαυλη Αλλατίνη ως το 1912 και θα ερεθίσει την περιέργεια των κατοίκων της πόλης από τη στιγμή του ερχομού του. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, πλήθη συρρέουν στα πέριξ της βίλας προκειμένου να δουν τον άλλοτε πανίσχυρο δεσπότη και ειδεχθή εγκληματία να μεταφέρεται δέσμιος και φρουρούμενος. Οι ιστορίες που συνοδεύουν το όνομά του ανακαλούν αφηγήσεις από τις «Χίλιες και μία νύχτες» και τροφοδοτούν τη λαϊκή φαντασία. Μιλούν για έναν βίο τρυφηλότητας και οργίων στο μεγαλοπρεπές ανάκτορο του Γιλδίζ στον Βόσπορο, όπου ο αδίστακτος μονάρχης, συντροφιά με τις εκατοντάδες γυναίκες του χαρεμιού του και τα παράξενα ζώα και πουλιά του κήπου του, ρέμβαζε στον Βόσπορο, απολάμβανε εκατοντάδες τσιγάρα ημερησίως και διάβαζε μυθιστορήματα την ώρα που οι εντολοδόχοι του έσπερναν φωτιά και θάνατο σε κάθε γωνιά της Αυτοκρατορίας.

Στη διάρκεια της εξορίας του στη Θεσσαλονίκη, ο τοπικός και ο ξένος Τύπος μεταδίδουν καθημερινά ειδήσεις από τη ζωή των ενοίκων της βίλας Αλλατίνη, όπου η πραγματικότητα συμπλέκεται με την εικασία και τη μυθολογία. Γράφουν για την εξωτική γαλή και τον παπαγάλο που έχει φέρει από την Κωνσταντινούπολη, για την αδυναμία του στα πορτοκάλια και στο γιαούρτι, για τις φορεσιές και τα τρόφιμα που παραγγέλλει στους εμπόρους της πόλης, για τα υπέρογκα έξοδα της συνοδείας του και κυρίως για τα αμύθητα πλούτη του: επαύλεις και τσιφλίκια, δάση, μεταλλεία, μέγαρα και οικόπεδα σε όλη την παραλία της Θεσσαλονίκης, χρυσός και κοσμήματα. Ανάμεσά τους ήταν και ένα μπλε διαμάντι, ένας σπάνιος θησαυρός που άλλαξε χέρια και χάθηκε στη θάλασσα στο ναυάγιο του Τιτανικού.

Η πόλη στην οποία εξορίζεται ο έκπτωτος σουλτάνος είναι η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανική πόλη της Αυτοκρατορίας και το δεύτερο σε σπουδαιότητα λιμάνι της, μια πολυεθνική πολιτεία 80.000 ατόμων, όπου κυριαρχούν, κατά σειρά, οι ισραηλίτες, οι μουσουλμάνοι και οι ρωμαιορθόδοξοι. Οσοι την προσεγγίζουν από τη θάλασσα αντικρίζουν μιναρέδες, τρούλους και κυπαρίσσια απλωμένα αμφιθεατρικά στον λόφο να αγναντεύουν τον Θερμαϊκό και ξύλινα σπίτια που φυτρώνουν ανάμεσα σε αμπελώνες και μπαξέδες.




 



  

Μετά την αποβίβαση στο λιμάνι, η φωτεινή, ειδυλλιακή εικόνα σκουραίνει και βάφεται με χρώματα νατουραλιστικά. Ανταποκριτές και περιηγητές γράφουν για τη λάσπη στους δρόμους, που τον χειμώνα φτάνει ως τον αστράγαλο, και για τη σκόνη το καλοκαίρι, που σκεπάζει με το μαύρο πέπλο της τους κεσέδες με το γιαούρτι των υπαίθριων γαλατάδων. Παλιές άμαξες κροταλίζουν επικίνδυνα στα ξεχαρβαλωμένα καλντερίμια και πυκνή, υδαρής ομίχλη τυλίγει την πόλη. Οι πλανόδιοι πραματευτάδες, άλλοι με φέσια, άλλοι με σαλβάρια, περιφέρουν τα εμπορεύματά τους σε στρογγυλό ταβλά πάνω στο κεφάλι τους, τα παιδιά παίζουν ξυπόλυτα στους μαχαλάδες και οι γυναίκες κάνουν ουρές για νερό στις δημόσιες βρύσες. Φτωχοί εβραίοι, Τούρκοι και Ελληνες εκδίδουν τα κορίτσια και τα αγόρια τους και η πορνεία ακμάζει. Οι συνθήκες υγιεινής είναι άθλιες, η ευλογιά και η σκαρλατίνα θερίζουν τους πληθυσμούς των υποβαθμισμένων συνοικιών.





Στις πολλές όψεις της πόλης προστίθεται η εκδοχή της κοσμοπολίτικης Θεσσαλονίκης της προόδου και της ευημερίας, όπως την περιγράφει ο Τύπος της εποχής. Το 1909 τα βαγόνια του ηλεκτροκίνητου τραμ φτάνουν ως τις λαμπρές βίλες των εύπορων κατοίκων της ανώτερης τάξης, που πυκνώνουν από τον Λευκό Πύργο ως το Ντεπό. Τα πρώτα αυτοκίνητα μπαίνουν στην υπηρεσία ξενοδόχων και πλουσίων (και οι αμαξάδες διαμαρτύρονται με απεργίες), η οθωμανική διοίκηση της πόλης και τα αστυνομικά γραφεία εφοδιάζονται με τηλεφωνικές συνδέσεις και το ηλεκτρικό φως καταυγάζει επιτέλους τις οδικές αρτηρίες.

Πολυτελή καφενεία με βελούδο και καθρέφτες προσφέρουν ευρωπαϊκά εδέσματα, στο καφωδείο «Μαραθώνας» οι θαμώνες παρακολουθούν παραστάσεις Καραγκιόζη και κουκλοθεάτρου, στο θέατρο «Αλάμπρα» καταχειροκροτείται η Ανθίππη Κόκκου στη «Μαρία Δοξαπατρή» του Δημήτριου Βερναρδάκη, οι κινηματογράφοι στο κέντρο της πόλης ξεκουφαίνουν τους περαστικούς με τα κουδουνάκια τους και η ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης διασκεδάζει σε χοροεσπερίδες την Πρωτοχρονιά, στις Απόκριες και σε κάθε ευκαιρία. Πίσω από την κοσμική εικόνα κοχλάζει το καζάνι των κοινωνικοοικονομικών και εθνικοθρησκευτικών διαχωρισμών. 




Χρονικό μιας εποχής

Ο μακεδόνας συγγραφέας του τόμου συλλέγει μαρτυρίες από τα ρεπορτάζ, την αρθρογραφία και τις ειδήσεις ελληνόφωνων και γαλλόφωνων εφημερίδων της εποχής, κυρίως τον «Φάρο της Θεσσαλονίκης» και τις αθηναϊκές «Σκριπ» και «Αθήναι», αντλεί πληροφορίες από ιστορικές μελέτες και επιτρέπει στη φαντασία του να συμπληρώσει τα κενά με μυθοπλαστική επιδεξιότητα. Η αφήγησή του δεν αποτελεί επιστημονική ιστορική πραγματεία - άλλωστε απουσιάζει η τεκμηρίωση από πρωτογενή έρευνα σε οθωμανικά αρχεία και πηγές. Δεν είναι επίσης βιογραφία του Αβδούλ Χαμίτ - ο σουλτάνος που προβάλλεται στον τίτλο ως πρωταγωνιστής της αφήγησης λειτουργεί περισσότερο ως κόκκινη κλωστή που συναρμόζει μια σειρά επιμέρους ιστοριών σε ένα συναρπαστικό χρονικό μιας ταραγμένης εποχής στο γύρισμα δύο αιώνων, με επίκεντρο την, τότε υπόδουλη, Βόρεια Ελλάδα.

Η πολυφυλετική οθωμανική Θεσσαλονίκη γίνεται το εναλλακτικό πρίσμα μέσα από το οποίο ο συγγραφέας κοιτάζει τη νεότερη ελληνική ιστορία: το Κρητικό Ζήτημα και τον πόλεμο του 1897, τους κομιτατζήδες και τον Μακεδονικό Αγώνα, τις εθνικές διεκδικήσεις που θα οδηγήσουν στους Βαλκανικούς Πολέμους, το κίνημα στου Γουδή. Ο έκπτωτος σουλτάνος, αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αυτοκρατορίας στην περίοδο αυτή, είναι η αφορμή για να γίνει λόγος για τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, για τις σφαγές των Αρμενίων και για την επανάσταση των Νεοτούρκων, για την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις προσδοκίες των Ελλήνων, για τις χαμένες ευκαιρίες και τα διπλωματικά παιχνίδια των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μέσα στο σύνθετο ιστορικό πλαίσιο μεταξύ παλιού και νέου κόσμου, η άγνωστη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα αναδεικνύεται - σε λανθάνουσα αντίστιξη προς το αθηναϊκό κέντρο - σε προνομιακό χώρο προοδευτικών ζυμώσεων ποικίλων προελεύσεων και σε χωρο-χρονικό σημείο από το οποίο διέρχονται οι δύο εθνικές αφηγήσεις που καθόρισαν το ελληνικό παρόν μας: η πρώτη οδηγεί μέσω του Χρυσοστόμου, του εθνεγέρτη επισκόπου Δράμας και μετέπειτα μαρτυρικού μητροπολίτη Σμύρνης, στη Μικρασιατική Καταστροφή και η άλλη στο Μακεδονικό Ζήτημα και στις σύγχρονες απολήξεις του.

Της  ΛΑΜΠΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΕΛΗ

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ 
''ΒΗΜΑ''
22-4-2012

(Η  εικονογράφηση του κειμένου έγινε με ευθύνη του blogger: IVOS2 ).