Στο "άρμα" της ΕΕ και όχι της Βρετανίας η Ιρλανδία





Δεδομένης της μοιραίας απόφασης να διασώσει τις τράπεζές της το Σεπτέμβριο του 2008 και επομένως να κοινωνικοποιήσει το τραπεζικό χρέος, η Ιρλανδία βρέθηκε στη δίνη πολλαπλών κρίσεων: τραπεζικής, δημοσιονομικής, οικονομικής και κρίσης αξιοπιστίας. Αν και η ιρλανδική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης το 2008, το κράτος ήταν τόσο συγκλονισμένο από την σοβαρότητα των τραπεζικών και δημοσιονομικών προβλημάτων μέχρι το Νοέμβριο του 2010, που έπρεπε να δεχθεί απρόθυμα ένα πακέτο διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ. Η Ιρλανδία, έχοντας ανταλλάξει την εξάρτησή της από το Ηνωμένο Βασίλειο με την αλληλεξάρτηση εντός της ΕΕ, τώρα βρέθηκε να εξαρτάται από τη χρηματοδότηση του προγράμματος χρηματοοικονομικής υποστήριξης της τρόικας. Η τρόικα έγινε ένα αναπόσπαστο μέρος της διακυβέρνησης του κράτους με περιοδικές επισκέψεις για τον έλεγχο των επιδόσεων της Ιρλανδίας ως χώρα που βρίσκεται σε πρόγραμμα. Αυτό είναι βαθιά τραυματικό για μια χώρα που, από την ίδρυσή της το 1922, ήταν σε θέση να ανταπεξέρχεται στις εξωτερικές της υποχρεώσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές, ακόμη και όταν ήταν φτωχή. Καθώς η Ιρλανδία προσπαθεί να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων, το κάνει σε ένα πλαίσιο με την ευρωζώνη να βρίσκεται σε κρίση, να υπάρχει μια σημαντική αλλαγή της στάσης του πιο κοντινού της γείτονα προς την ΕΕ και καθώς γίνονται βήμα προς την ενοποίηση του ευρώ. Αν και αυτό φέρνει την «f» λέξη (federalism) στην ατζέντα, στην Ιρλανδία η πραγματική «f» λέξη είναι απλώς το «fix it». Η Ιρλανδία είναι πολύ πιο απασχολημένη με την άμεση κρίση παρά με τις μακροπρόθεσμες εξελίξεις στην ευρωζώνη, παρά τη σημασία αυτών.

Από ένα πρότυπο μικρού κράτους-μέλους της ΕΕ (και το λαμπρό φως της Ευρώπης σύμφωνα με τον Economist), το κράτος και η κοινωνία της Ιρλανδία πήγε από την άνθιση στην κατάρρευση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Σχεδόν σε μια νύχτα έγινε οφειλέτης, ανίκανη να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της από τις αγορές ομολόγων. Οι αιτίες ήταν τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές. Η ιρλανδική έκρηξη είχε εξελιχθεί σε μια φούσκα, οδηγούμενη από την υπερβολική εξάρτηση από τον κατασκευαστικό κλάδο, το χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο, μια διεύρυνση των δημόσιων δαπανών, από τον αύξηση των μισθών με συνεπακόλουθη απώλεια της ανταγωνιστικότητας, και την εμφάνιση ενός μη ισορροπημένου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η κρίση ωστόσο δεν ήταν όλη εγχώρια. Η επέκταση των πιστωτικών ροών, τόσο παγκοσμίως όσο και εντός της ευρωζώνης, έδωσε στο κράτος, τις τράπεζες και τους πολίτες, πρόσβαση σε πολύ φθηνή πίστωση. Όταν οι ρωγμές στο ιρλανδικό τραπεζικό σύστημα εκτέθηκαν το Σεπτέμβριο του 2008, η απουσία ενός μηχανισμού τραπεζικής εξυγίανσης στην ευρωζώνη, την κατέστησε ένα πολύ επικίνδυνο κλαμπ για να είναι κανείς μέλος. Η απόφαση εγγύησης του τεράστιου ποσού των τραπεζικών υποχρεώσεων, χωρίς να γνωρίζει τι είναι αυτές οι υποχρεώσεις, αποδείχθηκε καταστροφική. Το κόστος της τραπεζικής διάσωσης (περίπου 64 δις. ευρώ), την καθιστά μία από τις πιο ακριβές διασώσεις στην ιστορία. Η αποφασιστικότητα της ΕΚΤ στην μετά την Lehman εποχή, ότι καμία τράπεζα δεν θα επιτραπεί να καταρρεύσει εντός της ευρωζώνης, σήμαινε ότι οι Ιρλανδοί φορολογούμενοι και η κοινωνία, τώρα κουβαλούν το πλήρες φορτίο του απερίσκεπτου δανεισμού των ιρλανδικών (και μη) τραπεζών στη δεκαετία του 2000. Τα 1,6 εκατ. ιρλανδικά νοικοκυριά τώρα πλέον έχουν στους ώμους τους πολύ μεγαλύτερη (τραπεζικό) χρέος σε σχέση με άλλες χώρες εντός και εκτός ευρωζώνης. Αλλά με την εγγύηση των υποχρεώσεων των τραπεζών, το ιρλανδικό κράτος έσωσε όχι μόνο το δικό του χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ευρωζώνης, σε μια περίοδο εξαιρετικής μεταβλητότητας.

Το κόστος της διάσωσης των τραπεζών και το δημοσιονομικό κενό που άνοιξε μετά από την κατάρρευση του κατασκευαστικού κλάδου, οδήγησε στο πακέτο διάσωσης των 85 δις. ευρώ το Νοέμβριο του 2010 (που αντιστοιχεί στο 54% του ιρλανδικού ΑΕΠ το 2010). Αυτά τα λεφτά ήρθαν μετά από ένα αυστηρούς όρους, μεταξύ των οποίων και μια δέσμευση για δημοσιονομική εξυγίανση 15 δις. ευρώ στο διάστημα 2011-2014.

Καθώς η πολιτική της λιτότητας αναμένεται να συνεχιστεί με τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η απάντηση από το ιρλανδικό εκλογικό σώμα ήταν ταχεία και καταστροφική. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2011 το κόμμα Fianna Fail (που έχει κυριαρχήσει την ιρλανδική πολιτική ζωή από τη δεκαετία του ’30) έχασε το 24%ν των ψήφων του και 57 κοινοβουλευτικές έδρες (με αποτέλεσμα να κατέχει μόλις 20 από το σύνολο των 166 εδρών). Το Κόμμα των Πρασίνων, μέλος του συνασπισμού, δεν κατόρθωσε να κερδίσει κάποια έδρα. Η κυβέρνηση των δύο αυτών κομμάτων αντικαταστήθηκε από το συνασπισμό μεταξύ του Fine Gael (76 έδρες) και των Εργατικών (37 έδρες), που ονομάστηκε κυβέρνηση εθνικής ανάκαμψης. Διορίστηκαν νέος διοικητής κεντρικής τράπεζας και νέες ρυθμιστικές αρχές, καθώς και ένα δημοσιονομικό συμβούλιο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και ένα νέο υπουργείο δημοσίων δαπανών και μεταρρύθμισης του δημόσιου τομέα. Επίσης, για να δώσει στους ψηφοφόρους λόγο στην πολιτική μεταρρύθμιση, την 1η Δεκεμβρίου 2012 ξεκίνησε τις εργασίες της μια συνταγματική συνέλευση.

Η ιρλανδική κοινωνία ανταποκρίθηκε στην κρίση με ανάμεικτα συναισθήματα θυμού, υπομονετικότητας, παθητικότητας και χιούμορ. Σε αντίθεση με άλλες χώρες της περιφέρειας, δεν υπήρξαν μαζικές διαδηλώσεις ή απεργίες. Υπήρξαν δύο μεγάλες διαδηλώσεις (το Νοέμβριο του 2010, όταν έφθασε η τρόικα, και το Νοέμβριο του 2012, με τον έκτο συνεχόμενο προϋπολογισμό λιτότητας), και η αντιπολίτευση κινήθηκε εναντίον συγκεκριμένων μέτρων, όπως την επιβάρυνση των νοικοκυριών με 100 ευρώ. Οι εμπειρίες από την κρίση ποικίλουν. Νέοι άνθρωποι έχουν πληγεί από την ανεργία (στο γ΄ τρίμηνο του 2012 το συνολικό ποσοστό της ανεργίας ήταν στο 14,8%) και πολλοί έχουν μεταναστεύσει (76.300 έφυγαν το 2011). Σε αντίθεση με άλλες χώρες που βρίσκονται σε κρίση, οι συνταξιούχοι δεν έχουν υποστεί σημαντικές περικοπές. Η νέα κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία με την υπόσχεση να μην αυξήσει τους φόρους εισοδήματος, να μην μειώσει τα επίπεδα πρόνοιας, ή να αθετήσει τις δεσμεύσεις της προς τα σωματεία των δημοσίων υπαλλήλων (πρόκειται για την Croke Park συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν περαιτέρω περικοπές των μισθών πέρα από τις μειώσεις του 5%-15% που συμπεριλήφθηκαν στον προϋπολογισμό του 2010). Μετά από τέσσερα χρόνια λιτότητας και έξι προϋπολογισμούς λιτότητας, η ιρλανδική κυβέρνηση συνεχίζει να έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας (αν και η αντίθεση στη λιτότητα αυξάνεται). Το Μάιο του 2011 το δημοψήφισμα για τη Δημοσιονομική Συνθήκη «πέρασε» με το 60,3% των ψήφων. Η ικανότητα της χώρας να πείσει το εκλογικό σώμα να ψηφίσει την ευρωπαϊκή συνθήκη σε μια στιγμή κρίσης, υπογραμμίζει την ακράδαντη πεποίθηση της πλειονότητας ότι η Ιρλανδία είναι σε καλύτερη κατάσταση συνδεδεμένη με την ΕΕ, αν και μέχρι τώρα η ενασχόληση ήταν περισσότερο με τις σημαντικές εγχώριες προκλήσεις και όχι με το πώς η Ευρώπη θα μπορούσε να ενοποιηθεί περαιτέρω στο μέλλον.

Απόδοση και ερμηνεία.
Σύμφωνα με την ρεαλιστική ιρλανδική έμφαση στο να «φτιάξουν» τη χώρα, υπάρχει μια έντονη και άκρως πολιτικοποιημένη συζήτηση που λαμβάνει χώρα στην Ιρλανδία σχετικά με το πόσο καλά τα καταφέρνει με τη δημοσιονομική προσαρμογή και τη λιτότητα, και σχετικά με τη βοήθεια που παρέχεται από τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Τον Οκτώβριο του 2012 η τρόικα περιέγραψε τις μεταρρυθμίσεις στην Ιρλανδία ως «ένα πρόγραμμα προσαρμογής με καλές επιδόσεις», που χαρακτηρίζεται από «σταθερή» εφαρμογή. Η Ιρλανδία έχει εκπληρώσει με συνέπεια τους δημοσιονομικούς στόχους, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αποτελεί το πρότυπο του πώς εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα προσαρμογής. Όπως τη βλέπουν από το εξωτερικό, η Ιρλανδία είναι μια χώρα που έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στις δημοσιονομικές της δεσμεύσεις, να επιστρέψει σε ήπια ανάπτυξη, , να ανακτήσει μέρος της ανταγωνιστικότητάς της και να αυξήσει τις εξαγωγές της. Αυτή η εικόνα προωθείται από την κυβέρνηση, καθώς προσπαθεί να ξαναχτίσει τη φήμη της Ιρλανδίας στην ΕΕ και πιο πέρα, και να έχει τη στήριξη της ιρλανδικής διασποράς. Οι προσπάθειες (της διασποράς) να φέρει την τεχνογνωσία της, τους πόρους και την εμπειρία της ώστε να βοηθήσουν την ανάκαμψη της Ιρλανδίας, έχει οδηγήσει σε μια εντατική παγκόσμια προσπάθεια αναζήτησης επενδύσεις και ευκαιριών για εξαγωγές και εκτός της Ευρώπης, ως μέρος της στρατηγικής ανάκαμψης. Τον Ιούλιο του 2012 η Ιρλανδία ξεκίνησε να επανείσοδό της στις αγορές ομολόγων για πρώτη φορά από όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα διάσωσης το 2010. Η επίσημη γραμμή είναι ότι η Ιρλανδία βρίσκεται ακόμη σε στάδιο «επιδιόρθωσης» αν και παραμένει ευάλωτη, έχει το θεσμικό και πολιτιστικό κεφάλαιο να βγει από την κρίση.

Υπάρχει μια σημαντική διάσταση στην ευρωζώνη για τη διαχείριση της κρίσης στην Ιρλανδία, με τις διαδοχικές κυβερνήσεις να προσπαθούν να θέσουν το ζήτημα της κατανομής βαρών στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τωρινή κυβέρνηση έχει αγωνιστεί για να βάλει τους εταίρους της στην ευρωζώνη να αναγνωρίσουν το μέγεθος και το βάρος της τραπεζικής διάσωσης. Η ανακοίνωση της ευρωζώνης τον Ιούνιο του 2012 η οποία κατέληγε ότι «επιβεβαιώνουμε πως είναι επιτακτική ανάγκη να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ των τραπεζών και των κρατών», θεωρήθηκε ως μια τεράστια εξέλιξη από την κυβέρνηση. Η ανακοίνωση επισήμαινε ακόμη ότι «το Eurogroup θα εξετάσει την κατάσταση του ιρλανδικού χρηματοπιστωτικού κλάδου με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της βιωσιμότητας του προγράμματος προσαρμογής, που ήδη έχει καλές επιδόσεις». Η ιρλανδική κυβέρνηση το ερμήνευσε αυτό ότι μπορεί να υπάρξει κάποια κατανομή των βαρών σχετικά με την τραπεζική διάσωση. Αλλά αυτές οι ελπίδες διαψεύστηκαν όταν έγινε ξεκάθαρο ότι οι χώρες με ΑΑΑ (Γερμανία, Ολλανδία και Φινλανδία), δεν θα αποδεχόταν τη χρήση του ESM για την αντιμετώπιση των προβλημάτων χρέους.

Η εστίαση της κυβέρνησης τώρα φαίνεται να βρίσκεται στα promissory notes (γραμμάτια που δηλώνουν ότι κάποιος χρωστάει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων σε κάποιον άλλο, συνήθως με προθεσμία λήξης και επιτόκιο), έναν μηχανισμό που επεξεργάστηκε με την ΕΚΤ για την εκκαθάριση των τοξικών τραπεζών, σε ένα σχήμα που ονομάζεται IBRC (ιρλανδικός οργανισμός τραπεζικής εξυγίανσης). Η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδιαρθρώσει τα 30 δις. ευρώ που συνδέονται με τα promissory note, ώστε το χρέος της Ιρλανδίας να καταστεί περισσότερο βιώσιμο. Το ΔΝΤ έχει ξεκάθαρα την άποψη ότι η ευρωζώνη πρέπει να τηρήσει τις δεσμεύσεις που έλαβε τον Ιούνιο του 2012 σχετικά με την κατανομή χρέους, και θεωρείται από το Δουβλίνο ως πιο συμπαθητικό από τα στοιχεία ΕΕ στην τρόικα. Αναφερόμενο σε αυτές τις δεσμεύσεις, το ΔΝΤ υποστήριξε ότι «αποτελεί βασικό εφαλτήριο για τους αμοιβαία επωφελείς στόχους, που είναι η διασφάλιση της οικονομικής ανάκαμψης της Ιρλανδίας και η επιστροφή της στις αγορές ομολόγων, αποφεύγοντας έτσι τη συνέχιση της εξάρτησης από τη χρηματοδότηση του επίσημου τομέα». Ωστόσο, αυτό αποδεικνύεται πολύ δύσκολο για την κυβέρνηση, αναφορικά με την κατανομή του χρέους. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ιρλανδικού χρέους, απαιτεί την ανάγκη διατήρησης της πολιτικής αποδοχής της επιβάρυνσης, που έχει επωμιστεί μια μικρή χώρα με μόλις 1,6 εκατ. νοικοκυριά. Ως εκ τούτου, οι διαγραφές χρέους για την Ελλάδα, είναι «άσχημες» για την Ιρλανδία και αυξάνουν σημαντικά τις πιέσεις στην κυβέρνηση, καθώς προσπαθεί να τηρήσει το πρόγραμμα της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Συμπεράσματα
Εξαιτίας της φύσης και του βάθους της κρίσης που αντιμετωπίζει η Ιρλανδία, υπάρχει ελάχιστος επίσημος χρόνος και ενέργεια για να επικεντρωθεί στην ευρύτερη επίδραση της κρίσης της ευρωζώνης και στη μελλοντική μορφή της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Υπάρχει ένα γενικό καλωσόρισμα για τη δοκιμαστική αρχή μιας τραπεζικής ένωσης, αν και χωρίς έναν μηχανισμό τραπεζικής εξυγίανσης, μια τέτοια ένωση δεν γνωρίζουμε κατά πόσο θα λειτουργούσε. Η περαιτέρω οικονομική και δημοσιονομική ενοποίηση θεωρείται αναπόφευκτη αλλά η φύση και το εύρος της ενοποίησης σε τόσο ευαίσθητα πεδία, δεν έχει ακόμη εμφανιστεί. Όλες οι ιρλανδικές κυβερνήσεις είναι προσεκτικές σχετικά με την ανάγκη νομιμοποίησης μιας βαθύτερης ενοποίησης καθώς κάθε μεγάλη εξέλιξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, θα απαιτήσει τη συναίνεση του λαού με ένα δημοψήφισμα. Υπάρχει επίσης ανησυχία για τις εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και την πιθανότητα ότι μπορεί να αποδυναμωθεί η διασύνδεσή του με την ΕΕ. Κάθε ιρλανδική κυβέρνηση θα ήταν υπέρ μιας πληρέστερης δυνατής δέσμευσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ, αλλά εάν αναπτυχθεί μια δυναμική που οδηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο στο περιθώριο της Ένωσης ή ακόμη πιο πέρα, η Ιρλανδία δεν θα ακολουθήσει. Αυτό αντανακλά το εθνικό συμφέρον της Ιρλανδίας. Το 2011 μόλις το 17% των εξαγωγών της είχαν προορισμό το Ηνωμένων Βασίλειο, και 41% πήγαν στην υπόλοιπη ΕΕ, 16% στις ΗΠΑ και 24% στον υπόλοιπο κόσμο. Χάρη στην ΕΕ η Ιρλανδία έχει αποδεσμευτεί από την ιστορική εξάρτησή της από το Ηνωμένο Βασίλειο και εάν η επιλογή ήταν μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου στο περιθώριο της ΕΕ ή μέλος ενός σκληρού πυρήνα, τόσο η πολιτική ελίτ της Ιρλανδίας όσο και το εκλογικό σώμα θα επέλεγαν την εμπλοκή με τον πυρήνα. Επομένως, ένα αποσυνδεδεμένο Ηνωμένο Βασίλειο θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα για την Ιρλανδία, από τη στιγμή που έχουν κοινά σύνορα, και οι Ιρλανδοί θα ενθάρρυναν το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει πλήρες μέλος της ΕΕ. Όσο για την Ιρλανδία, αν και περνάει τις πιο δύσκολες ημέρες της στην ΕΕ από την ένταξή της πριν από 40 χρόνια, η πλειοψηφία των Ιρλανδών πολιτών θεωρεί ακόμη την παραμονή της χώρας στην ΕΕ ως κεντρικής σημασίας για το πώς αυτό το μικρό κράτος βλέπει τη θέση του στον κόσμο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ιρλανδικό εκλογικό σώμα δεν βλέπει τα προβλήματα ενοποίησης και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ, καθώς αγωνίζεται να αναβαθμίσει το καθεστώς του ενιαίου νομίσματος.

Της Brigid Laffan(*)
 www.capital.gr 

ΣΧΕΤΙΚΑ: