Οι 7 λόγοι που οδηγούν σε σκλήρυνση της κυβερνητικής πολιτικής

(...)
Η κατασκευή ενόχων για την οικονομική και κοινωνική κρίση εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να κρύψει τον προκλητικά ταξικό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται και να ελέγξει την κοινωνική διαμαρτυρία. Οι πολιτικοί βέβαια που καταγγέλλουν τις συντεχνίες εξακολουθούν να είναι φορτωμένοι με απίθανα εισοδηματικά, φορολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προνόμια και οι δικαστικοί, οι οποίοι καλούνται να επιβάλουν το νόμο, είναι οι ίδιοι που ειδικεύονται σε παράνομες απεργίες μετ’ αποδοχών και αναδρομικών αποζημιώσεων στο πλαίσιο των αποφάσεων του 2008.
(...)



Το Μαξίμου επενδύει στην πόλωση δίχως όρια.
Η ελληνική πολιτική ζωή κινείται μεταξύ φάρσας και τραγωδίας, με την κυβέρνηση συνασπισμού να επιλέγει την πόλωση χωρίς όρια, προκειμένου να διευκολυνθεί στον πολιτικό της σχεδιασμό. Σχεδόν καθημερινά έχουμε ένα εντυπωσιακό γεγονός, που στηρίζεται σε κυβερνητική μεθόδευση, το οποίο όμως σε διάστημα λίγων ημερών ξεπερνιέται από μια νέα εστία έντασης. Τη μια μέρα έχουμε τις ανακαταλήψεις από την ΕΛ.ΑΣ. κτιρίων που έχουν εγκαταλειφθεί από το Δημόσιο εδώ και δεκαετίες, για τα οποία δεν υπάρχει σχέδιο άμεσης αξιοποίησης από το Δημόσιο ή την τοπική αυτοδιοίκηση, ούτε καν περιφρούρησής τους. Την άλλη μέρα η κυβέρνηση Σαμαρά μας εξηγεί την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας, και γενικότερα των πανεπιστημίων, από στοιχεία που κινούνται στον αντιεξουσιαστικό χώρο, για να εγκαταλείψει και αυτή την αποστολή σε διάστημα λίγων 24ώρων. Έχουμε φυσικά και τους φιλιππικούς κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στην αντίληψη πολλών κυβερνητικών παραγόντων μπορεί να συνδέεται με την τρομοκρατία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχε συνδέσει η ΝΔ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 στελέχη του ΠΑΣΟΚ με την τρομοκρατία. Και ο αντιτρομοκρατικός αγώνας της κυβέρνησης όμως είναι περισσότερο εικονικός παρά ουσιαστικός, εφόσον, όπως όλα δείχνουν, η μικρής κλίμακας τρομοκρατία αναρχικών και αντιεξουσιαστών αναπτύσσεται μέσα στο κλίμα τεχνητής έντασης που δημιουργούν η κυβερνητική ηγεσία και τα ΜΜΕ που τη στηρίζουν με το αζημίωτο.
Και ενώ άρχισε να υποχωρεί η ένταση στην πολιτική ζωή με τη βοήθεια των υπερβολών του υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Δένδια, ο οποίος έφτασε στο σημείο να καλωσορίσει τη… στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τη νομιμότητα, και των κατασκευαστών του βίντεο από το Μαξίμου, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να εμφανίσουν βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να προετοιμάζει ιδεολογικά το χτύπημα των αναρχικών στο μεγάλο εμπορικό κέντρο του ομίλου Λάτση, άνοιξε ένα νέο μέτωπο με πρωτοβουλία της κυβερνητικής ηγεσίας, αυτή τη φορά με τους εργαζόμενους στο μετρό και γενικότερα τις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας.
Οι σκόπιμες κυβερνητικές υπερβολές στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και υπέρ των δηλώσεων πολιτικής μετάνοιας από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ περιόρισαν την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής, πολιτικής επίθεσης της κυβέρνησης. Το νέο μέτωπο κατά των απεργών, και γενικότερα των «συντεχνιών», είναι σχεδιασμένο να συσπειρώσει ευρύτερα κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα εναντίον εκείνων που «θέλουν το χάος».
Σχεδόν καθημερινά, λοιπόν, έχουμε μια κυβερνητική κατασκευή, στην κατεύθυνση της τεχνητής πόλωσης χωρίς όρια, με βάση ένα καλά επεξεργασμένο επικοινωνιακό και πολιτικό σχέδιο.


Η επιλογή του κ. Σαμαρά και των συνεργατών του στηρίζεται σε πολύ συγκεκριμένους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και διεθνοπολιτικούς λόγους.


Οικονομική επιδείνωση
Παρά τη θετική πορεία ορισμένων δεικτών και τη βελτίωση της αντίληψης που έχουν οι διεθνείς οργανισμοί και οι ξένοι επενδυτές για την ελληνική οικονομία, η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να εξελίσσεται από το κακό στο χειρότερο με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Τα «λουκέτα» αυξάνονται, η ανεργία σπάει το ένα παγκόσμιο ρεκόρ μετά το άλλο, ο απεγκλωβισμός μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων από την εθνική οικονομία συνεχίζεται –τις τελευταίες ημέρες εκδηλώθηκε σχετική πρωτοβουλία από την S&B του ομίλου Ηλιόπουλου-Κυριακόπουλου–, ενώ το οικονομικό επιτελείο δείχνει έτοιμο να χάσει ξανά τον έλεγχο της δημοσιονομικής διαχείρισης.
Ο προϋπολογισμός του 2012 «εκτελέστηκε» με τη βοήθεια δύο μεγάλων αναθεωρήσεων και της δημιουργικής λογιστικής, που κινείται σε υψηλότερα επίπεδα και από την περίοδο Καραμανλή. Η διαφορά είναι ότι η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει πλέον τα πάντα και τη βρόμικη δουλειά υποχρεώνεται να την κάνει μόνη της η κυβέρνηση Σαμαρά, αλλάζοντας τις προτεραιότητες. Για παράδειγμα, μειώνει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και ενισχύει τα φαινόμενα ύφεσης, για να περιορίσει, σε στατιστικό επίπεδο, το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2012 κατά 0,6% του ΑΕΠ.
Τα δημοσιονομικά κόλπα του 2012 πολύ δύσκολα θα επαναληφθούν το 2013, εφόσον οι απαιτήσεις των πιστωτών αυξάνονται με το πέρασμα του χρόνου και οι αποκλίσεις από τους στόχους, που θέτει και ξαναθέτει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, μεγαλώνουν συνεχώς.


Ταξικές συγκρούσεις
Η αποτυχία της οικονομικής πολιτικής συνδυάζεται με την ενίσχυση των ταξικών χαρακτηριστικών της. Σύμφωνα με τα πρώτα επίσημα στοιχεία του Ιανουαρίου, η κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης από τα νοικοκυριά μειώθηκε κατά 75%, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πολλοί συμπολίτες μας δεν θερμαίνονται επαρκώς, για να συμβάλουν στη δημοσιονομική εξυγίανση. Αυτό δεν εμποδίζει την κυβέρνηση να υπογράφει επιταγές της τάξης των 500 εκατ. ευρώ προς μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, με τη μορφή αποζημιώσεων για καθυστερήσεις που οφείλονται στο Δημόσιο και συμπληρωματικών έργων που δήθεν δεν είχαν προβλεφθεί, επιδιώκοντας την επανεκκίνηση της κατασκευής των βασικών οδικών αξόνων από τον Απρίλιο-Μάιο του 2013.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση τα παίρνει από τους πολλούς για να τα δώσει σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα και να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του υπέρογκου δημόσιου χρέους, δεν υπάρχουν περιθώρια για συγκρατημένη προσέγγιση στα μεγάλα προβλήματα και τις εντάσεις που δημιουργούν. Για ένα μεγάλο διάστημα θα φταίνε υποχρεωτικά οι γιατροί του ΕΣΥ, οι εκπαιδευτικοί, το νοσηλευτικό προσωπικό, τα πρώην «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ, τα πραγματικά εισοδήματα των οποίων περιορίστηκαν ήδη κατά 40% στο πλαίσιο της μνημονιακής πολιτικής. Η κατασκευή ενόχων για την οικονομική και κοινωνική κρίση εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να κρύψει τον προκλητικά ταξικό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται και να ελέγξει την κοινωνική διαμαρτυρία. Οι πολιτικοί βέβαια που καταγγέλλουν τις συντεχνίες εξακολουθούν να είναι φορτωμένοι με απίθανα εισοδηματικά, φορολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προνόμια και οι δικαστικοί, οι οποίοι καλούνται να επιβάλουν το νόμο, είναι οι ίδιοι που ειδικεύονται σε παράνομες απεργίες μετ’ αποδοχών και αναδρομικών αποζημιώσεων στο πλαίσιο των αποφάσεων του 2008.


Μοναδικό επιχείρημα
Με την αρνητική δυναμική που έχει αναπτυχθεί, σε 3-6 μήνες την τρόικα θα την απασχολούν ξανά οι τεράστιες αποκλίσεις στην εφαρμογή του ελληνικού προγράμματος και η πρόσθετη χρηματοδότησή του. Το ευρωπαϊκό περιβάλλον γίνεται πιο δύσκολο για την Ελλάδα. Μνημονιακές χώρες, όπως η Ιρλανδία και σε μικρότερο βαθμό η Πορτογαλία, αρχίζουν να επιτυγχάνουν στη διαχείριση της κρίσης, αναδεικνύοντας την ελληνική ιδιαιτερότητα. Η πρωτοβουλία του Ντέιβιντ Κάμερον να παίξει πολιτικά με το σενάριο της ενδεχόμενης εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε. ενισχύει και το σενάριο της Grexit, της αναγκαστικής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, εφόσον όλα μπορούν να συμβούν σε μια πλήρως αποσταθεροποιημένη Ε.Ε. Προσθέστε στα παραπάνω το πέρασμα της προεδρίας του Eurogroup στη ζώνη επιρροής της Γερμανίας, την πολιτική αστάθεια στην Ιταλία και την αναμενόμενη σκλήρυνση της πολιτικής του Βερολίνου μετά τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2013 και έχετε μια πρώτη εικόνα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η ελληνική πλευρά. Μέχρι και ο πόλεμος των ισοτιμιών που έχει ξεσπάσει μεταξύ ΗΠΑ, Ιαπωνίας και Ευρωζώνης οδηγεί στη διαρκή ανατίμηση του ευρώ, κάνοντας πιο δύσκολη τη συνέχιση των ελληνικών επιτυχιών στον τομέα των εξαγωγών.
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η ελληνική κυβέρνηση θα έχει ελάχιστα οικονομικά επιχειρήματα να προβάλει στη διαρκή διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές. Θα ζητήσει λοιπόν μεγαλύτερη κατανόηση και περισσότερη βοήθεια, προβάλλοντας την πολιτική της αποφασιστικότητα και την επικινδυνότητα των πολιτικών και συνδικαλιστικών αντιπάλων της.


Στροφή προς τα δεξιά
Σε αντίθεση με ό,τι γενικά πιστεύεται, η κλιμάκωση της κρίσης δεν οδηγεί στη ριζοσπαστικοποίηση του πληθυσμού αλλά σε μια γενική πολιτική στροφή προς τα δεξιά, εφόσον ολοένα περισσότεροι συμπολίτες μας φοβούνται ότι μπορεί να χάσουν τα «κεκτημένα» τους, ακόμη και βασικά οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους.
Στο εσωτερικό της ΝΔ έχει επικρατήσει πλήρως η τάση που εκφράζει ο κ. Σαμαράς, που κινείται στη δεξιά πτέρυγα της ευρύτερης κεντροδεξιάς. Επιπλέον, σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, που μπορεί να ξεπερνάει και το 15% (το άθροισμα των ποσοστών των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής), έχει δημιουργήσει έναν σκληρά δεξιό έως ακροδεξιό πολιτικό πόλο, που είναι λογικό να επηρεάζει τις αποφάσεις και τις κινήσεις της κυβέρνησης.
Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ μετακινούνται ολοταχώς προς τα δεξιά, προκειμένου να στηρίξουν την κυβερνητική πολιτική αλλά και να συνεχιστεί η συμμετοχή των στελεχών τους στην τρικομματική νομή της εξουσίας. Επομένως η σκλήρυνση της κυβερνητικής πολιτικής έχει πολιτικό βάθος, εφόσον εκφράζει αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, όπου κυριαρχούν η συντηρητικοποίηση πολλών συμπολιτών μας που απειλούνται από την κρίση και η μετατόπιση του πολιτικού κέντρου βάρους προς τα δεξιά.



Τεστ πολιτικής αντοχής για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση καταφεύγει σε προληπτικά πλήγματα για να σταματήσει την ανάπτυξή του.
Η μετατόπιση του κέντρου βάρους του πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά και η ουσιαστική εξαφάνιση του κέντρου, εξαιτίας της μετατροπής του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ σε πολιτικά δεκανίκια της ηγεσίας της ΝΔ, δημιουργούν μεγάλο κενό στο χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς.

Πολιτικό κενό
Υπάρχει λοιπόν σοβαρή πιθανότητα να καλυφθεί το κενό από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, εάν κρίνουμε από την εντυπωσιακή διπλωματία κορυφής που ασκεί ο κ. Τσίπρας, φαίνεται να αντιλαμβάνεται πλήρως τις πολιτικές ευκαιρίες που του προσφέρονται.
Την ίδια περίπου ανάλυση κάνει και το επιτελείο του Μαξίμου, γι’ αυτό οργανώνει προληπτικά πολιτικά πλήγματα κατά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογα με τις ανάγκες του κυβερνητικού πολιτικού σχεδιασμού, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί τη μία ημέρα να περιγράφεται σαν μια ομάδα επικίνδυνων ατόμων με διασύνδεση στον αντιεξουσιαστικό χώρο και την επόμενη να κατακρίνεται επειδή έχει εγκαταλείψει βασικές θέσεις της Αριστεράς και έχει προσυπογράψει επιλογές του προέδρου Ομπάμα υπέρ της αύξησης των δημοσίων δαπανών, είτε λόγω της στήριξης των μειονοτήτων και των μεταναστών ή της αναγνώρισης των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων.
Η εξαφάνιση του πολιτικού κέντρου με ευθύνη του κυβερνητικού συνασπισμού και ο κίνδυνος να καταλάβει τον στρατηγικής σημασίας πολιτικό χώρο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δύο από τους λόγους που εξηγούν την επιλογή της κυβερνητικής ηγεσίας υπέρ της πόλωσης δίχως όρια.
Το ερώτημα είναι τι θα γίνει σε 3, 6, 9 μήνες, όταν η προγραμματισμένη επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης θα έχει δώσει ξανά το δημοσκοπικό προβάδισμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση Σαμαρά θα επιμείνει στη στρατηγική της πόλωσης με όρους που μπορεί να οδηγήσουν στην πλήρη αποσταθεροποίηση του δημοκρατικού συστήματος, θα αναδιπλωθεί ή θα αναζητήσει έναν πιο δημιουργικό τρόπο για να απαντήσει στην πρόκληση του ΣΥΡΙΖΑ;


Δημογραφική γήρανση
Η σκλήρυνση της κυβερνητικής πολιτικής φαίνεται να ευνοεί, σε πρώτη φάση, τα σχέδια της κυβερνητικής ηγεσίας. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθεροποίηση ή και κάμψη των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ εμφανίζουν τη ΝΔ να παίρνει ξανά ή να διεκδικεί τη δημοσκοπική πρωτιά.
Υπάρχουν όμως δύο εξαιρετικά σημαντικά ευρήματα στις δημοσκοπήσεις που δεν λαμβάνονται υπόψη από τους περισσότερους αναλυτές, ενώ εξηγούν, σε σημαντικό βαθμό, τις κυβερνητικές επιλογές.
Με τον τρόπο που κινούνται τα κυβερνητικά κόμματα και αντιδρά ο ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό σύστημα γίνεται πιο αποκρουστικό για ολοένα περισσότερους συμπολίτες μας. Το ποσοστό αποχής από τις εκλογές του Ιουνίου ήταν 37% και είναι εξαιρετικά πιθανό να πάμε σε ποσοστά αποχής 40%-45% εξαιτίας της κρίσης αξιοπιστίας που εκδηλώνεται σε βάρος των κυβερνητικών κομμάτων και του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του. Οι επαγγελματίες της εξουσίας που προέρχονται από τη σχολή του παραδοσιακού δικομματισμού (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) δεν ενοχλούνται με το διαζύγιο πολιτικής και πολιτών, αρκεί να γίνεται με όρους που διευκολύνουν την παραμονή τους στην εξουσία.
Η πολιτική που εφαρμόζουν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ έχει οδηγήσει μεταξύ των άλλων σε παγκόσμιο ρεκόρ ανεργίας, ειδικά μεταξύ των νέων κάτω των 35 ετών. Η κυβέρνηση συνασπισμού δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους νέους και λιγότερο νέους ψηφοφόρους, οι οποίοι στρέφονται μαζικά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Στις εκλογές του Ιουνίου καταγράφηκε η άνετη πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες ψηφοφόρων κάτω των 55 ετών και αναδείχθηκε η απόλυτη εξάρτηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ από τους ψηφοφόρους άνω των 55 ετών, και ιδιαίτερα εκείνους που έχουν ξεπεράσει τα 65 έτη. Η μεγάλη δημογραφική γήρανση της εκλογικής και κοινωνικής βάσης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ εξηγεί και τον «ρετρό» τρόπο που πολιτεύονται ο κ. Σαμαράς και ο κ. Βενιζέλος. Η επιχειρηματολογία τους παραπέμπει σε μια παραλλαγή του κομμουνιστικού κινδύνου, στην επικράτηση των δυνάμεων της αναρχίας και στη δαιμονοποίηση του αντιπάλου, με βάση τα πρότυπα των δεκαετιών στη διάρκεια των οποίων διαμορφώθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά οι σημερινοί εξηντάρηδες.
Με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών του Ιουνίου και όσα ακολούθησαν και έχουν προγραμματιστεί, ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους νέους και λιγότερο νέους ψηφοφόρους και διαχειρίζεται την κρίση με τους όρους που επιβάλλει η δημογραφική γήρανση των δικών του ψηφοφόρων.


Σε βάρος της ποιότητας
Η στρατηγική της έντασης χωρίς όρια που έχει επιλέξει η κυβερνητική ηγεσία φαίνεται να εξασφαλίζει πολιτικό χρόνο στα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, περιορίζει όμως ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται. Για παράδειγμα, η ισοπεδωτική αντιμετώπιση των εργαζομένων οδηγεί τη δημόσια διοίκηση και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα της οικονομίας σε μια λευκή απεργία διαρκείας με απαγορευτικό κόστος για τα δημόσια οικονομικά και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ακόμη και στις αστικές συγκοινωνίες της πρωτεύουσας, που είναι το πεδίο μετωπικής αντιπαράθεσης που επέλεξε η κυβέρνηση γι’ αυτή την εβδομάδα, οι αρμόδιοι κατάφεραν να συνδυάσουν το 2012 την αύξηση των εισιτηρίων με τη μείωση των εσόδων και τη δραστική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά 20%-25% με την αύξηση του ελλείμματος του συνόλου των αστικών συγκοινωνιών της πρωτεύουσας και της επιδότησής τους από τον κρατικό προϋπολογισμό σε βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης του δημόσιου χρέους...


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΥΡΤΣΟΣ 
http://www.citypress.gr/freesunday/index.html?page=2&action=article&article=7482