Εκτός αγορών τα ελληνικά προϊόντα






Το ποια είναι η σημασία της πρωτογενούς παραγωγής μιας χώρας για την οικονομία της είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Πέραν του γεγονότος ότι καλύπτει βασικές διατροφικές ανάγκες των πολιτών της, ή προσδίδει προστιθέμενη αξία στο τουριστικό προϊόν της, αφού η τοπική κουζίνα είναι πάντα ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, επί της ουσίας αποτελεί τη βάση στην πυραμίδα της παραγωγικής διαδικασίας, στην οποία βρίσκονται η πρωτογενής και δευτερογενής μεταποίηση, η εμπορία και στο τέλος οι εξαγωγές που αποτελούν την αιχμή του δόρατος για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας.
Οι αγρότες που κινητοποιούνται αυτή την περίοδο, έχουν ως βασικό και κύριο αίτημα τη μείωση του κόστους παραγωγής και τη χορηγία καλλιεργητικών δανείων για να μπορέσουν να καλλιεργήσουν την άνοιξη. Αν ήταν, όπως ισχυρίζονται αρκετοί αστοί, οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας που έχουν μάθει να περιμένουν τις επιδοτήσεις στο καφενείο, τότε θα αδιαφορούσαν για τη νέα καλλιεργητική περίοδο και θα περίμεναν απλά να εισπράξουν τον Οκτώβριο την ενιαία ενίσχυση.
Όμως για να μπορέσει κάποιος να καλλιεργήσει πρέπει να προμηθευτεί εφόδια και να γεμίσει το ρεζερβουάρ του τρακτέρ του με πανάκριβο πετρέλαιο. Η μείωση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο δεν είναι ωστόσο το μεγάλο πρόβλημα (από τα 180 εκατομμύρια ευρώ ετησίως επιστροφή, θα εισπράττουν πλέον περί τα 120 εκατομμύρια). Αντίθετα το μεγάλο πρόβλημα συνίσταται στην ραγδαία αύξηση του ηλεκτρικού ρεύματος και στη δραματική μείωση της επιστροφής του ΦΠΑ από το 11% στο 6%. Η κυβέρνηση αντιτείνει πως σύμφωνα με καταλόγους που παρουσίασε η τρόικα το μεγαλύτερο ποσοστό επιστροφής ΦΠΑ στους αγρότες της ευρωζώνης δεν υπερβαίνει το 6%.
Στον αντίποδα όμως καμία χώρα της ευρωζώνης δεν έχει τέτοιους υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ στο 13% για τα αγροτικά εφόδια (σπόρους, λιπάσματα, φυτοφάρμακα) και στο 235 για τα ανταλλακτικά των αγροτικών μηχανημάτων. Αντίθετα σε αρκετές χώρες ο ΦΠΑ για τα αγροτικά εφόδια κυμαίνεται από 0 έως και 12%. Στην Ιταλία για παράδειγμα ο ΦΠΑ για την προμήθεια πολλαπλασιαστικού υλικού κυμαίνεται από 4 έως 6%. Σε ότι αφορά το κόστος του ρεύματος η ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης αναγνωρίζει το πρόβλημα και προτίθεται να προτείνει τη δανειοδότηση φωτοβολταϊκών συστημάτων μικρής ισχύος μέχρι 10KW κατά προτεραιότητα για αγροτικές εκμεταλλεύσεις όπως αρδευτικές γεωτρήσεις, θερμοκήπια και σταβλικές εγκαταστάσεις, που θα λειτουργούν συμψηφιστικά στο τιμολόγιο του ρεύματος όπως και τα οικιακά στις στέγες και τις οροφές…
Σε ότι αφορά τα ανοιχτά καλλιεργητικά δάνεια, αποτελούν την πολύτιμη ρευστότητα στο σύστημα παραγωγής και εν συνεχεία μεταποίησης και εμπορίας για την εθνική οικονομία. Η σκέψη είναι χορήγηση με επιδοτούμενο επιτόκιο από 4 έως 6% και με ενέχυρο την ενιαία ενίσχυση των αγροτών. Όλη αυτή η προσπάθεια ωστόσο σκοντάφτει στην περιορισμένη ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ενώ την ίδια ώρα η Τουρκική Zirat υπόσχεται να υποκαταστήσει την έλλειψη αγροτικής πίστης στη χώρα. Σε γενικές γραμμές η ελληνική γεωργία χάνει σε ανταγωνιστικότητα λόγω του ακριβού κόστους της ενέργειας, του υψηλού κόστους χρήματος, της έλλειψης έργων υποδομής άρδευσης (π.χ. στη Θεσσαλία υπερβαίνει τα 50 ευρώ το στρέμμα) , ενώ πρόβλημα αποτελεί πλέον για τις εξαγωγές προϊόντων εκτός ευρωζώνης (π.χ. Ρωσία) η αύξηση της τιμής του ευρώ έναντι του δολαρίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι και η ελληνική βιομηχανία με το αυξημένο κόστος ενέργειας και το σκληρό νόμισμα υποχώρησε στην 38η και τελευταία θέση στις χώρες με βιομηχανική παραγωγή από πλευράς ανταγωνιστικότητας. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με μελέτες του ΙΟΒΕ το εργασιακό κόστος που είναι το μόνο που υποχώρησε στην Ελλάδα των μνημονίων, συμμετέχει μόλις στο 15 έως 20% στη διαμόρφωση του κόστους ενός βιομηχανικού προϊόντος.
Αντίθετα μεγάλο ποσοστό κατέχουν, οι πρώτες ύλες, η ενέργεια, οι μεταφορές και η γραφειοκρατία. Το «σκληρό» ευρώ αποτελεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τους αγρότες της ευρωζώνης, ενώ με την επικείμενη φορολόγηση και των αγροτεμαχίων θα είναι οι μοναδικοί οι Έλληνες αγρότες που θα φορολογηθούν για κάτι που κατέχουν και όχι για κάτι που τους αποφέρει εισόδημα. Με το ίδιο σκεπτικό όμως αφού το χωράφι είναι συντελεστής παραγωγής θα έπρεπε να φορολογηθεί και το εργοστάσιο ανάλογα με τις μηχανές που διαθέτει και όχι για τα κέρδη που παράγει οπότε αυτό οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς την παραγωγική διαδικασία.
Οι ταμειακές διευκολύνσεις προς τους αγρότες με την επιστροφή μέρους του φόρου πετρελαίου (περί τα 80 εκατομμύρια ευρώ) και της συνδεδεμένης ενίσχυσης στο βαμβάκι (περί τα 182 εκατομμύρια ευρώ) λύνουν εν μέρει το πρόβλημα ρευστότητας στην αγροτική παραγωγή, δεν απαντούν όμως στο συνολικό πρόβλημα, ενώ τα χρήματα του deminimis για τους κτηνοτρόφους (περί τα 25 με 30 εκατομμύρια ευρώ) κρίνονται σταγόνα στον ωκεανό των προβλημάτων της ελληνικής κτηνοτροφίας. Οι προβατοτρόφοι για παράδειγμα ισχυρίζονται ότι για 10.000.000 πρόβατα θα εισπράξουν περί τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ, άρα μόλις 25 λεπτά για κάθε ζώο.
Σημειωτέον ότι παρόμοια προγράμματα «τρέχουν» φέτος σε πολλές χώρες της ευρωζώνης ερχόμενα να επιλύσουν εν μέρει το πρόβλημα της ραγδαίας αύξησης των ζωοτροφών. Εν κατακλείδι η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα ανταγωνιστικότητας, υποχρηματοδότησης και στρατηγικού σχεδιασμού.
Αντί οι εταίροι, πολιτική ηγεσία, μεταποιητές, αγρότες να συζητούν και να σχεδιάζουν εδώ και αρκετό καιρό το μέλλον στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ, αναλώνονται σε άγονες αντιπαραθέσεις για το σήμερα κλείνοντας τα μάτια στο αύριο που εμφανίζεται ζοφερό και απειλεί να θέσει εκτός αγορών, το σύνολο της ελληνικής οικονομίας…

ΚΟΛΛΑΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
''ΒΗΜΑ''
31-1-2013

                          Σκίτσο του Ρoger Mac Phail

ΣΧΕΤΙΚΑ