Ιδιωτική ξιπασιά δημοσία δαπάνη

 (...)
Σήμερα, η πτωχευμένη Ελλάς αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα δάνεια, και το άλλοτε ευκλεές, σνομπ Μέγαρο αδυνατεί να πληρώσει μισθούς. Σήμερα η Αθήνα διαθέτει δύο μεγάλες σύγχρονες σκηνές όπερας στη Β. Σοφίας, που αδυνατεί να συντηρήσει· και σε λίγο χρόνο άλλη μία υπέρλαμπρη στο Φάληρο, με την υπογραφή Ρέντσο Πιάνο, η οποία όμως δεν δαπανά δημόσιο χρήμα.
Και τώρα; Τώρα κινδυνεύει να χαθεί το συμβολικό κεφάλαιο που σωρεύθηκε επί δύο δεκαετίες, και να απαξιωθεί όλο το συγκρότημα, εφόσον δεν βρεθεί ένα μοντέλο βιώσιμο και λειτουργικό, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο.
(...)




1.
Αν γυρέψουμε να βρούμε μια παραδειγματική ιστορία σπατάλης και αστόχαστης πολιτικής, που να εμπεριέχει τα περισσότερα συμπτώματα της malaise grecque, της ελληνικής νόσου του 1990 και 2000, αρκεί ένα πέρασμα από τη Βασιλίσσης Σοφίας. Αρκεί μια ματιά στο Μέγαρο Μουσικής: κατ’ αρχάς σε ό,τι είναι ορατό και υπέργειο, στο απροσδιορίστου αρχιτεκτονικής ταυτότητας κτίριο-μνημείο με τα τεράστια μπάνερ στην πρόσοψη. Ενα ογκώδες, επιβλητικό, μάλλον βλοσυρό τοπόσημο, πλάι στις καθαρές μοντερνιστικές γραμμές του Γκρόπιους επί της αμερικανικής πρεσβείας.
Ενα κτίριο εξωστρεφές και ενδοστρεφές ταυτόχρονα, δημόσιο και ιδιωτικό, αμφίσημο, όπως ακριβώς ήταν και το Μέγαρο ως οργανισμός. Ιδιωτικά γούστα με δημόσιο χρήμα· ανοιχτό κατ’ ανάγκην και κατά σύμβασιν, αλλά επιλεκτικό, ημίκλειστο, κατ’ ουσίαν. Το όραμα, η ενεργητικότητα και το καπρίτσιο ενός ανθρώπου, ενός ντιλετάντε, που καλλιμάχεια εσίκχαινε πάντα τα δημόσια, εκδήλως τη δημοσιότητα, κυρίως δε τον δημόσιο έλεγχο και τη λογοδοσία, πλην όμως δεν έχθαιρε το δημόσιο χρήμα, απεναντίας το θεωρούσε αυτοδικαίως κτήμα, εργαλείο και μέσο του πεφωτισμένου για την διαπαιδαγώγηση των μαζών, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν.
Το Μέγαρο, ως δοχείο όπερας και υψηλού πολιτισμού, ήταν η κλίση και η κλήση του Χρήστου Λαμπράκη, η αποστολή και το έργο του. Και χτίστηκε, στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, για να υπηρετήσει αυτό το όραμά του. Ηταν ανιδιοτελής, κατά τεκμήριον, και αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις και την επιρροή του για τον σκοπό του: έναν ναό για την όπερα και την κλασική μουσική.
Η Αθήνα πράγματι χρειαζόταν ένα υψηλών προδιαγραφών κτίριο για να στεγάσει τις παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και τις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, μεταξύ άλλων. Ωστόσο το Μέγαρο δεν σχεδιάσθηκε με τους δημόσιους καλλιτεχνικούς οργανισμούς κατά νου· στην πράξη, και παρά τη συμβατική του υποχρέωση, το Μέγαρο δεν φάνηκε ποτέ φιλόξενο ή φιλικό προς την ΕΛΣ και την ΚΟΑ. Ο Οργανισμός του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, εντελώς ανεξάρτητος και αδέσμευτος, σχεδίαζε και υλοποιούσε τη δική του πολιτική πολιτισμού, εντελώς αποκομμένη από οποιονδήποτε εθνικό σχεδιασμό και ανάγκη. Ετσι, η ΕΛΣ παρέμεινε στο νοίκι, στο ταπεινό θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ η ΚΟΑ έκανε πρόβες στα υπόγεια του Ωδείου Αθηνών, επίσης με νοίκι. Η διοίκηση του Μεγάρου, παρά την απόλυτη εξάρτηση από το ελληνικό Δημόσιο για το κτιριακό του πρόγραμμα και την παχυλή ετήσια επιχορήγηση, σχεδίαζε και δρούσε ως ανεξάρτητο πριγκιπάτο. Ορθώς, μέχρι ένα σημείο: ποιος υπουργός Πολιτισμού και ποια κρατική γραφειοκρατία θα μπορούσαν να συντηρήσουν με συνέπεια και συνέχεια μια πολιτική για το Μέγαρο; Από την άλλη, η ιδιωτική διοίκηση του κρατικοδίαιτου ΟΜΜΑ επολιτεύετο βάσει των πεποιθήσεων και εντέλει του προσωπικού γούστου, και όχι βάσει κοινώς αποδεκτών κριτηρίων και κανόνων. Καλό γούστο ομολογουμένως, και ακριβό: προσανατολισμένο κυρίως στις μετακλήσεις αστέρων και διάσημων συνόλων, και σε ολίγες πολυδάπανες παραγωγές.
Το ζενίθ του Μεγάρου συνέπεσε με τη μέθη της ισχυράς Ελλάδος και τη χρηματοπιστωτική φούσκα· σχετικά εύκολα η διοίκησή του προσείλκυσε μεγάλες χορηγίες από τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες· στην πραγματικότητα, σάρωνε τις εταιρικές χορηγίες και άφηνε ψίχουλα για όλους τους υπόλοιπους.
Είπαμε: το Μέγαρο ήταν χρήσιμο, υπό άλλους όρους λειτουργίας ενδεχομένως. Οχι όμως και η δεύτερη φάση του, η εξωφρενική κτιριακή επέκτασή του υπογείως, καμουφλαρισμένη ως συνεδριακό κέντρο για να απορροφηθούν κοινοτικοί πόροι και δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Για να γίνει αυτή η επέκταση, με αισθητική μεταξύ ταφικού μνημείου και ξενοδοχείου του Ντουμπάι, απαιτήθηκε ένας υπέρογκος δανεισμός από το ελληνικό Δημόσιο, ύψους 245 εκατ. ευρώ. Δύο διαδοχικές κυβερνήσεις της ισχυράς Ελλάδος έσπευσαν να συνδράμουν, το 2003, με φόντο τους Ολυμπιακούς, και το 2007, λίγο πριν από τη χρεοκοπία. Σήμερα, η πτωχευμένη Ελλάς αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα δάνεια, και το άλλοτε ευκλεές, σνομπ Μέγαρο αδυνατεί να πληρώσει μισθούς. Σήμερα η Αθήνα διαθέτει δύο μεγάλες σύγχρονες σκηνές όπερας στη Β. Σοφίας, που αδυνατεί να συντηρήσει· και σε λίγο χρόνο άλλη μία υπέρλαμπρη στο Φάληρο, με την υπογραφή Ρέντσο Πιάνο, η οποία όμως δεν δαπανά δημόσιο χρήμα.
Και τώρα; Τώρα κινδυνεύει να χαθεί το συμβολικό κεφάλαιο που σωρεύθηκε επί δύο δεκαετίες, και να απαξιωθεί όλο το συγκρότημα, εφόσον δεν βρεθεί ένα μοντέλο βιώσιμο και λειτουργικό, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Τουλάχιστον, ας διδαχθούμε πικρά για την απληστία και την ξιπασιά, ιδιωτική και δημόσια.

Του Νίκου Ξυδάκη
http://www.kathimerini.gr 
7-7-2013


2.

Για τον Χρήστο Λαμπράκη και το Μέγαρο Μουσικής


Μόλις έχει συμπληρωθεί ένας χρόνος από τον θάνατο του Χρήστου Λαμπράκη και το ΔΟΛιο οικοδόμημά του καταρρέει. Καταρρέουν οι εφημερίδες, το Mega, οι παράπλευρες επιχειρηματικές δραστηριότητες, το Ίδρυμα Λαμπράκη, ο φερώνυμος δημοσιογραφικός Οργανισμός και κυρίως το θαυμαστό υβρίδιο πολιτικοπολιτιστικής διαπλοκής που λέγεται Μέγαρο Μουσικής. Ο Παρθενώνας της νεότερης Ελλάδος, όπως το ονόμασε και η ανηκέστου μνήμης Δήμητρα Λιάνη-Παπανδρέου. Και το οποίο πέρσι έκλεισε 20 χρόνια λειτουργίας. Η αλήθεια αναμφισβήτητα είναι πως το Μέγαρο, η ιδεοληπτική εμμονή του μελομανούς Λαμπράκη, έβαλε τον τόπο, έστω και μέσω αποκλεισμών, σατραπισμών και μηχανορραφιών, στο σύστημα της διεθνούς σοβαρής μουσικής. Έστω και διαπράττοντας συμψηφισμούς του τύπου «ο Νταλάρας ή η Αρβανιτάκη στο Μέγαρο» για λόγους επιβίωσης. ΄Η, έστω, μη επιτρέποντας στην ΚΟΑ να κάνει πρόβες στους χώρους του. Το Μέγαρο έγραψε ιστορία. Με τι κόστος όμως και σε βάρος ποιων άλλων προτεραιοτήτων, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πολύ πικρή για όσους εμπλέκονται στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας. Μιλώ έτσι γιατί είμαι ίσως από τους ελάχιστους, μετά τον Χρήστο Παπουτσάκη και τον Αντώνη Καρκαγιάννη, που άσκησα κριτική στην πολιτεία Λαμπράκη κυρίως μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Αντί», του οποίου ήμουν βασικός συντάκτης για δέκα περίπου χρόνια. Κατά καιρούς ο Κίτσος Τεγόπουλος και η «Ελευθεροτυπία» έβαλλαν εναντίον του Λαμπράκη, όχι όμως για να ψέξουν τις πολιτικές του παρεμβάσεις, αλλά περισσότερο για λόγους ανταγωνισμού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι σταμάτησα να γράφω τη σαββατιάτικη επιφυλλίδα μου στην εφημερίδα όταν δεν δημοσιεύτηκε, πριν από 5 περίπου χρόνια, κείμενό μου εναντίον του ΔΟΛ, μετά από παρέμβαση του τότε εκδότη Θανάση Τεγόπουλου και του τότε αρχισυντάκτη Σήφη Πολυμίλη. Σήμερα ο πρώτος είναι στο σπίτι του και ο δεύτερος στο… «Βήμα».
Πρέπει εδώ να ειπωθεί πως ο Χρήστος Λαμπράκης, άνθρωπος αγοραφοβικός και κρυψίνους, ευφυέστατος όμως και άκρως οργανωτικός, κυβέρνησε την Ελλάδα από το παρασκήνιο για περισσότερα από 30 χρόνια, ενώ παράλληλα υπήρξε, μετά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου, η τρίτη σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα που διαμόρφωσε το κλίμα της Μεταπολίτευσης.
Επίσης ο Χρήστος Λαμπράκης ήταν, μετά τη Μελίνα Μερκούρη, ο άτυπος πλην διαχρονικός υπουργός Πολιτισμού εφόσον ο ίδιος διόριζε, συνελόντι ειπείν, κοινοβουλευτικούς υπουργούς Πολιτισμού της αρεσκείας του και εφόσον ουδείς πρωθυπουργός τολμούσε να επιλέξει προϊστάμενο στο κακόφημο κτήριο της οδού Μπουμπουλίνας ο οποίος δεν θα είχε καλές σχέσεις με τον ΔΟΛ. Ο μόνος που πειραματίστηκε εν ου παικτοίς υπήρξε ο Κωστάκης Καραμανλής, ο οποίος αυτοκαταστροφικός ων, τοποθέτησε το εκρηκτικό δίδυμο Τατούλη - Ζαχόπουλου στο ΥΠΠΟ μπαχαλοποιώντας ένα σύστημα που δούλευε... όπως δούλευε. Ο Τατούλης επιχείρησε να ελέγξει το Δ.Σ. του Μεγάρου, ενώ το Megaron Plus τύποις οργανωνόταν από το υπουργείο του αλλά και πάλι ο Λαμπράκης παρέμενε αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος και έκανε ό,τι ανέκαθεν ήξερε να κάνει. Να βυσσοδομεί μέσω των πραιτοριανών του και του alter ego Σταύρου μεθοδεύοντας την υπονόμευση πρωθυπουργών ή αρχηγών κομμάτων που βρίσκονταν στα πρόθυρα της εξουσίας και στήνοντας πάνω σε άλογα νεκρούς Ελ Σιντ, όπως π.χ. τον Έβερτ επί Μητσοτάκη, τον Βενιζέλο επί Σημίτη, την Ντόρα επί Καραμανλή, τον Βενιζέλο επί Παπανδρέου κ.ο.κ. Αυτά όμως είναι μέσα στους κανόνες του πολιτικού παιγνίου και τα ίδια συνέβαιναν και επί Ελένης Βλάχου, τότε που στην «Καθημερινή» δεν έκανε κουμάντο μέχρι κι ο… Μαρινάκης. Αυτό που όμως ήταν το μέγα, το ιστορικό ατόπημα του Χρήστου Λαμπράκη, σχετιζόταν με τη θηριώδη χορηγία που αποσπούσε από το ΥΠΠΟ για το Μέγαρο – παράλληλα με τις χορηγίες όλων των επιφανών οικογενειών της χώρας και των τραπεζικών οργανισμών –, αποστερώντας έτσι ζωτικά κεφάλαια από οποιαδήποτε άλλη πολιτιστική δραστηριότητα. Υπήρξαν φορές που το Μέγαρο απορροφούσε από το 1/3 ώς τα 2/3 (sic) του προϋπολογισμού του ΥΠΠΟΤ αφήνοντας έτσι χωρίς πόρους π.χ. τεράστια ανασκαφικά προγράμματα σε όλη τη χώρα, από την Κρήτη ώς τον Έβρο, αναστηλώσεις ή ανεγέρσεις μουσείων, τη Λυρική Σκηνή, τις κρατικές ορχήστρες, τις κρατικές σκηνές, το ΕΚΕΒΙ κ.λπ.
Η φεουδαλική λογική του Λαμπράκη δεν ήταν απλώς το Μέγαρο αντί όλων των άλλων. Ήταν το Μέγαρο εναντίον όλων των άλλων.
Πράγμα τρομαχτικό για έναν τόπο που μόλις επιχειρούσε να χτίσει μια συνεπή πολιτιστική πολιτική. Όπως π.χ. συνέβη επί υπουργίας Μπένου. Απλά πώς ήταν δυνατό να υπάρξει αντίλογος στη μονοκρατορία Λαμπράκη όταν λ.χ. ακόμα και η Μελίνα φοβόταν τον τότε υφυπουργό της Θάνο Μικρούτσικο επειδή τον υποστήριζε ο ΔΟΛ και τον προάλειφε για υπουργό; Όπερ βέβαια και εγένετο. Κι έπειτα, με τη σειρά του, ο Μικρούτσικος ανέβασε όπερα στο Μέγαρο, την «Ελένη» αν ενθυμείσθε, σε λιμπρέτο Χρήστου Λαμπράκη. Τα γέλια που κάναμε τότε στο «Αντί» πριν ενσκήψουν οι διάφοροι ζήσηδες ακόμη ακούγονται στη Δεινοκράτους.
Αλλά έστω· κι αυτό το αμάρτημα της αλαζονείας ας είναι συγγνωστό. Το άλλο όμως της πλεονεξίας είναι ασυγχώρητο· και εδώ ο Λαμπράκης έχει συστηματικά δημιουργήσει δύο πληγές:
α) Το θέμα δεν ήταν πως ο ίδιος ως παντοδύναμος ασκούσε εξουσία. Το θέμα είναι πως κι όλοι οι παρατρεχάμενοί του, εξ αυτού έλκοντες το θείον φως, ήσαν συχνά βασιλικότεροι του βασιλέως. Και, συχνότερα, ερήμην του. Δείτε ας πούμε με τι ύφος εκφωνούν τις ειδήσεις οι σταρ του Mega. Αισθάνεσαι πως αισθάνονται σαν μικροί πρωθυπουργοί. Αυτό είναι ένα επίτευγμά του, το οποίο, δίκην ευεργετικού, καλύπτει όλο το φάσμα της γιαλαντζί παραδημοσιογραφίας φτάνοντας ώς το... Kontra. Ο αόρατος Λαμπράκης έδωσε στον οποιοδήποτε μιντιακά εμφανιζόμενο μιαν ευλογία ισχύος θεσμικής. Αυτά πληρώνουμε σήμερα. Παράλληλα η εξουσία του απλωνόταν και εδραιωνόταν σ’ ολόκληρο το πολιτιστικό φάσμα. Έτσι, ποικίλοι διευθυντές ή διευθύντριες μουσείων, ανώτατα στελέχη της Λυρικής ή λοιπών πολιτιστικών οργανισμών, απλώς δεν υφίσταντο αν δεν είχαν την έγκρισή του. Όλες αυτές τις δεκαετίες δεκάδες πολιτιστικάριοι σταδιοδρόμησαν έχοντας σαν βασικό τους προσόν την εύνοια… Εκείνου. Εμπρός στη θέληση του Λαμπράκη οι πολιτικά υπεύθυνοι καθίσταντο ανεύθυνοι σαν… Πρόεδροι Δημοκρατίας.
Κι αυτά όμως μπορούν να παραγραφούν κυρίως επειδή η παντοδυναμία Λαμπράκη κατεδείκνυε δραματικά την ανυπαρξία κράτους. Κι αυτό δεν μπορεί επ’ ουδενί να πιστωθεί αποκλειστικά στον ΔΟΛιο άρχοντα. Πίσω από τον ικανό Λαμπράκη εκατοντάδες ανίκανοι ή τυχοδιώκτες απέκτησαν υπόσταση, έχτισαν οικονομικές ή πολιτικές καριέρες, έγιναν υπουργοί, παραλίγο πρωθυπουργοί κ.λπ.
Και ο Κολοφώνας:
 β) Ο Χρήστος Λαμπράκης γράφοντας στα παλαιότερα των κατά πάγια συνήθεια πολύ παλαιών του υποδημάτων – ο ίδιος ζούσε εξαιρετικά λιτά – νόμους, δικαστήρια, πολεοδομίες υπουργικές αποφάσεις – καλά τώρα! –, Συμβούλια Επικρατείας κ.λπ., επέμεινε ώσπου τελικά κατάφερε να χτίσει την εξόφθαλμα παράνομη, φαραωνική υπόγεια όπερά του μέσα στο πάρκο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων σε σχέδιο απολύτως προσωπικό και χωρίς κατ’ ουσίαν αρχιτέκτονα! Παράλληλα «έσκαψε» ένα πανάκριβο εκθεσιακό - συνεδριακό κέντρο – το γνωστό και ως Άμπου Ντάμπι –, θέλοντας έτσι να αφομοιώσει πλήρως την ΕΛΣ και οποιονδήποτε άλλο μουσικοκαλλιτεχνικό θεσμό, π.χ. το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, θα τολμούσε να υπάρχει εκτός Μεγάρου. Όλα αυτά στοίχισαν αμύθητα ποσά, στα οποία ο Λαμπράκης δεν συνέβαλε καθόλου και για τα οποία εγγυόταν το κράτος. Από κοντά και το Μέγαρο Θεσσαλονίκης, ένα άθλιο αρχιτεκτόνημα με τεράστιες φιλοδοξίες, ανοίγματα και εξίσου τεράστια αδιέξοδα σήμερα!
Τι μέλλει γενέσθαι; Ποιος θα πληρώνει για το κολοσσιαίο άνοιγμα του Μεγάρου Μουσικής; Μα βέβαια το υπερχρεωμένο και πτωχευμένο κράτος που τέθηκε εγγυητής για τα τραπεζικά του δάνεια. Όπερ σημαίνει ότι ο Χρ. Λαμπράκης έκανε το κέφι του χρησιμοποιώντας – κι αυτός – δημόσιο χρήμα και μάλιστα χωρίς να λογοδοτεί πουθενά. Σήμερα την ευθύνη του Μεγάρου έχει ένας ικανός άνθρωπος, που όμως γνωρίζει πόσο αξεπέραστα είναι τα αδιέξοδα. Ο Ιωάννης Μάνος. Κυρίως γιατί ο συγκεκριμένος θεσμός σχεδιάστηκε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι εξ αρχής ανανταποδοτικός και ελλειμματικός. Το κράτος απέτυχε στη διοίκησή του, όπως απέτυχε εξίσου και ο ιδιωτικός παράγων. Ο Λαμπράκης, όσο ζούσε, απλώς κέρδιζε χρόνο διευθύνοντας προσωπικά το μουσικό παίγνιο «η τυφλόμυγα». Τώρα, οι «Φίλοι του Μεγάρου Μουσικής», το Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία και το ΥΠΠΟΤ ως ανάδοχος φορέας πληρώνουν και τυπικά και ουσιαστικά σφάλματα άλλων. Αναμφισβήτητα το Μέγαρο πρέπει να επιβιώσει, χωρίς όμως τους ηγεμονισμούς και τους βυζαντινισμούς του παρελθόντος.
Αυτόν τον Γόρδιο Δεσμό σήμερα ποιος πολιτικός μπορεί να τον λύσει;

ΥΓ.: Στην αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου είδαμε τον «Faust» του Gounod σε μια εξαιρετική παραγωγή της ΕΛΣ με αρχιμουσικό τον ίδιο τονν διευθυντή της, Μύρωνα Μιχαηλίδη. Δεν θα έπρεπε η ΕΛΣ, αλλά και η ΚΟΑ, να φιλοξενούνται μόνιμα από το Μέγαρο, το οποίο στήριζε και στηρίζει κατ’ αποκλειστικότητα το ελληνικό δημόσιο; Φαίνεται πως η πολιτική μας ηγεσία τρέμει ακόμα τον Λαμπράκη, έστω και σαν σκιά

Μάνος Στεφανίδης
http://topontiki.gr/article/32011/
 14 Μαρτίου 2012

ΣΧΕΤΙΚΑ


Χρήστος Λαμπράκης