''Σύνδρομο Ρεπούση'' ...







1.

Πολιτικός σκοταδισμός

Μετά την πρόταση για κατάργηση των Θρησκευτικών περάσαμε σε νέα απαγόρευση: να καταργηθούν και τα Αρχαία Ελληνικά και να τα διδάσκονται μόνον οι κλασικοί φιλόλογοι!
Ας αρχίσουμε από τα δύσκολα. Τα Θρησκευτικά. Το μάθημα δευτερευόντως είναι κατήχηση, κυρίως είναι μάθημα εκκλησιαστικής ιστορίας και θρησκειολογίας. Κανένας δεν υποχρεώνει το μαθητή που είναι άλλου θρησκεύματος, ή άθεος, να το παρακολουθήσει. Κάνει μια αίτηση και εξαιρείται. Γιατί το μάθημα να γίνει προαιρετικό; Είναι δευτερεύον; Οχι. Η εκμάθηση της πατερικής γραμματείας είναι αναγκαία για κάποιον που θέλει να γίνει ιστορικός, θεολόγος, φιλόλογος ή φιλόσοφος. Ο φιλόλογος πρέπει να γνωρίζει την εκκλησιαστική γλώσσα, την ιστορία των Συνόδων, τα κείμενα των Πατέρων, διότι διαφορετικά δεν θα μπορεί να καταλάβει το πέρασμα στην ελληνιστική και μεσαιωνική γραμματεία. Και δεν θα καταλάβει την ευρωπαϊκή ιστορία, η οποία έχει θεολογική βάση. Οι μεγαλύτεροι Ευρωπαίοι διανοητές, από Τζόις μέχρι Αλτουσέρ, είχαν αυστηρή καθολική εκπαίδευση.
Βεβαίως το μάθημα, έτσι όπως γίνεται σήμερα, με αφόρητες ηθικολογίες, καμία σχέση δεν έχει με τη μελέτη της πατερικής γραμματείας. Εχουμε αποκοπεί από το σημαντικότερο κομμάτι της πνευματικής μας παράδοσης. Ούτε τη βυζαντινή τέχνη δεν μπορούμε να κατανοήσουμε χωρίς τη μελέτη του μεσαιωνικού ελληνισμού, ούτε καν τη νεοελληνική λογοτεχνία, η οποία είναι γεμάτη με αναφορές στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Σεφέρης, Ελύτης, Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Λορεντζάτος, Θεοτοκάς είναι μερικοί μόνον από τους συγγραφείς μας που το έργο τους βουλιάζει μέσα σ' αυτήν την τεράστια πνευματική κοίτη.
Είναι δυνατόν να λέμε ότι το μάθημα αυτό είναι δευτερεύον; Πρέπει όχι μόνον να παραμείνει υποχρεωτικό, αλλά να ενισχυθεί και να λάβει περιεχόμενο αντάξιο της σημασίας του. Σε όλη την Ευρώπη σήμερα, κυρίως στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αγγλία, οι θεολογικές σπουδές ανθούν πραγματικά. Εμείς τι ακριβώς ζητάμε; Να καταργήσουμε ένα μάθημα στο οποίο ιστορικά είμαστε πρωταγωνιστές;
Πάμε στα Αρχαία. Μια πολιτική παράταξη σκοταδιστών επιδιώκει την κατάργηση μαθημάτων από τα σχολεία! Στο όνομα μάλιστα του νεοτερισμού! Από πότε όμως η πρόοδος έρχεται με την απαγόρευση μαθημάτων; Απ' όσο ξέρουμε, αυτή ήταν μια πρακτική του Χότζα και του Στάλιν, που γκρέμιζαν εκκλησίες και μονές. Εμείς τους ξεπεράσαμε, απαγορεύουμε και τα Αρχαία Ελληνικά!
Τα Αρχαία Ελληνικά, λένε, είναι μια νεκρή γλώσσα! Η ελληνική έχει ενιαία πορεία, εξελίσσεται, αλλά παραμένει συνεχής. Πώς θα διαβάσουμε Καβάφη και Ροΐδη και Ζαμπέλιο που έχουν ελληνικούρες; Πλάτωνα ένας γιατρός δεν επιτρέπεται να διαβάζει; Τι θα το κάνουμε το Λύκειο; Σχολή ηλεκτρολόγων; Οταν η Ιταλία και η Γαλλία έχουν τα Αρχαία Ελληνικά στα Λύκειά τους, εμείς θα τα βγάλουμε; Τι χώρα θα γίνουμε; Με τι είδους ανθρώπους; Που θα βιδώνουν βίδες και θα σερβίρουν μπίρες σε Αγγλους;
Δυστυχώς, ο λαός έχει μείνει μόνος του, χωρίς σοβαρή πνευματική και πολιτική ηγεσία. Η νέα κυβέρνηση που θα σχηματιστεί -πιθανότατα, με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ- θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα σοβαρά, σεβόμενη την ιστορική παράδοση του ελληνισμού και τη λαϊκή βούληση, η οποία είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει ποια μαθήματα θα διδάσκονται και τι ακριβώς θα προβλέπει το Σύνταγμά μας. 

Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ 
- Iστορικού, διδάσκοντος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=386105




2.

Σύνδρομο Ρεπούση

Εχει τον τρόπο της η κυρία Ρεπούση. Από την ολοφυρόμενη Σμύρνη πέρασε δίκην ιστορικού τροχονόμου και είδε «συνωστισμό». Στο δύσβατο Ζάλογγο εντόπισε κατοπινούς σεναριογράφους να κατασκευάζουν μύθους με τις Σουλιώτισσες. Στον ναό της εκπαίδευσης διέκρινε τα ρασοφορεμένα Θρησκευτικά σε ρόλο δυνάστη και πρότεινε την αντικατάστασή τους από τη Θρησκειολογία. Και τώρα ξανά προς τη δόξα τραβά, ανοίγοντας μέτωπο με τα Αρχαία Ελληνικά.
Η κυρία Ρεπούση δεν πρωτοτυπεί. Τα τελευταία χρόνια μια ευάριθμη πλην δυναμική ομάδα (κυρίως) πανεπιστημιακών, με άμεση πρόσβαση στα μίντια, υπηρετεί εμμονικά μια αναθεωρητική εναντιοδρομία. Βάλλει κατά των εννοιών πατρίδα και έθνος, ξιφουλκεί κατά της «συνέχειας του Ελληνισμού», ζητεί την αναθεώρηση της επίσημης ελληνικής ιστορίας, και ομού με ορισμένα πολιτικά κόμματα καλούν το κράτος να χωρίσει τα τσανάκια του από την Εκκλησία.
Ελάχιστα μέλη της ομάδας αυτής καταθέτουν νηφάλια τις απόψεις τους. Στον λόγο τους κυριαρχεί η επιθετική καταγγελία, η περιφρονητική δυσανεξία και μιας μορφής εστετίστικη αλαζονεία.
Στη θέση του γόνιμου διαλόγου, η νεύρωση του δίκιου. Αντί για προσπάθεια πειθούς μέσω στερεών επιχειρημάτων, σκόρπιες εκκεντρικές παρεμβάσεις. Αντί προσκλήσεως για συν-εννόηση, η πρόκληση... Επί παραδείγματι, ένα από τα μέλη της άτυπης αυτής ομάδος έφθασε να γράψει ότι ο πατριωτισμός ήταν βασικό στοιχείο της χιτλερικής ιδεολογίας...
Σε κάποια σημεία η κυρία Ρεπούση, καθώς και η εν λόγω ομάδα, έχουν δίκιο. Ασφαλώς υπάρχουν βολικά λαξεμένες γωνίες στην επίσημη ιστορία. Ασφαλώς και υφίσταται θέμα με ορισμένα βιβλία. Ασφαλώς και υπάρχει ανάγκη λειτουργικής διευθέτησης των σχέσεων του κράτους με την Εκκλησία. Ομως έχει μεγάλη σημασία, κυριαρχική, το «πώς» τίθενται τα ζητήματα. Τι εκπέμπει εκείνος που εναντιοδρομεί. Και -ουχί ήσσονος σημασίας- «πότε» και «διά τίνος» μέσου. Στη Βουλή που καίγεται από άλλα φλέγοντα; Σε κομματικές εκδηλώσεις, στην αγορά, πού; Και πότε; Την ώρα που καλώς ή κακώς η πλειονότης θεωρεί ότι δέχονται επίθεση το έθνος, η οικονομία, η γλώσσα και η ιστορία του -και οι σαλτιμπάγκοι της Χρυσής Αυγής εκμεταλλεύονται χυδαία τις λέξεις πατρίδα και έθνος-, εσύ βγαίνεις στην ωραία πύλη του Διαφωτισμένου οίκου σου και θέτεις τα ζητήματα αυτά! Αστοχία στον τρόπο, ή μεθοδευμένη πρόκληση;
Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση για το ούτως ειπείν προβοκατόρικο παρεμβαίνειν της κυρίας Ρεπούση θα είχε περιορισμένο ενδιαφέρον. Θα αφορούσε την ίδια και ενδεχομένως τον ψυχισμό της αιρετικής δράκας στην οποία ανήκει. Το μείζον αφορά μια διαπίστωση και μια ερμηνεία. Διαπιστωμένα, η σκόνη από το ποδοβολητό της κυρίας Ρεπούση αδικεί μεγάλο μέρος του δίκιου της. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι απόψεις της πολύτιμο υλικό για γόνιμο διάλογο. Αλλά η ίδια επιλέγει να σιτίζει φαντασμαγορικές αντιμαχίες, ξέροντας ότι έχει εξασφαλίσει ενάντια πυρά και σίγουρη αυτοπροβολή.
Υπάρχει κάτι χειρότερο. Η κυρία Ρεπούση δίνει την εντύπωση ότι το κάνει επίτηδες! Οτι αδιαφορεί για το ουσιαστικώς επενεργείν των απόψεών της. Οτι δεν νοιάζεται που ο τρόπος της ενισχύει ενδεχομένως τη Χρυσή Αυγή και εμποδίζει τον κόσμο να προβληματιστεί για τις δικές του πάγιες και ανελαστικές απόψεις... Βέβαια, η ερμηνεία αυτή κινείται στο όριο της δίκης προθέσεων. Αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Φροντίζει να την υψώνει περίβλεπτη με την τακτική της η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ...
Αν ευστοχούν τα ως άνω, το «σύνδρομο Ρεπούση» θα εμφανίζεται συχνά. Εχει τον τρόπο της η σημαιοφόρος του «συνωστισμού»... 

Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΤΡΙΑΝΤΗ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.columns&id=385543






3.

Οι νεκρές γλώσσες, η κ. Ρεπούση η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών.

Για να χρησιμοποιήσω το κλισέ, “σάλο προκάλεσε” η τοποθέτηση της Μαρίας Ρεπούση, βουλευτίνας της ΔΗΜΑΡ, προχτές στη Βουλή, ότι τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά είναι νεκρές γλώσσες (ή ίσως “λεγόμενες νεκρές γλώσσες”) και κατά συνέπεια πρέπει να περιοριστούν οι ώρες διδασκαλίας τους και/ή να διδάσκονται προαιρετικά στις άλλες κατευθύνσεις πλην της ανθρωπιστικής. Δεν είναι η πρώτη φορά που δηλώσεις της κ. Ρεπούση προκαλούν παβλοφικού τύπου αντιδράσεις, όχι και πολύ τιμητικές κατά τη γνώμη μου για όσους αντιδρούν, για να μην αναφέρω τις ξεκάθαρα χυδαίες και σεξιστικές αντιδράσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι (τολμάει και) μιλάει μια γυναίκα.

Παρόμοιες απαράδεκτες αντιδράσεις έχουν εκφραστεί κατά καιρούς εναντίον της Ζωής Κωνσταντοπούλου, της Λιάνας Κανέλλη, της Άννας Διαμαντοπούλου και πολλών άλλων γυναικών -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνώ γενικά με τις πολιτικές θέσεις της κ. Ρεπούση ή με τις επιστημονικές της τοποθετήσεις· είχα παλιότερα κάνει αρνητική κριτική στο βιβλίο της για τα Μαρασλειακά.
Συμπαθής ή αντιπαθής, η κυρία Ρεπούση είχε δίκιο όταν χαρακτήρισε “νεκρές γλώσσες” τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Τα αρχαία ελληνικά καθαυτά είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς ομιλητές (δηλ. που να την έχουν μητρική γλώσσα). Το ίδιο άλλωστε ισχύει και με τα λατινικά, κι αυτά νεκρή γλώσσα θεωρούνται. “Μα εγώ τα χρησιμοποιώ και σήμερα”, λέει κάποιος. Όχι όμως σε παραγωγή καινούργιου λόγου, και όχι σε κάτι σοβαρότερο από λεκτικά παιχνίδια, όπως είναι το δελτίο ειδήσεων στα αρχαία ελληνικά, που συντάσσει ένας συμπαθής Ισπανός (αν το συνεχίζει ακόμα). Βέβαια, από την άποψη αυτή τα λατινικά έχουν πολύ σοβαρότερες αξιώσεις, αφού στα λατινικά βγαίνουν κάμποσες κανονικές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων η επίσημη εφημερίδα του Βατικανού (Acta Sanctae Sedis).
“Ναι, αλλά τα αρχαία ελληνικά ζουν μέσα από τη νέα ελληνική γλώσσα”, παρατηρεί κάποιος άλλος. Φοβάμαι πως το αν η ελληνική (νέα και αρχαία) είναι “μία και ενιαία” γλώσσα ή όχι, αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε με αποκλειστικά γλωσσικά κριτήρια, είναι απόφαση πολιτική, όπως πολιτική απόφαση είναι γενικά το αν δυο “διάλεκτοι” ανήκουν στην ίδια γλώσσα ή είναι ξεχωριστές γλώσσες, για παράδειγμα αν η σλαβομακεδονική ειναι χωριστή γλώσσα από τη βουλγαρική. Αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση των σερβοκροατικών, που θεωριόνταν μία γλώσσα και σήμερα υπολογίζονται για δύο: σερβικά και κροατικά. Αφού οι γλώσσες δεν άλλαξαν τα τελευταία 20 χρόνια και τα κριτήρια της γλωσσολογίας επίσης δεν μεταβλήθηκαν, ολοφάνερα τα κριτήρια της ανακήρυξης της κροατικής σε γλώσσα είναι πολιτικά.
“Ναι, αλλά η διδασκαλία αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο είναι πολύ χρήσιμη για την γλωσσική κατάρτιση στα νέα ελληνικά”, λένε πολλοί. Αυτό είναι ένα σοβαρό επιχειρημα, που μπορεί και να ισχύει. Πρέπει πάντως να επισημάνω ότι έγκριτοι γλωσσολόγοι όπως ο σεβαστός Εμμανουήλ Κριαράς ή ο Φαν. Βώρος υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία της αρχαίας από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο πιθανόν να αποβαίνει σε βάρος της κατάρτισης στη νέα ελληνική αφού οι μαθητές βρισκονται αντιμέτωποι με δυο πολύ διαφορετικές γραμματικές (το θέμα το είχαμε συζητήσει παλιότερα εδώ). Πρότειναν λοιπόν αρχαία να διδάσκονται μόνο στο Λύκειο, και να υπάρχουν γερά κλασικά γυμνάσια-λύκεια που να βγάζουν γερούς κλασικούς φιλολόγους.
Εκτός αυτού, δείγμα έχουμε. Από το 1977 ως το 1992 δεν διδάχτηκαν αρχαία από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο -και δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς σοβαρά να υποστηρίξει ότι η ελληνομάθεια αυτών των παιδιών υστερεί από των νεότερων, όταν επικράτησε η δεξιά αντιμεταρρύθμιση επί κυβέρνησης Μητσοτάκη και ξανάρχισαν να διδάσκονται τα αρχαία από το πρωτότυπο.
Βέβαια, η κυρία Ρεπούση προτείνει να γίνουν προαιρετικά τα αρχαία όχι στο γυμνάσιο αλλά στο λύκειο. Κι αυτό λογικό είναι, αφού τα παιδιά έχουν ήδη διδαχτεί το σύνολο της αρχαίας γραμματικής (της αττικής βέβαια διαλέκτου) στο γυμνάσιο. Και, έτσι κι αλλιώς, στο σημερινό εξετασιοκεντρικό λύκειο όπου όλα υποτάσσονται στο βωμό των πανελλαδικών και τα λύκεια μετατρέπονται σε ιδιότυπα φροντιστήρια, είναι ουτοπικό να ελπίζουμε πως οι μαθητές θα διδαχτούν, δηλ. θα εμπεδώσουν, οποιοδήποτε μάθημα πέρα από τα τέσσερα επιλεγμένα.
Δεν θα πρότεινα σήμερα τον ριζικό περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων, αν μη τι άλλο επειδή δεν θα έχουμε τι να κάνουμε τους φιλολόγους (και τους θεολόγους για τα θρησκευτικά). Ωστόσο, η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει σε ορίζοντα δεκαετίας, με σταδιακό περιορισμό των εισακτέων στις φιλοσοφικές.
“Μα, με τα αρχαία ελληνικά γνωρίζεις την άφταστη ελληνική παιδεία”. Σύμφωνοι, αλλά ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται εξίσου αν διδάσκονται τα κείμενα από μετάφραση.
“Μα, όποιος διδάσκεται τα αρχαία μαθαίνει τις αλλαγές της γλώσσας, την ετυμολογία, τη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής”. Όχι ακριβώς. Όποιος διδάσκεται αρχαία κείμενα της κλασικής περιόδου (ή κειμενα γραμμένα σε αττική γλώσσα), δεν βοηθιέται και πολύ στο να μάθει τα νέα ελληνικά. Μπορεί ο Σοφοκλής κι ο Πλάτων να είναι αξεπέραστοι, αλλά η γλώσσα τους απέχει πάρα πολύ από τη δική μας, λείπουν δυο ή τρεις ενδιάμεσοι κρίκοι. Τα κείμενα τα γραμμένα στην ελληνιστική κοινή υστερούν σε λογοτεχνική αξία (εκτός από τα θεόπνευστα, μη βρούμε κανένα μπελά) αλλά είναι πολύ πιο χρήσιμα για την παρακολούθηση της ιστορίας της γλώσσας, το ίδιο και μεταγενέστερα κείμενα, ιδιωτικοί πάπυροι ας πούμε ή δημώδη βυζαντινά. Αν μείνεις στον Σοφοκλή, ποτέ δεν θα δεις πως “ο πατήρ, τον πατέρα” έγινε “ο πατέρας, του πατέρα”.
Στον Ιωάννη Μαλάλα θα το δεις (νομίζω). Μα, αυτά είναι κείμενα μικρής αξίας, θα πείτε. Ναι, είναι. Αλλά κατά παράδοξο τρόπο όσο λιγότερο λογοτεχνικό είναι ένα κείμενο τόσο πιο πολύ βοηθάει στη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας. Το λιγότερο, αυτά τα ταπεινά κείμενα θα μπορούσαν να διδάσκονται σε ένα απάνθισμα στο μάθημα της Ιστορίας της γλώσσας. Κι έτσι θα μας έφευγε και ο κάλος από το συλλογικό μας μυαλό, που τον καλλιεργούν κάμποσοι φιλόλογοι, κάποιοι καλοπροαίρετα, ότι η νέα ελληνική είναι γλώσσα “χαμηλότερης ποιότητας” από την αρχαία.
Ξαναλέω όμως: προς το παρόν, κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων δεν νομίζω ότι τίθεται. Οπότε, ας περάσουμε στο τελευταίο θέμα: μήπως η άποψή μου για τη συνέχεια ή όχι της γλώσσας είναι υπεκφυγή; Πιθανόν να βρίσκομαι μετέωρος ανάμεσα στις δύο θέσεις -”η ελληνική είναι μία και ενιαία” – “τα νέα ελληνικά είναι άλλη γλώσσα από τα αρχαία”. Ότι η ελληνική είναι μία και ενιαία δεν αντέχει αν σκεφτούμε ότι τα αρχαία κείμενα τα διαβάζουμε σε μετάφραση, τα θεατρικά έργα τα βλέπουμε σε μετάφραση κτλ. Ότι είναι άλλη γλώσσα, βάζει άλλου είδους προβλήματα: πόσες γλώσσες είναι;
Οπότε, έχω καταλήξει ότι η ελληνική γλώσσα (πιθανώς και άλλες γλώσσες) είναι το πλοίο του Θησέα. Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει, λέει το φιλοσοφικό πρόβλημα, έναν ωραίο νεώσοικο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν με δόξα και τιμή. Κάθε που σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο πλοίο) είναι πολιτική.

Yστερόγραφο: 
Δεν έχω ακόμα βρει το αρχικό βίντεο της ομιλίας της κ. Ρεπούση, φαίνεται όμως ότι δεν είπε “οι νεκρές γλώσσες” αλλά “οι λεγόμενες νεκρές γλώσσες”. Αν είναι έτσι, προκαλεί μεγάλη εντύπωση το σχόλιο του κ. Μπαμπινιώτη, σε προβληματικά έτσι κι αλλιώς ελληνικά: «δεν πρέπει να γινόμαστε συνομιλητές φληναφημάτων». «Θα σεβόμουν μια κριτική “θέλω λιγότερες ώρες Αρχαία και περισσότερες Ιστορία”. Είναι άλλο όμως να λες τη γλώσσα σου νεκρή».
Ο ίδιος τότε γιατί αποκάλεσε ‘χαρακτηριζόμενες ως νεκρές’ τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, σε ανύποπτο βέβαια χρόνο; Διαβάστε:
«…Ίσως σκεφθεί κανείς ότι το όλο ζήτημα είναι απλώς θεωρητικό πρόβλημα των διανοουμένων, των γλωσσολόγων και των οιονεί οικολόγων τής γλώσσας, ωστόσο εύκολα θα αντιληφθεί ότι είναι πρόβλημα που – στις διάφορες εκφάνσεις του – μάς αφορά όλους. Γιατί δεν είναι μόνο οι εξαφανισθείσες γλώσσες (Χεττιτική, Αρχ. Αιγυπτιακή, ινδιάνικες Αμερικής, αυστραλιανές, αφρικάνικες κ.λπ.) ούτε μόνο οι χαρακτηριζόμενες ως «νεκρές» (Αρχ. Ελληνική και Λατινική) που επιβιώνουν μέσα από τη συνέχειά τους (N. Ελληνική, Ιταλική) ή τις εξελιγμένες μορφές (Γαλλική, Ρουμανική, Ισπανική, Πορτογαλική κ.ά. από τη Λατινική).»
Δηλαδή; Τόσο μεγάλη διαφορά έχει ο όρος “λεγόμενες νεκρές” από τον όρο “χαρακτηριζόμενες ως νεκρές”, ιδίως μάλιστα εφόσον και η κ. Ρεπούση δέχτηκε από το βήμα της Βουλής τη συνέχεια της γλώσσας; Ξέχασε τάχα ο κ. Μπαμπινιώτης τι είχε πει ή έσπευσε να συνταχθεί, για πολλοστή φορά, με το ρεύμα;

Του Ν. Σαραντάκου


4.

Μία …νεκρή γλώσσα (according to Maraia Repousi)

Ξεχώρισα αυτό το εδάφιο από ένα μεγάλο και ενδιαφέρον άρθρο που είδα στο ιστολόγιο “Αντικλείδι” με την παρακάτω σημείωση  Περιορίστηκα σε αυτό ενθυμούμενος την δήλωση της Κας Ρεπούση ότι, τα αρχαία ελληνικά “είναι μία νεκρή  γλώσσα”
Γιατί, κάθε φορά που την βλέπω νομίζω ότι αυτή (η Κα Ρεπούση) είναι “νεκρή”΄.
 Κ.Κ.

(...)
Νέο όνομα   Παλαιό όνομα 

αβγοτάραχο ωοτάριχος
αθερίνα αθερίνη
αστακοί αστακοί
αχινοί εχίνοι
γαλέος γαλέος
γαρίδες καρίδαι
καβούρια καρκίνοι
καλαμάρια τευθίδαι
καραβίδες κάραβοι
καρχαρίας καρχαρίας
κέφαλος κέφαλος
κοκοβιός κωβιός
κολιός κολιός
λαβράκι λάβραξ
μαρίδα σμαρίδαι
μελανούρι μελάνουρος
μουρμούρα μόρμυρος
μύδια μύαι
ξιφίας ξιφίας
όρκυνος όρκυνος
παλαμίδα παλαμύς
πέρκα πέρκη
πεταλίδες λεπάδαι
πίννες πίνναι
ρίνη ρίνη
ροφός ορφώς
σάλπα σάλπη
σαργός σαργός
σαρδέλες αφύαι
σκάρος σκάρος
σκορπιός σκορπίος
σκουμπρί σκόμβρος
σκυλόψαρο κύων καρχαρίας
σουπιές σηπίαι
σπάρος σπάρος
στρείδια όστρεα
συναγρίδα συναγρίς
σωλήνες σωλήναι
τόννος θύννος
φαγκρί φάγρος
χάννος χάννη
χέλια εγχέλεις
χταπόδια πολύποδες
χτένια κτένοι

(...)

Υ.Γ 
Αν θέλετε το πλήρες άρθρο “μπείτε” στο ιστολόγιο



Βιβλιογραφική αναφορά:
Χρήστου Μότσια., «Τι έτρωγαν οι Αρχαίοι».
Αμαλία Κ. Ηλιάδη
Το παραπάνω κείμενο είναι της, Φιλολόγου και Ιστορικού (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Αμαλίας Κ. Ηλιάδη. Δημοσιεύεται στην Ματιά με την άδεια της συγγραφέως του, την οποία και ευχαριστούμε θερμά.
ΠΗΓΗ




5.

 Είναι τα αρχαία ελληνικά μία «νεκρή γλώσσα», ξένη προς τους νεοέλληνες;

Ακολουθεί ένα απόσπασμα, από βιβλίο του Henri Tonnet (τακτικού καθηγητή νέων ελληνικών στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού στο Παρίσι και διευθυντή στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Σορβόννης), που αποτελεί μία -σύντομη μα περιεκτική- επισκόπηση της πορείας της ελληνικής γλώσσας, η οποία  ξεδιαλύνει σύγχρονες συγχύσεις περί της σχέσης αρχαίας ελληνικής και νέας:

 "Όλη η ιστορία της ελληνικής γλώσσας χαρακτηρίζεται από μία διπλή κίνηση διαίρεσης και σύγκλισης. Από την κοινή ελληνική γλώσσα προέρχονται οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι, από τις οποίες πηγάζει η ιωνική-αττική. Από τον 5ο αιώνα, η αττική παραγκωνίζει τις άλλες διαλέκτους. Κατόπιν απλοποιείται και μεταμορφώνεται σε κοινή γλώσσα, την Κοινή, στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Από το 2ο όμως αιώνα, εμφανίζεται μια αρχαΐζουσα αντίδραση, ο Αττικισμός, που κατακτά όχι μόνο τους μορφωμένους ειδωλολάτρες, αλλά και τους Πατέρες της Εκκλησίας τον 4ο αιώνα. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υιοθετεί την αττικίζουσα αυτή Ελληνική ως γλώσσα της διοίκησης. Ενώ η αρχαία Ελληνική διαιωνίζεται πάνω από μία χιλιετία, η προφορική γλώσσα που προέρχεται από την Κοινή απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο απ' αυτήν. Η προφορική αυτή Ελληνική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την οποία δεν γνωρίζουμε επαρκώς, θα παρουσίαζε κάποιες διαφορές ανάλογα με τις περιοχές. Ο ελληνικός όμως χαρακτήρας που ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στο μέτρο που αποσπώνται απ' αυτήν επαρχίες, όπου η Ελληνική δεν είναι η επικρατέστερη γλώσσα (Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία), συνέβαλε μάλλον στη διατήρηση μιας κάποιας ενότητας της ομιλούμενης κοινής γλώσσας. Η διαλεκτική διαίρεση αυξάνεται, ιδιαίτερα ύστερα από τις Σταυροφορίες, όταν ολόκληρες περιοχές, όπως η Κύπρος, η Κρήτη, τα Ιόνια νησιά και, για λιγότερο χρονικό διάστημα, η Πελοπόννησος, ξεφεύγουν από τον πολιτικό και γλωσσικό έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Από το 13ο μέχρι και το 19ο αιώνα, η ελληνική γλώσσα βρίσκεται στην ίδια κατάσταση διαλεκτικής διαίρεσης με την αρχαία Ελληνική. Ύστερα από το 1830, συναντάμε στη νέα ελληνική γλώσσα την ίδια διαδικασία κάθαρσης που είχε γνωρίσει η αρχαία Ελληνική. Τα Ελληνικά της Πελοποννήσου -περιοχή που αποτέλεσε την καρδιά του πρώτου μικρού επίσημου ελληνικού κράτους- επιβάλλονται ως κοινή γλώσσα, ενώ οι άλλες διάλεκτοι και τα ιδιώματα υποχωρούν με γρήγορο ρυθμό 
  Αυτή όμως η πρόσφατη Κοινή, που προστέθηκε στις άλλες διαλέκτους και υπέστη την επίδραση της λόγιας γλώσσας, δεν έχει τη σταθερότητα των σύγχρονων παλαιών γλωσσών, όπως η Γαλλική. Δεν ταυτίζεται ακριβώς με την επίσημη γλώσσα, τη δημοτική. Η τελευταία εμπλουτίστηκε και συστηματοποιήθηκε, συχνά μέσω της διοικητικής οδού, για να γίνει κοινή γλώσσα και να διδάσκεται σήμερα στα σχολεία. Σήμερα η ελληνική γλώσσα εμφανίζεται ακόμα με διάφορες παραλλαγές, ενίοτε αρκετά απομακρυσμένες μεταξύ τους: Την πρότυπη Ελληνική του Σχολείου και των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, τις προφορικές επαρχιακές που διατηρούν ίχνη διαλεκτικών εκφράσεων και το γραπτό λόγο, με όλη αυτή την αφθονία μιας δημιουργίας που μπορεί ακόμα σήμερα να έχει στη διάθεσή του το σύνολο της ελληνικής κληρονομιάς. 
  Η αρχαία Ελληνική γλώσσα φαίνεται ότι έφερε μέσα της κάποια σπέρματα που επρόκειτο να την οδηγήσουν στη μεταμόρφωσή της στη νέα Ελληνική.  
  Από φωνητική άποψη, η γλώσσα παρουσιάζει ταυτόχρονα μια τάση να διατηρήσει τα κύρια φωνήεντα αλλά και σχετική αδυναμία στα σύμφωνα. Αυτή η ιδιαιτερότητα επρόκειτο να οδηγήσει στην εξαφάνιση όλων των τελικών συμφώνων εκτός από το [s] και το [n] -το τελευταίο τείνει με τη σειρά του να εξαφανιστεί- και στη μετατροπή σε διαρκή ή στη σίγηση πολλών συμφώνων που βρίσκονταν ανάμεσα σε δύο φωνήεντα. Αυτή η διαδικασία είναι πολύ πιο προχωρημένη σε ορισμένες διαλέκτους απ' ότι στην κοινή δημοτική γλώσσα.
Η Ελληνική, αρχαία και νέα, είναι επίσης συντηρητική στον τονισμό της, ο οποίος, τροποποιούμενος στην πραγματοποίησή του, διατηρήθηκε ανέπαφος στο σύστημά του. Βρίσκουμε επίσης μέσα στη γλώσσα τις ίδιες αντιθέσεις τονισμού στη ρίζα ή στα προσφύματα και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τους ίδιους περιορισμούς που οφείλονται σε ένα σύστημα χρόνων συλλαβής που έχει κυριολεκτικά χαθεί, το λιγότερο από την αρχή της χριστιανικής περιόδου. Όσο μπορούμε να εμπιστευθούμε τα τονιζόμενα έγγραφα και παρά μερικές δειλές καινοτομίες που οφείλονται στην αναλογία, ιδίως στις διαλέκτους (δέντρον   δεντρό, άνθος   αθός) οι πρώτοι τόνοι διατηρήθηκαν κατά τρόπο αξιοσημείωτο από την αρχαιότητα.         Ανάμεσα στις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες η Ελληνική είχε από την αρχή την τάση να απλοποιεί το σύστημα των πτώσεων, το οποίο προσδιόριζε σαφώς με προθέσεις Αυτή η κίνηση που ξεκίνησε από την αρχαία ελληνική (εξαφάνιση της αφαιρετικής και της οργανικής) ακολουθείται αργά κατά τη μετάβαση από την αρχαία στη νέα Ελληνική, με την εξαφάνιση της δοτικής, περίπου τον 10ο αιώνα. Διαπιστώνουμε στη σύγχρονη Ελληνική κάποιο περιορισμό της γενικής πληθυντικού, της οποίας ο τονισμός παρουσιάζει δυσκολίες. Μερικές διάλεκτοι προχωρούν πιο μακριά σ' αυτή την εξέλιξη. Έτσι από το Μεσαίωνα η Κυπριακή αντικαθιστά τη γενική πληθυντικού με την αιτιατική. 
  Χωρίς αμφιβολία, όλες οι εξελίξεις έλαβαν χώρα, σε όλους του τομείς, με σχετικό παραλληλισμό για να καταλήξουν στην παρούσα κατάσταση. Είναι, εντούτοις, αξιοσημείωτο ότι η φωνητική, η μορφολογία και το λεξιλόγιο δεν είχαν αλλάξει με τον ίδιο ρυθμό με την πάροδο του χρόνου. Υπήρχαν περίοδοι κρίσης για κάποιους τομείς του συστήματος, οι οποίοι κατέληξαν στο να εφαρμοστούν γρήγορα ή πολύ αργότερα καινούργιες ισορροπίες 
   Αυτό είναι προφανές για το φωνολογικό τομέα που περνά κρίση γύρω στον 3ο π.Χ. αι. με την υιοθέτηση της Κοινής από πληθυσμούς που αρχικά δεν μιλούσαν την Ελληνική. Η βασική αλλαγή, που οδηγεί στη σύγχρονη ελληνική προφορά, συντελείται μέσα σε πέντε περίπου αιώνες. Όλα ολοκληρώνονται περίπου το 2ο μ.Χ. αιώνα. Ο τόνος παύει να είναι καθαρά μουσικός και γίνεται δυναμικός. Αυτό είχε άμεση επίδραση στην προφορά των φωνηέντων, των οποίων η διάρκεια εκφοράς είναι πλέον συνδεδεμένη με τη θέση του τόνου. Οι άτονες συλλαβές δεν μπορούν πλέον να είναι μακρόχρονες. Οι περίπλοκες διακρίσεις μεταξύ μακρών-βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων αντικαθίστανται από ένα πιο απλό φωνηεντικό σύστημα, που καταλήγει, το 2ο αιώνα, σε έξι φθόγγους [i], [e], [a], [o], [u], [ü]. Κατά την εποχή εκείνη, η προφορά των φωνηέντων μοιάζει κάπως με την προφορά της νέας Ελληνικής. Μέχρι τον 4ο αιώνα περίπου, παραμένει κάποια αβεβαιότητα στην προφορά του η, που ταλαντεύεται μεταξύ του [e] και του [i]. Η αρχαία δίφθογγος οι [oi] είχε γίνει [oe], έπειτα [ö], προτού μετατραπεί σε εμπρόσθιο φωνήεν [ü] τον 1ο αιώνα, και ταυτιστεί με το υ. Η προφορά [ü] φαίνεται ότι διατηρήθηκε για αρκετό καιρό, ως τον 9ο αιώνα, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη. Για τα σύμφωνα δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες. Γνωρίζουμε σχεδόν σίγουρα ότι τα αρχαία «δασέα» έγιναν διαρκή στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες: [ph] [f], [th] > [θ], [kh]   [χ]. Όσο για την τροπή των αρχαίων κλειστών ηχηρών σε διαρκή, έχουμε κάποιες ενδείξεις για την εξέλιξη του γ προς δύο διαρκείς πραγματώσεις [j] και [γ]. Είναι πιθανό ότι υπήρχαν ήδη παρόμοιες προφορές για το β [v] (πρβλ. τη γραφή εύδομος, 3ος-2ος αι.). [...] 
  Ανάμεσα στον 7ο και 12ο αιώνα έγιναν πολύ σημαντικές εξελίξεις, τις οποίες όμως δεν μπορούμε να χρονολογήσουμε με ακρίβεια. Οι κλίσεις αρχίζουν να απλοποιούνται και να επηρεάζονται αμοιβαία. Η πρώτη κλίση των θηλυκών απλοποιείται με τη διατήρηση του ίδιου φωνήεντος σε όλες τις πτώσεις του ενικού (ἡ ἧττα, τῆς ἥττας). Το τελικό ν γίνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αιτιατικής ενικού και επεκτείνεται στα ουδέτερα της τρίτης κλίσης που δεν το είχαν (δέρμαν). Η δοτική, όπως είπαμε, εξαφανίζεται οριστικά το 10ο αιώνα. Μια ουσιαστική εξέλιξη συντελείται στο ρήμα, όταν οι αρχαίες καταλήξεις της υποτακτικής συγχέονται με τις καταλήξεις της οριστικής. Ορισμένοι θεωρούν ότι από τότε η ελληνική γλώσσα δεν έχει πια υποτακτική. Το ίδιο διάστημα όμως ο υποτακτικός σύνδεσμος ἵνα μεταβάλλεται στο μόριο να, πράγμα που επιτρέπει τη δημιουργία μιας καινούριας νεοελληνικής υποτακτικής η οποία, ανάλογα με τις περιπτώσεις, εκτελεί τις λειτουργίες της αρχαίας υποτακτικής, του αρχαίου απαρεμφάτου ή του αρχαίου μέλλοντα. 
  Το 12ο αιώνα, με το τέλος της σκοτεινής περιόδου, συγκροτήθηκε η σύγχρονη γλώσσα. Αυτή η μεσαιωνική γλώσσα χαρακτηρίζεται από ανανεωμένη φωνητική. Ένα νέο φώνημα εμφανίστηκε ύστερα από φωνητικές εξελίξεις, το τριβόμενο τσ με την ηχηρή παραλλαγή του τζ. Παρατηρούμε, επίσης, μια τάση να προφέρονται κλειστότερα κυρίως τα άτονα [ο] σε ορισμένες λαϊκές λέξεις (κουκίν). Λίγο αργότερα (14ος αι.) γενικεύεται η ανομοίωση των γειτονικών συμφώνων (εχθρός > οχτρός), που εμφανίζεται σποραδικά από το τέλος της αρχαιότητας στην Αίγυπτο. Όσο για τον τονισμό, παρατηρούμε τότε στα πιο λαϊκά κείμενα (Χρονικόν του Μορέως) ότι ο τόνος παραμένει σταθερός κατά την κλίση του ονόματος.  
  Στο ρήμα οι εξελίξεις είναι λιγότερο σημαντικές απ' ό,τι στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου. Κατά προτίμηση χρησιμοποιείται η μικτή τελική συλλαβή ‑ουν αντί -ουσι/-ωσι στο τρίτο πρόσωπο του πληθυντικού του ενεστώτα της οριστικής ή τον ενεστώτα και αόριστο της υποτακτικής. Παρατηρούμε, επίσης, αναδιάρθρωση των ενεστωτικών τύπων βάσει των αοριστικών ριζών, στις οποίες προστίθεται η τελική συλλαβή -νω (κεράννυμι, εκέρασα > κερνώ, εκέρασα). Αυτή η ρύθμιση της γλώσσας διατηρεί ξεκάθαρα την ουσιαστική μορφική διαφορά ενεστώτα/αορίστου.  
  Σ' όλη τη διάρκεια του τέλους της αρχαιότητας και της σκοτεινής περιόδου, το ελληνικό λεξιλόγιο δέχθηκε λατινικές και νεολατινικές λέξεις, που εισήχθησαν σε διάφορες χρονικές στιγμές. Στη μεσαιωνική Ελληνική γλώσσα βλέπουμε πως η επίδραση αυτή είναι οριστική. Οι λατινισμοί αποτελούν πλέον αναπόσπαστο τμήμα του νεοελληνικού λεξιλογίου.[...] 
  Από το 18ο αιώνα η ιστορία της Ελληνικής δεν είναι πια η ιστορία μιας φυσικής εξέλιξης, αλλά η παρουσίαση της δύσκολης δημιουργίας μιας σύγχρονης εθνικής γλώσσας.
   Αυτή η μακρά ιστορική αναδρομή μας επιτρέπει να απαντήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια στο αρχικό ερώτημα. 
   Η νέα Ελληνική μοιάζει με την αρχαία Ελληνική εξωτερικά. Για να κατανοήσουμε αυτή την ομοιότητα, μπορούμε να την παρομοιάσουμε με ένα κτίριο. Στο κτίριο της διαλεκτικής Ελληνικής ο λαός κατοικούσε στενόχωρα σε ορισμένους βοηθητικούς χώρους. Η σημερινή ελληνική γλώσσα αποτελεί επέκταση αυτής της απλής Ελληνικής και ανακαίνιση που έγινε με στοιχεία τα οποία δανείστηκε από την αρχαία Ελληνική. Αυτή η ανακαίνιση έγινε στην περίοδο του ρομαντισμού, είχε την αυθαιρεσία και την παραξενιά των αναπαλαιώσεων του αρχιτέκτονα Violet-le-Duc, αλλά ήταν κατά βάση απολύτως αναγκαία για να μεταμορφωθεί το απλό ιδίωμα της υπαίθρου σε σύγχρονη γλώσσα. Ορισμένες ομοιότητες της νεοελληνικής με την κλασική Ελληνική δεν πρέπει να μας εξαπατούν. Αν ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούνται οι λέξεις Βουλή και Άρειος Πάγος, δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί οι αξιοσέβαστοι θεσμοί και οι λέξεις που τους ορίζουν, διέσχισαν με θαυμαστό τρόπο τους αιώνες.  Όμως, κατά βάθος, η Ελληνική γλώσσα μοιάζει με τον εαυτό της, όπως ένας ζωντανός οργανισμός σε όλες τις στιγμές της εξέλιξής του. Δεν πρόκειται απλά για την ομοιότητα ενός παιδιού με τους γονείς του. Παρά τις διάφορες απώλειες που υπέστη (χρόνος των φωνηέντων, η δοτική, σχεδόν ολόκληρη η τρίτη κλίση, η ευκτική, το απαρέμφατο, η αρχαία υποτακτική, ο αρχαίος παρακείμενος, ο αρχαίος μέλλοντας, όλες σχεδόν οι μετοχές, τα περισσότερα συνδετικά μόρια), η Ελληνική επέζησε, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις της με νέες δημιουργίες, που διατηρούν ανέπαφη την εκφραστική τους ικανότητα (νέα υποτακτική, νέος μέλλοντας, νέος παρακείμενος). 
   Αυτό συνέβη, γιατί δεν εθίγη κανένα ζωτικό μέρος της γλώσσας.   Οι φωνολογικές εξελίξεις άλλαξαν την προφορά των λέξεων χωρίς να τις αλλοιώσουν, κυρίως στην Ελληνική της Πελοποννήσου που οδήγησε στη σύγχρονη Κοινή. Μέσω των αλλαγών της προφοράς των φωνηέντων και των συμφώνων ο σκελετός των λέξεων παραμένει ανέπαφος, γιατί εξαφανίστηκαν πολύ λίγα φωνήεντα. Μαντεύουμε λ.χ. εύκολα τη λέξη κωνώπιον, υποκοριστικό του κώνωψ, που μαρτυρείται στα αρχαία, πίσω από το νεοελληνικό κουνούπι, ενώ θα δυσκολευόμαστε αν είχε επιβληθεί ο τύπος κνούπ των Βορείων ιδιωμάτων. Παρά τη διαφορετική του πραγμάτωση, ο τόνος διατηρείται στις ίδιες θέσεις του ονόματος και λιγότερο συχνά του ρήματος και παίζει πάντα το ρόλο του, της μορφολογικής διαφοροποίησης. Τέλος, παραμένει στο ρήμα ένα σύστημα αντίθεσης μεταξύ του μη τετελεσμένου και του τετελεσμένου (ενεστώτας / αόριστος), που υπήρχε ήδη στην αρχαία Ελληνική, ακόμα και αν οι σημασίες του ήταν ενίοτε λίγο διαφορετικές. 
   Η νέα Ελληνική, λοιπόν, δεν είναι μια γλώσσα ολότελα νέα που προέρχεται από την αρχαία Ελληνική, είναι η σύγχρονη μορφή μιας γλώσσας που δεν είναι νεκρή, της Ελληνικής.
Tonnet, H. 1995 ,Ιστορία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας , Αθήνα: Παπαδήμας, σσ.178-186. 

 Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το παρακάτω  βίντεο , στο οποίο, οι ROBERT BROWNING, Καθηγητής Κλασσικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και Πρόεδρος της Επιτροπής για την επιστροφή των ΕΛΓΙΝΕΙΩΝ, ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, Πρύτανης Πανεπιστημίου Παρισίων και οι Καθηγητές ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ,  επισημαίνουν την άμεση σχέση της Νέας Ελληνικής γλώσσας με την Αρχαία Ελληνική, μέσα από θεωρητικές συζητήσεις για τη γλώσσα και ότι αφορά τη γλωσσική συμπεριφορά και γλωσσική συνείδηση ενός λαού. Επίσης, προβάλλεται πολύτιμο υλικό από την ταινία της ΜΕΜΗΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ», που παραχώρησε το Ίδρυμα Μελετών ΛΑΜΠΡΑΚΗ και ακούγεται απόσπασμα της ομιλίας του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1979, για την ελληνική γλώσσα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής και απόσπασμα από την ποιητική του συλλογή «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» από το κεφάλαιο «ΤΑ ΠΑΘΗ» Β Ψαλμός.




ΠΗΓΗ

http://www.newvibe.gr/2013/09/elliniki-glossa-epistimonikes-apopseis.html