Τα γερμανικά πλεονάσματα


Πριν τελειώσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ εμαίνοντο οι μάχες στα γαλλικά και ιταλικά μέτωπα, προτού η Γερμανία και η Ιαπωνία συνθηκολογήσουν, οι ΗΠΑ, νέα ανερχόμενη δύναμη, απέδωσε απόλυτη προτεραιότητα στη δημιουργία Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που ιδρύθηκε τον Ιούλιο 1944 στο Μπρετόν Γουντς.
Στόχος ήταν και παραμένει η σταθερότητα στις διεθνείς πληρωμές. Προς τούτο δεν αρκεί η σταθερότητα συναλλαγματικών ισοτιμιών, απαιτείται επίσης σταθερότητα εθνικών εξωτερικών ισοζυγίων. Κάθε εθνική ανισορροπία -είτε έλλειμμα είτε πλεόνασμα- υπονομεύει τη διεθνή σταθερότητα. Τα ελλείμματα ωθούν τα αντίστοιχα νομίσματα σε υποτιμήσεις, τα πλεονάσματα σε ανατιμήσεις.
Η διεθνής σταθερότητα υπονομεύεται εξίσου τόσο από τα μεν όσο και από τα δε. Ο Τζ. Μ. Κέινς εισηγήθηκε τα ελλείμματα να χρηματοδοτούνται με τα πλεονάσματα, προκειμένου να διατηρείται το επίπεδο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας. Η πρότασή του δεν έγινε δεκτή. Αντ' αυτού, το ΔΝΤ ανέλαβε το ρόλο τελικού πιστωτή για τα εθνικά ελλείμματα και, μέσω αυτού, το αμερικανικό δολάριο και ο μέγιστος πιστωτής, οι ΗΠΑ. Μπορεί σήμερα το ΔΝΤ να μη λειτουργεί όπως άλλοτε, κυρίως λόγω της τρέχουσας αμερικανικής αδυναμίας, ωστόσο οι αποσταθεροποιητικές συνέπειες από τις διεθνείς ανισορροπίες παραμένουν και οξύνονται, με βασική ευθύνη όχι τόσο των ελλειμματικών χωρών, που αποστερούνται από κάθε μέσο προσαρμογής, όσο κυρίως των πλεονασματικών, παρ' όλο που αυτές διαθέτουν τα απαιτούμενα μέσα για τη διεθνή σταθεροποίηση.
Στη διεθνή οικονομία, οι ανισορροπίες αποκαθίστανται μέσω της ανόδου των νομισματικών ισοτιμιών για τις πλεονασματικές χώρες, της καθόδου για τις ελλειμματικές. Ωστόσο, η νομισματική αναπροσαρμογή απαιτεί χρόνο, ενώ η οξύτητα του προβλήματος παραμένει. Προς τούτο, απαραίτητη και αυτονόητη προϋπόθεση για τη διεθνή σταθερότητα παραμένει η άμεση ανακύκλωση των πλεονασμάτων, είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό, με απειλή, σε αντίθετη περίπτωση, την επιδείνωση της παγκόσμιας ύφεσης. Κάθε μη ανακυκλούμενο πλεόνασμα αποδυναμώνει την παγκόσμια οικονομία πολύ χειρότερα από οποιοδήποτε έλλειμμα.
Σήμερα, η Γερμανία περιφέρει το πρώτο στον κόσμο πλεόνασμά της, 200 δισεκατομμύρια ευρώ, 7% του ΑΕΠ της. Ωστόσο, η οικονομία της αυξάνεται με μόλις 0,5%. Η πραγματική αύξηση παραμένει αρνητική (-6,5%), ενώ η θετική προέρχεται από το εξωτερικό.
Στη δεκαετία, η Γερμανία διατήρησε τον χαμηλότερο στην Ευρωζώνη σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου και τη χαμηλότερη επίδοση στην παραγωγικότητα της εργασίας. Παρά τα εντυπωσιακά πλεονάσματα, η χώρα αυτή δεν τα ανακυκλώνει ούτε στο εξωτερικό, όπου επενδύει μόνον 1,4% του ΑΕΠ, ούτε στο εσωτερικό, όπου διατηρεί ανεπαρκή εσωτερική ζήτηση, λόγω καθηλωμένων μισθών και συγκεκαλυμμένης ανεργίας, που εμφανίζεται ως «μερική απασχόληση». Τα πλεονάσματά της δεν οφείλονται τόσο σε αυξημένη παραγωγικότητα όσο σε έλεγχο εισοδημάτων, ζήτησης είτε για κατανάλωση είτε για επένδυση, και εισαγωγών.
Η αρνητική συνέπεια του μοντέλου της στους εταίρους και στην παγκόσμια οικονομία, τονίζουν οι Γερμανοί ιθύνοντες, δεν οφείλεται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις, αλλά στη λειτουργία των νόμων της αγοράς. Ωστόσο, εάν το νόμισμα δεν ανατιμάται, όπως θα όφειλε λόγω των πλεονασμάτων, αυτό δεν αποτελεί νόμο της αγοράς, αλλά συνέπεια διακυβερνητικών συμφωνιών.
Επίσης, εάν οι αγορές δημιουργούν σήμερα συνθήκες ασφυξίας στις χώρες των εταίρων, ακριβώς λόγω των γερμανικών πλεονασμάτων, θα όφειλε η πλεονασματική χώρα να λαμβάνει μέτρα διορθωτικά για τις αυθαιρεσίες των αγορών. Να ανακυκλώνει τα πλεονάσματά της είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό, να τονώνει την εσωτερική ζήτηση, και μάλιστα ακόμη περισσότερο, ενόσω η διόρθωση δεν μπορεί να γίνει με νομισματική ανατίμηση, λόγω του κοινού νομίσματος. Ακόμη και αν τα πλεονάσματα απέρρεαν από υψηλότερη παραγωγικότητα, οι αποσταθεροποιητικές διεθνείς συνέπειες θα ήσαν αναπόφευκτες, με αυτονόητη συνέπεια την ανάγκη συνεργατικής και όχι ανταγωνιστικής πολιτικής με τους εταίρους.
Οσο τίποτα από αυτά δεν γίνεται, το Βερολίνο θα όφειλε να ανησυχεί, όχι μόνον για λογαριασμό των εταίρων, αλλά και του εαυτού του. Σε έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προς το Κογκρέσο (Οκτώβριος 2013), τα γερμανικά πλεονάσματα χαρακτηρίζονται «σοβαρή απειλή» για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία. Η βρετανική «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» αποκαλεί τη Γερμανία «βαρίδι» στην παγκόσμια οικονομία, η συντηρητική «Γουόλ Στριτ Τζούρναλ» την ονομάζει «παράσιτο», που σύρει στην ύφεση όχι μόνο την Ευρωζώνη, αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Αντί συγχαρητηρίων για τις υποθετικές επιδόσεις του, το Βερολίνο δέχεται σήμερα καταιγισμό επικρίσεων για τη μη-συνεργατική πολιτική του και όχι μόνον από τον αγγλο-σαξονικό κόσμο, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εξήγγειλε έρευνα προς επιβολή κυρώσεων εις βάρος της Γερμανίας, λόγω των μη-ανακυκλούμενων πλεονασμάτων της. Στη Γαλλία, τα γερμανικά πλεονάσματα, που τροφοδοτούν ύφεση και ανεργία στην Ευρωζώνη, αποδίδονται σε «απαράδεκτο κοινωνικό ντάμπινγκ» του Βερολίνου εις βάρος των εταίρων του. Εάν όλες οι χώρες εμιμούντο τη Γερμανία και περιόριζαν τις εισαγωγές, μέσω καθήλωσης των εργατικών μισθών, προκειμένου να αποσπούν πλεονάσματα εις βάρος των εταίρων τους, τότε θα κατέρρεε κάθε έννοια υπερεθνικής οικονομίας και στη θέση της θα αναβίωνε η γνωστή από το παρελθόν επιζήμια για όλους διεθνής αντιπαλότητα. 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=401377
29-11-2013