Μπορεί να γίνει αυτοκάθαρση αλλά δεν θα την τολμήσουν

(...)
Με συνταγματικές διατάξεις πρέπει να οριστούν επακριβώς η νομική μορφή και η λειτουργία κομμάτων αρχών, η διαφάνεια στα οικονομικά τους και η υποχρέωση των στελεχών τους να δημοσιεύουν πλήρες «πόθεν έσχες» στο διαδίκτυο πριν από τις εκλογές. Και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος αυτά μπορούν να τα κάνουν τα κόμματα, ανοίγοντας τον δρόμο για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος. Δυστυχώς, δεν θα το τολμήσουν.

Για να αντιμετωπιστεί η κοινωνική κρίση, που είναι σοβαρότερη της οικονομικής, είναι απολύτως αναγκαίο να γίνει εξυγίανση του πολιτικού συστήματος της χώρας με μια σε βάθος κάθαρση και παράλληλη αυτοκάθαρση. Η κάθαρση είναι έργο της Δικαιοσύνης, που ήδη το επιτελεί με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πολλοί αναγνώστες μού έθεσαν το ερώτημα: Πώς θα γίνει η αυτοκάθαρση και από ποιους; Ο φίλος μου ο Παναγιώτης, απογοητευμένος από την εικόνα του πολιτικού σκηνικού, μου είπε ότι ματαιοπονώ και μου ζήτησε να απαντήσω στην ερώτηση: «Για ποιον τα γράφεις όλα αυτά για κάθαρση και αυτοκάθαρση, για φιλοτιμία και ευθιξία, ποιοι τα διαβάζουν, αν τα διαβάζουν;» Απάντηση: Και μόνο δέκα αναγνώστες να τα διαβάζουν είναι κέρδος για τη δημοκρατία. Πάντως τα διαβάζουν περισσότεροι, όπως φαίνεται από τις αντιδράσεις και τις παρατηρήσεις που δέχομαι με μηνύματα και τηλεφωνήματα. 
Το θέμα καίει. Γι’ αυτό και γίνονται μεγάλες συζητήσεις στα τηλεοπτικά κανάλια, δυστυχώς όμως με τα ίδια πάντα πρόσωπα, που είναι κυρίως πολιτικοί και πολιτευόμενοι, δηλαδή έχοντες άλλος μικρό και άλλος μεγαλύτερο μέρος ευθύνης για την κρίση που γύρισε πολλά χρόνια πίσω τη χώρα. Είχε πολλές ευκαιρίες ο πολιτικός κόσμος μετά τον πόλεμο, αλλά προπαντός μετά τη δικτατορία, να προχωρήσει με αποφασιστικότητα στην εξυγίανση και στη θωράκιση του πολιτικού συστήματος. Εγιναν συζητήσεις επί συζητήσεων, αλλά τα κόμματα δεν κατέληξαν σε αποφάσεις, όπως φαίνεται από τα πρακτικά της Βουλής. Σε πολυήμερη συζήτηση το 1947 ο βουλευτής Δημ. Χατζηγιάννης είχε ζητήσει να συσταθεί εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή «και να εξετάση τον βίον όλων των δημοσίων ανδρών από το 1910 και εντεύθεν». Η πρόταση έπεσε στο κενό. 
Νέες συζητήσεις έγιναν, χωρίς αποτέλεσμα, την άνοιξη του 1949 με αφορμή την αποκάλυψη λαθρεμπορίου συναλλάγματος. Το θέμα θα ανοίξει και πάλι τον Σεπτέμβριο του 1950, αλλά ο πολιτικός κόσμος της εποχής ήταν απρόθυμος να ψηφίσει μέτρα ελέγχου και διαφάνειας του δημόσιου βίου των πολιτικών προσώπων. Δέκα χρόνια αργότερα θα ανοίξει και πάλι συζήτηση στη Βουλή, οπότε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής θα καταθέσει στις 15 Δεκεμβρίου 1960 πρόταση για τη σύσταση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αποτελούμενου από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος θα εκτελεί και χρέη εισηγητή, τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον πρόεδρο του ΑΣΔΥ και τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Κατά την πρόταση, στο Συμβούλιο «ανατίθεται η έρευνα και ο έλεγχος του δημοσίου και του ιδιωτικού βίου του εκάστοτε πρωθυπουργού και των, κατά των από 1916 ισχυσάντων Κανονισμών της Βουλής, διατελούντων ή διατελεσάντων Αρχηγών, Γενικών Γραμματέων ή εκπροσώπων κομμάτων. Υπό τον έλεγχον του Συμβουλίου τίθεται η περιουσιακή εν γένει κατάστασις, ως και ο τρόπος κτήσεως των περιουσιακών στοιχείων των κτηθέντων υπό τον υπό έλεγχον προσώπου ή της συζύγου, των κατιόντων, ανιόντων και αδελφών αυτού, ερευνωμένου εάν τα περιουσιακά στοιχεία τούτα εκτήθησαν κατά τρόπον θεμιτόν ή αθέμιτον ή και κατά κατάχρησιν του ασκηθέντος δημοσίου λειτουργήματος. Επίσης, τίθεται υπό έλεγχον του αυτού Συμβουλίου πάσα εν τη διαχειρίσει της περιουσίας ταύτης λαβούσα χώραν ενέργεια ή παράλειψις αντιτιθεμένη εις τους κειμένους νόμους ή εις την ηθικήν τάξιν (συμμόρφωσις προς τας φορολογικάς υποχρεώσεις κ.τ.λ.)». 
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης συμφώνησαν αρχικά με την πρόταση, αλλά τάχθηκαν κατά του σχετικού νομοσχεδίου όταν έγινε η επεξεργασία του στο τέλος Φεβρουαρίου 1961. Επανέφερε το θέμα τον Μάρτιο του 1964 η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου με το νομοσχέδιο περί της προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου «Πόθεν έσχες», το οποίο άφησε ανοιχτό το καίριο ζήτημα του πόθεν απέκτησαν τα ελεγχόμενα πρόσωπα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Υπάρχει, λοιπόν, ζήτημα ριζικής αλλαγής του νόμου. 
Η κάθαρση και η αυτοκάθαρση δεν μπορούν να γίνουν αν δεν αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, κυρίως στις διατάξεις για την ανάδειξη και τη συγκρότηση της Βουλής, τα καθήκοντα και δικαιώματα των βουλευτών (ανεύθυνο των βουλευτών, ακαταδίωκτο των βουλευτών, αποζημίωση, ατέλειες, απουσίες), την ευθύνη των υπουργών, τη δίωξη κατά μελών της κυβέρνησης. Είναι προκλητικές οι διατάξεις του άρθρου 86 που ορίζουν ότι «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά υπουργών και υφυπουργών για ποινικά αδικήματα» και ακόμη ότι «η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει την δίωξη, την προδικαστέα ή την κύρια διαδικασία». Αυτές οι διατάξεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 4 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». 
Με συνταγματικές διατάξεις πρέπει να οριστούν επακριβώς η νομική μορφή και η λειτουργία κομμάτων αρχών, η διαφάνεια στα οικονομικά τους και η υποχρέωση των στελεχών τους να δημοσιεύουν πλήρες «πόθεν έσχες» στο διαδίκτυο πριν από τις εκλογές. Και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος αυτά μπορούν να τα κάνουν τα κόμματα, ανοίγοντας τον δρόμο για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος. Δυστυχώς, δεν θα το τολμήσουν.

ΒΙΚΤΩΡ ΝΕΤΑΣ
http://www.efsyn.gr/?p=169459

Είναι προκλητικές οι διατάξεις του άρθρου 86 που ορίζουν ότι «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά υπουργών και υφυπουργών για ποινικά αδικήματα» και ακόμη ότι «η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει την δίωξη, την προδικαστέα ή την κύρια διαδικασία». Αυτές οι διατάξεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 4 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου».