Επί τέλους, πόσα έχουν φάει;


Δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα του κάθε Ελληνα αναξιοπαθούντος φορολογουμένου, που ακούει κάθε μέρα όλο και νέες αποκαλύψεις οικονομικών σκανδάλων ων ουκ έστιν αριθμός. Νέα πρόσωπα ασυνείδητης, αήθους και απρόβλεπτης συμπεριφοράς που γίνονται γνωστά πρώτη φορά. Ομως πού ξεφύτρωσαν όλα αυτά τα υποκείμενα και πότε θα πάψουν να διαπράττουν ατιμωρητί τόσες ατιμίες εις βάρος μας με το κυνικό σχόλιό τους; «Αν τα βρείτε (τα κλεμμένα) γράψτε μου!».
Μαθαίνουμε συνεχώς και ακατάπαυστα εμπλουτίζουμε τις γνώσεις μας, αλλά είναι αμφίβολο αν γινόμαστε σοφότεροι. Το αντίθετο μάλιστα, αφού μάταια προσπαθούμε να εμπεδώσουμε τα μαθήματα που μας παραδίδει η μακραίωνη Ιστορία της ελληνικής διαφθοράς: η απάτη, η λαμογιά με τα διαρκώς αναδυόμενα νέα αστέρια της παλιανθρωπιάς, της κλεπτοκρατίας και του κυνισμού, που μας έχουν φέρει σε μια κατάσταση σχεδόν «in extremis», από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει μέσο για ταξίδι επιστροφής, έστω και στην αρκούντως μίζερη προμνημονιακή ζωή. Τότε, αν θυμάστε, διαμαρτυρόμασταν για την ακρίβεια των αγαθών στην Ελλάδα, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και για τους χαμηλούς μισθούς μας σε σύγκριση με τους μισθούς άλλων Ευρωπαίων. Αλλά ζούσαμε χωρίς τρόικες, μνημόνια, ταπεινώσεις, όπως τώρα, όπου όπως διατείνεται ο «Economist» δεν περνάει εβδομάδα που να μην αποκαλυφθεί ένα νέο σκάνδαλο.

Οι Ευρωπαίοι του Βορρά, με την οίηση του υπέρτερου, μας αντιμετωπίζουν κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά και νιώθουν αυτοϊκανοποίηση, επιχαίροντες που δεν βρίσκονται στη δική μας κατάντια. Αλλά και στο Νότο, πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει το μεσογειακό ανοήτως αυτάρεσκο: «Εμείς δεν είμαστε Ελλάδα» (και δεν θα γίνουμε ποτέ!), ιδίως από ηγέτες χωρών που φέρουν πολλές οικονομικές και δημοσιονομικές ομοιότητες με εμάς: Ο σοσιαλιστής Σόκρατες, Πορτογάλος πρώην πρωθυπουργός, ο Μάριο Μόντι, Ιταλός τεχνοκράτης, βραχύβιος πρώην πρωθυπουργός, ο Θαπατέρο, Ισπανός πρώην πρωθυπουργός, σοσιαλιστής το επάγγελμα, που διαβεβαίωσε τη Μέρκελ ότι θα εφαρμόσει το πρόγραμμα λιτότητας με συνέπεια επιδεικνύων την προσήκουσα πειθαρχία, αλλά όταν ο ισπανικός λαός τον εξαπέστειλε, επιδόθηκε στην επωφελή συγγραφή απομνημονευμάτων για να δημοσιεύσει τις ευρωπαϊκές εμπειρίες του, αποκαλύπτοντας την επιδειχθείσα δεινή παπανδρεϊκή διπλωματία, αντιμέτωπη με τις «γαλλικές φιλοφρονήσεις» Σαρκοζί.

Και όμως, όλοι αυτοί θα μπορούσαν -και εξ αντικειμένου όφειλαν- να συγκροτήσουν έναν αξιόμαχο μηχανισμό άμυνας, μια συμμαχία, ένα ανάχωμα ενάντια στην καταστροφική νεοφιλελεύθερη πολιτική των μνημονίων με τα ασύγγνωστα λάθη και τις απίστευτες ηλιθιότητες (τις «αστοχίες», όπως τις ονοματίζει το αφεντικό του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ). Αλλοτε ελαφρά τη καρδία και βαρεία τη βλακεία και άλλοτε επιμένοντας να πιστεύουν πως έσωζαν την πάσχουσα Ευρώπη, το πολύτιμο ευρώ και την καταχρεωμένη Ελλάδα, ενώ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Πόσο όμως θα αντέξουμε προτού συνθλιβούμε στη μέγκενη της λιτότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας των συνεχών δανεισμών;

Φυσικά δεν είναι μόνον οι ξένοι φταίχτες, αφού εμείς οι ίδιοι -λαός και πολιτικοί- ευθυνόμαστε σε μέγιστο βαθμό ως «πλάστες και δημιουργοί» του δράματος του χρέους που βιώνουμε οι περισσότεροι, αφού ο αριθμός όσων ζουν κοντά στα όρια της φτώχειας ή κάτω από αυτά αυξάνεται ραγδαία και τείνει να πλησιάσει το 50% του συνόλου των Ελλήνων. Οι αστοί επιδόθηκαν στη χλιδάτη ζωή με τις πιστωτικές κάρτες, σε μια «dolce vita» επί πιστώσει. Οι εύποροι ελεύθεροι επαγγελματίες δήλωναν εισοδήματα απόρων κατακλέβοντας όχι την Εφορία, αλλά τους φτωχούς συνανθρώπους τους. Διάβαζα στον «Spiegel» για ένα μεγαλοαστό που διηγιόταν καμαρώνοντας σε εμβρόντητο Γερμανό πώς κατάφερε να «ξεγελάσει» την Εφορία. Ο μέσος Ελληνας διδάσκεται από πάππου προς πάππο πώς θα φοροδιαφύγει, εκδικούμενος το κράτος για τις πανάθλιες γραφειοκρατικές υπηρεσίες που του προσφέρει. Μία σχέση αμοιβαίας δυσπιστίας προς όφελος κανενός.

Επιπλέον, πόσοι πολιτικοί έχουν την αγαθή πρόθεση «να υπηρετήσουν την πατρίδα τους συμβάλλοντας στην ευδαιμονία των πολιτών»; Αραγε θα πάρει ποτέ την εξουσία ένα κόμμα που με παρρησία θα πει ξεκάθαρα: «Οσοι συμμετέχετε στα κοινά και χρησιμοποιείτε κάποιο αξίωμα ως εφαλτήριο πλουτισμού σας, να φύγετε γιατί δεν μας κάνετε. Ξεχάστε τους διορισμούς ημετέρων, γιατί όλα θα γίνονται με καθαρά αξιοκρατικά κριτήρια. Δεν θα υπάρξουν λαμπρές ευκαιρίες για κομματόσκυλα, και προπάντων για παράσιτα που εμφανίζονται ως πιστοί φίλοι τού κυβερνώντος κόμματος για να κατακλέψουν το δημόσιο χρήμα. Δεν θα υπάρξουν μίζες και αναθέσεις έργων. Δεν πρόκειται να καταχραστούμε ούτε δεκάρα». Ουτοπικό όμως, γιατί κανένα κόμμα δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι. Είναι ασύμφορο, αφού πρέπει πρωτίστως να διαφυλάξει πελατειακά τα έννομα συμφέροντα μιας πανταχού παρούσας παρασιτικής αλλά παντοδύναμης ελίτ.

Πρόσφατα μας έχει πλακώσει μια χιονοστιβάδα σκανδάλων. Δεν προλαβαίνουμε να συνέλθουμε από τη διασπάθιση δημόσιου πλούτου στις ΜΚΟ και μας έρχονται τα σκάνδαλα λαθρεμπορίου καυσίμων. Πόσα θα φάνε ακόμα; Πόσο θα τους επιτρέψει η Δικαιοσύνη να λεηλατούν το δημόσιο χρήμα, ανενόχλητοι, χωρίς ιερό και όσιο, «χαρίζοντας» ωστόσο στην Ελλάδα τα πρωτεία στη διαφθορά; Διότι η Ελλάδα έχει την πρωτιά στο DNA της, όπως μας διαβεβαιώνουν κάποιοι ντοπαρισμένοι αθλητές που «μας έκαναν κατά καιρούς να νιώσουμε υπερήφανοι».

  Του ΘΑΝΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ,
 ομοτ. καθηγητή ΑΠΘ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=418332
2-3-2014