Κίνα: Ο Δράκος που τρώει τα παιδιά του...



Κίνα: Ο Δράκος που τρώει τα παιδιά του...

Του Άρη Καπαράκη

 (A' Μέρος)

Η μετάβαση της Κίνας από μία τεράστια φτωχή αγροτική χώρα στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα των δύο τελευταίων αιώνων σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο παγκοσμίως.
Η μετάλλαξη αυτή όμως, που επανέφερε τη χώρα στον ηγεμονικό ρόλο που επί αιώνες στο παρελθόν κατείχε, έγινε μέσω της στυγνής εκμετάλλευσης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της. Όπως αποδείχτηκε εκ των γεγονότων και των επιλογών της, η χώρα στην πορεία της προς την παγκόσμια ηγεμονία θα γινόταν ένας παράδεισος των πολυεθνικών και μία εργασιακή κόλαση για το πολυπληθέστερο εργατικό δυναμικό του κόσμου
Παρόλα αυτά, τα δυτικά μίντια και αναλύσεις συνήθως επικεντρώνονται στους οικονομικούς αριθμούς και τη γεωστρατηγική πολιτική της χώρας, στρέφοντας σπάνια τα βλέμματα τους στην κινεζική κοινωνία των 1,35 δις κατοίκων.


Υβριδικός καπιταλισμός
Το υβριδικό καπιταλιστικό σύστημα, που προηγούμενό του στην παγκόσμια οικονομική ιστορία είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί, αποτελείται από ένα«κράμα» νεοφιλελεύθερου άκρατου καπιταλισμού το οποίο όμως υπόκειται σε συνεχείς επεμβάσεις και «διορθώσεις» από έναν πανίσχυρο κεντρικό σχεδιασμό.
Η κατάσταση μοιάζει με μία καλοστημένη φάρσακαθώς θεωρητικά το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα συνεχίζει να διοικεί τη χώρα με βάση τις αρχές του... Μαρξισμού! Όμως, με βάση την εξέλιξη των πραγμάτων, μόνο φάρσα δεν είναι, καθώς ο έντονος κρατικός παρεμβατισμός στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές εκτόξευσε την οικονομία της χώρας μέσα σε ελάχιστα χρόνια.

Όπως συνέβη σχεδόν παντού μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, από το παλιό σύστημα εξουσίας προέκυψε μια νέα «ιντελιγκέντσια» που σε αντίθεση με τον αποκεντρωτικό χαρακτήρα που επέδειξε αλλού, στην Κίνα συγκεντρώθηκε μέσα και γύρω από το ακόμα πανίσχυρο Κομμουνιστικό Κόμμα.
Σε αντίθεση με άλλα κράτη όμως που βίωσαν την πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η Κίνα χάρη στις τεράστιες πρώτες ύλες της αλλά κυρίως χάρη στη δυνατότητά της να παρέχει το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εργατικού δυναμικούσε πολύ χαμηλές μάλιστα «τιμές», άλλαξε τον ρου της οικονομικής –και γιατί όχι της παγκόσμιας- ιστορίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες.


Όταν ο δράκος βγήκε στις αγορές
Έτσι, το άνοιγμα της στην «οικονομία της αγοράς»από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 υπό την ηγεσία του Ντενγκ Ξιάοπινγκ, απετέλεσε μια κομβική για την παγκόσμια οικονομία καμπή, με τεράστιες επιπτώσεις όχι μόνο στο εσωτερικό της, αλλά ακόμα και στα κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού (Η.Π.Α, Ευρώπη, Ιαπωνία).
Την περίοδο 1980-84 το Πεκίνο δημιούργησε Ειδικές Οικονομικές Ζώνες σε εφτά περιφέρειες, τις οποίες επέκτεινε και σε άλλες περιοχές της χώρας αργότερα, δημιουργώντας τις ιδανικές συνθήκες για τη νεοφιλελεύθερη «ανταγωνιστικότητα» με συνθήκες εξαιρετικής έντασης εργασίας και πολύ χαμηλούς μισθούς, προσελκύοντας έτσι τη δημιουργία μονάδων παραγωγής από εταιρίες ολόκληρου του πλανήτη.
Η Κίνα συνέχισε την επέκταση των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών και των Ζωνών Ελεύθερου Εμπορίου χωρίς διακοπή. Το 2014 μάλιστα σχεδιάζεται η δημιουργία νέας Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου στη Σαγκάη.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η μετατροπή της Κίνας από μία κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία κομμουνιστικού τύπου σε μία οικονομία βασισμένη στην οικονομία της αγοράς αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία για τη χώρα, καθώς 500 εκατομμύρια άνθρωποι που χαρακτηρίζονταν φτωχοί, δεν είναι πλέον τέτοιοι, ενώ η χώρα απολαμβάνει ενός συνεχόμενα αυξανόμενου ρόλου και επιρροής στην παγκόσμια οικονομία.[1] Το όριο της φτώχειας βέβαια σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα είναι πάρα πολύ χαμηλό, στα 1,25 δολάρια/ημέρα, οπότε τίθεται σοβαρό ερώτημα κατά πόσον οι εκτιμήσεις της είναι τελικά άξιες αναφοράς.
Μπορεί η Κίνα να μετετράπη στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ο πληθυσμός της όμως σε καμία περίπτωση δεν απολαμβάνει των επιπτώσεων αυτής της «εκτόξευσης».
Η μετατροπή της από μία τεράστια φτωχή αγροτική χώρα σε βιομηχανική οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη  δεν ωφέλησε, παρά μόνο κάποιες δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων από το σύνολο του 1,35 δισεκατομμυρίων κατοίκων.
Οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες, οι τραγικές εργασιακές συνθήκες για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων, η μεγάλη διαφθορά, η ταχύτατη αστικοποίηση, η καταστροφή του περιβάλλοντος και η «έκθεση» της οικονομίας σε«εξωτερικές ανισσοροπίες» εξαιτίας του εξαγωγικού χαρακτήρα της, αποτελούν κάποια μόνο από τα προβλήματα της ασιατικής χώρας.

Αγροτικός κόσμος υπό εκδίωξη
Η γεωργία στην Κίνα, από τις αρχαιότερες του κόσμου, και η βάση της κομμουνιστικής Κίνας του Μάο Τσε-Τουνγκ, ήταν ο οικονομικός τομέας ο οποίος επλήγη περισσότερο από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις των τριών τελευταίων δεκαετιών. Η αγροτική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ’50 αναδιένειμε γαίες δίνοντας σημαντική τεχνική και υλική υποστήριξη σε εκατοντάδες εκατομμύρια αγρότες, προσπαθώντας παράλληλα να δημιουργήσει βασικές υποδομές στην ύπαιθρο, μετά από 150 και πλέον χρόνια εμφυλίων πολέμων, ξένων παρεμβάσεων και παραεμπορίου. Παράλληλα παρείχε καθολική εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους μέχρι πρότινος πάμφτωχους πληθυσμούς. Η γεωργία ήταν στην ουσία η ραχοκοκαλιά της κινεζικής οικονομίας για τρεις και πλέον δεκαετίες, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια για μετατροπή της χώρας από μία τεράστια αγροτική οικονομία σε παγκόσμιας εμβέλειας βιομηχανική δύναμη είχε βαρύτατες επιπτώσεις για εκατοντάδες εκατομμύρια αγρότες και μετέτρεψε τεράστιες εκτάσεις της χώρας σε νεκρές περιοχές. Παρά το γεγονός ότι η χώρα είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε έκταση στον πλανήτη κατέχει μόνο το 7% της παγκόσμιας καλλιεργήσιμης γης, έδαφος εξαιρετικά μικρό για 300 εκατομμύρια και πλέον αγρότες αλλά και τις ανάγκες πληθυσμού 1,35 δις!
Η κατάσταση στις αγροτικές περιοχές, σταθερά επιδεινούμενη από την εποχή της δεκαετίας του ’80 και των περιβόητων «μεταρρυθμίσεων της αγοράς» είχε ως αποτέλεσμα ένα από τα μεγαλύτερα εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα της ιστορίας, αυτό τηςμαζικής φυγής αγροτών από την ύπαιθρο προς τις παραλιακές ζώνες των μεγάλων βιομηχανικών αστικών περιοχών.

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις στον αγροτικό τομέα, με την κατάργηση των Λαϊκών Επιτροπών και τη διαδοχή τους από την «Οικιακή Ευθύνη» σύμφωνα με την οποία κάθε νοικοκυριό θα ήταν υπεύθυνο για τη δική του παραγωγή αποκλειστικά, οδήγησαν, σε συνδυασμό βέβαια με τη βασική κυβερνητική επιλογή για βιομηχανοποίηση, στη συγκέντρωση της παραγωγής άρα και εξουσίας και πόρων σε όλο και λιγότερα χέρια, και τη μείωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, σε μια περίοδο μάλιστα, όπου η ζήτηση για αγροτικά προϊόντα από τις αστικές περιοχές αυξανόταν σημαντικά.
Παρά το γεγονός ότι –ιδίως τα χρόνια της δεκαετίας του ’80- συνεχίστηκε η από τις προηγούμενες δεκαετίες αύξηση των εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου στον αγροτικό τομέα, τα προβλήματα της κινεζικής γεωργίας και των εκατοντάδων εκατομμυρίων απασχολούμενων σε αυτήν πληθυσμών, εντάθηκαν ιδιαίτερα από την δεκαετία του ’90 και μετά.


Ο αγροτικός πληθυσμός, βρίσκεται εν μέσω συνεχών δυσμενών αλλαγών, αποτέλεσμα μίας σειράς παραγόντων, όπως:
-η μεγάλη μείωση της κρατικής βοήθειας στην τοπική αγροτική παραγωγή,

-ο συνεχώς αυξανόμενος ανταγωνισμός με τα προϊόντα άλλων περιοχών και χωρών,
-η μεγάλη διαφθορά των τοπικών, περιφερειακών και ανώτατων αξιωματούχων, αλλά και των εμπορικών μεσαζόντων
-η ανεξέλεγκτη αρπαγή γαιών από τοπικούς και περιφερειακούς ή κυβερνητικούς φορείς,
-η χωρίς όρια καταστολή που σε πολλές περιπτώσεις έχουν επιδείξει οι αρχές,
-η συνεχής «αφαίμαξη» των νεώτερων γενεών προς τις βιομηχανικές πόλεις της παράκτιας ζώνης στην ανατολή,
-η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων και των φυσικών καταστροφών, εξαιτίας της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής,
-η μείωση των υδάτινων αποθεμάτων και η σοβαρή μόλυνσή τους. [2]
Η πληθυσμιακή αυτή αφαίμαξη αποτελεί λογική συνέχεια της σταθερής επιλογής της κεντρικής κυβέρνησης για ενίσχυση της βιομηχανίας εις βάρος του πρωτογενούς τομέα παραγωγής. Εδώ και αρκετά χρόνια το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα στις πόλεις είναι τουλάχιστον τριπλάσιο από το αντίστοιχο των αγροτικών περιοχών. Η διάκριση μεταξύ των κατοίκων των αγροτικών περιοχών, ιδιαιτέρως στις βόρειες και βορειοδυτικές επαρχίες, με τον αστικό πληθυσμό είναι εμφανής σε αρκετές πτυχές της καθημερινότητας.
Επιπλέον, τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού στην ύπαιθρο στερούνται έστω και βασικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, με τις συνθήκες στον τομέα της εκπαίδευσης να μην βρίσκονται σε πολύ καλύτερο σημείο.

Η ανεξέλεγκτη αρπαγή γαιών από τα χέρια των αγροτών έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας επιφέροντας συνεχείς αναταραχές. Η γη, η οποία θεωρητικά είναιεξολοκλήρου κρατική ιδιοκτησία, συχνά «δίνεται» προς εκμευτάλλευση σε ιδιωτικές εταιρίες ή φορείς σχετιζόμενους με τις κρατικές υπηρεσίες, σχεδόν πάντα χωρίς τη συγκατάθεση των αγροτών και μέσα σε ένα ασαφές νομικό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο εδώ και δεκαετίες οι αγρότες κατέχουν συλλογικά γαίες προς καλλιέργεια.[3] Από την πρακτική αυτή, η οποία «γεμίζει» συχνά τραπεζικούς λογαριασμούς κομματικών στελεχών και στελεχών περιφερειακών αρχών, ωφελούνται συνήθως ιδιωτικές εταιρίες κατασκευών και άλλες, ενώ ακολουθείται σχεδόν μόνιμα από εκδίωξη των ανθρώπων από τις εστίες τους υπό συνεχή και πολύ έντονη καταστολή. 

Στόχος των αρχών είναι η «μετατροπή» αγροτικών γαιών σε περιοχές προς εμπορική εκμετάλλευση και ανάπτυξη με τη δημιουργία νέων πολεοδομικών οικισμών, εργοστασιακών ζωνών, αεροδρομίων, δρόμων, κτλ.[4]
Η πρακτική αρπαγής γαιών λαμβάνει χώρα σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό στις περιπτώσεις τωνμεγάλων κρατικών έργων.  Χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα γιγαντιαία φράγματα στον ποταμό Γιανγκτσέ, για την κατασκευή των οποίωνέχουν απομακρυνθεί από τις εστίες τους 1,4 εκ. άνθρωποι, από το 1994 μέχρι σήμερα. [5]
H Κίνα προχωρά σε αντίστοιχες αγορές γαιών (με παρόμοιες επιπτώσεις για τους πληθυσμούς) και στο εξωτερικό, τόσο στην κεντρική Ασία [6] όσο και στηνΑφρική αλλά και κάποια κράτη της Λατινικής Αμερικής. 

Άλλο σημαντικό πρόβλημα για την αγροτική παραγωγή είναι το γεγονός ότι σε πολλές περιοχές οι μέθοδοι παραγωγής είναι απαρχαιωμένες, δεδομένο με πολλαπλές βέβαια συνέπειες τόσο για τους αγροτικούς πληθυσμούς όσο και για τις περιφερειακές αγροτικές οικονομίες.  Εντός του 2013 η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα προχωρήσει σε επενδύσεις 500 εκ. γιουάν (81 εκ. δολάρια) με στόχο την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα και τον εκμοντερνισμό των μεθόδων παραγωγής. Επιπλέον, πολλές περιοχές υποφέρουν ακόμα από σημαντικές ελλείψεις στους τομείς των επικοινωνιών, των συγκοινωνιών και της παροχής ενέργειας. [7]
Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι η  μετατροπή της χώραςαπό εξαγωγέα σε εισαγωγέα όλο και περισσότερων βασικών γεωργικών αγαθών,  η σταθερή μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, η μείωση των διαθέσιμων προς καλλιέργεια εδαφών και η ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση για γεωργικά προϊόντα από τις ξένες αγορές.
Οι πόλεις-γαλέρες και η κινεζοποίηση
Με την είσοδο νέων επενδυτών από ολόκληρο τον πλανήτη και το κλείσιμο μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων, οι μεγάλες παραλιακές πόλεις της ανατολής, μετετράπησαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες σε βιομηχανικές τερατουπόλεις. Η αναγκαστική μετανάστευση εκατομμυρίων ανθρώπων από την ύπαιθρο δημιούργησε την ιδανική βάση για τις πολυεθνικές, που είχαν «κουραστεί» από τα αυξανόμενα κόστη παραγωγής, στις Η.Π.Α., την Ευρώπη, την Ιαπωνία, την Ν.Κορέα, κ.ά. Μία τεράστια μεταφορά κεφαλαίων έλαβε χώρα από τις δυτικές ανεπτυγμένες οικονομίες προς την Κίνα.
Νέες ειδικά σχεδιασμένες οικονομικές και βιομηχανικές ζώνες καντά στα αστικά κέντρα της ανατολικής ακτής υποδέχτηκαν χιλιάδες εργοστάσια που έφτασαν εδώ από άλλες περιοχές του πλανήτη, προκειμένου οι εταιρίες να εκμεταλλευτούν το πολυάριθμο φθηνό εργατικό δυναμικό που θα επέφερε μειωμένο κόστος παραγωγής και φυσικά μεγαλύτερα κέρδη. Μεγαλουπόλεις γιγαντώθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια. Η Σαγκάη μετετράπη σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα του κόσμου, και μαζί με την πρωτεύουσα Πεκίνο, την Γκουνγκτζού, τη Σεντζέν, την Τιανγίν,  τη Σούζου και την Τσονκίνκ αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της παγκόσμιας οικονομίας. Όλες οι προαναφερθείσες πόλεις, με εξαίρεση την Τσονκίνκ βρίσκονται στην ανατολική και τη νότια Κίνα στα παράλια της χώρας ή κοντά σε αυτά.
Η εφαρμογή του νόμου περί κατώτατου μισθού είναι χαρακτηριστική των ανισοτήτων ανάμεσα στις περιοχές της χώρας. Ο κατώτατος μισθός καθορίζεται από τις περιφερειακές αρχές, με τη Σαγκάη και το Πεκίνο να έχουν τους υψηλότερους, τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις να ακολουθούν και την επαρχία να ακολουθεί από πολύ πολύ πίσω.

Οι κατώτατοι μηνιαίοι μισθοί στην Κίνα ανά περιοχή, 
πηγή: China Labour Bulletin

Με βάση τον εργασιακό νόμο του 1994 το εβδομαδιαίο ωράριο είναι 40 ώρες, και οι υπερωρίες, οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις τρεις ώρες ημερησίως, πρέπει υποχρεωτικά να πληρώνονται από τον εργοδότη.[8]
Όμως ο νόμος σε πάρα πολλές περιπτώσεις παραμένει κενό γράμμα με την ανοχή των ίδιων των κυβερνητικών αρχών.
Πίσω από τους πρωτοφανείς ρυθμούς ανάπτυξης που παρουσιάζει η Κίνα και τους ευημερώντες οικονομικούς δείκτες που τη μετέτρεψαν ταχύτατα σε 2η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, κρύβονται απίστευτες ιστορίες εργασιακής εκμετάλλευσης εκατομμυρίων ανθρώπων στριμωγμένων σε τεράστιες παραγκουπόλεις, οι οποίες σε αντίθεση με τα καλογυαλισμένα κεντρικά σημεία των κινέζικων μητροπόλεων, σπανίως βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Δεκάδες εκατομμύρια εσωτερικών μεταναστών δεν έχουν βασικά δικαιώματα σε εκπαίδευση και υγεία καθώς θεωρούνται παράνομοι από τις αρχές (τη στιγμή μάλιστα που μπορεί να εργάζονται νόμιμα).

Οι απαράδεκτες εργασιακές συνθήκες που εδώ και πολλά χρόνια επικρατούν στην πλειοψηφία ακόμα των εργασιακών χώρων ξεπερνούν κάθε ευρωπαϊκή ή βορειοαμερικάνικη φαντασία, ακόμα και τώρα, στις συνεχώς επιδεινούμενες αντίστοιχες συνθήκες στις Η.Π.Α., την  Ευρώπη και τη χώρα μας. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η επινόηση του όρου «κινεζοποίηση» (chinafication), ο οποίος πλέον έχει μπει για τα καλά στη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε Ευρώπη και Η.Π.Α., προερχόμενος από τις άθλιες εργασιακές συνθήκες στην Κίνα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και την προσπάθεια του παγκοσμίου κεφαλαίου να την εξαπλώσει σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ύπαρξη ενός τεράστιου σε αριθμό φτηνού εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την έξοδο της Κίνας στην παγκόσμια αγορά, αποτέλεσε ένα νέο μεγάλο πειραματικό πεδίο, στο οποίο οι ξένες αλλά και οι ντόπιες εταιρίες θα απολάμβαναν ένα εργατικό δυναμικό με μηδαμινά δικαιώματα και απάνθρωπες συνθήκες εργασίας.



Στα εργοστάσια των πολυεθνικών
Οι αναφορές από οργανώσεις, φορείς, ΜΜΕ κάθε είδους για παραβίαση εργατικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων στους χώρους εργασίας δεν σταματούν να κατακλύζουν σχεδόν καθημερινά την παγκόσμια ειδησεογραφία, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν ιδρυθεί αρκετοί φορείς-παρατηρητές ακριβώς για αυτό το σκοπό. Η εργατική νομοθεσία παραβιάζεται συστηματικά, ενώ πολλά από τα εργοστάσια των δυτικών πολυεθνικών προσομοιάζουν περισσότερο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στα οποία η εκμετάλλευση των εργαζομένων ξεπερνά κάθε όριο. Πολλές μεγάλες πολυεθνικές συχνά βρίσκονται στη «δυσάρεστη» θέση να προσπαθούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις στα Μ.Μ.Ε. μετά από αναφορές απάνθρωπων συμπεριφορών στις μονάδες παραγωγής τους. Πλέον διάσημη στα δυτικά μίντια υπήρξε η περίπτωση των απάνθρωπων εργασιακών συνθηκών στα εργοστάσια της Apple. [9]

Μία πρόσφατη αναφορά του China Labor Watch [10] για τις συνθήκες εργασίας σε οχτώ εργοστάσια της πολυεθνικής Samsung, είναι απολύτως ενδεικτική των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι, στο επονομαζόμενο «οικονομικό θαύμα» της Κίνας. Τον παράδεισο των εργοδοτών και την κόλαση των εργαζομένων. Ένα «θαύμα» για το κεφάλαιο το οποίο προσπαθεί με κάθε τρόπο να το εξαπλώσει σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μία εργάτρια σε εργοστάσιο της διάσημηςεταιρίας βιδώνει δύο μεγάλες βίδες ανά 9 δευτερόλεπτα. Δουλεύει τρεις-τέσσερις ώρες υπερωρία χωρίς να πληρώνεται, στέκεται 12-13 ώρες αυστηρά όρθια, ενώ σε αυτό το διάστημα δεν της επιτρέπεται να συνομιλήσει ούτε μία φορά στη διπλανή συναδελφό της, ή να πάει για να πιει ένα ποτήρι νερό.
Πολλές φορές αναγκάζεται να έρθει για εργασία ημέρες που κανονικά είχε ρεπό, επειδή οι παραγγελίες αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλες, ενώ συνήθως έρχεται στη μονάδα μισή ώρα πριν την έναρξη της εργασίας για να δώσει παρουσία στο προαύλιο, σαν να βρίσκεται σε πρωϊνή αναφορά στρατιωτικής μονάδας.
Από τον πενιχρό μισθό της είναι αναγκασμένη να πληρώνει ένα ποσό κάθε μήνα στην εταιρία που μεσολάβησε για να προσληφθεί... Πάντως αν θέλει να γλιτώνει έξοδα από τις μετακινήσεις δεν πρέπει να ανησυχεί, αφού η εταιρία της δίνει τη δυνατότητα έναντι ενός μικρού αντιτίμου να κοιμάται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους εντός των εγκαταστάσεών της. Πρόκειται -όπως αναφέρει το China Labor Watch- για μία περίπτωση αντίστοιχη εκατοντάδων εκατομμυρίων εργαζομένων στη χώρα.
Παρόμοιες αναφορές και έρευνες από πολυάριθμες οργανώσεις και παρατηρητήρια δημοσιεύονται πλέον σε τακτική βάση. 
[1] World Bank, China Overview 2013, 


[2] "An Analysis of Current Problems in China’s Agriculture Development: Agriculture, Rural Areas and Farmers" (pdf), Yongxin Quan, Zeng-Rung Liu, Ιούνιος 2002,
"A New Revolution? Chinese Working Classes Confront the Globalized Economy", Robert Weil, 1 Ιουλίου 2006,
[3] "Riot Police Deployed As Thousands Protest Land Grab", Radio Free Asia, 21 Οκτωβρίου 2013,
[4] "Can China's Land Reform Succeed Amid Land Grabs And Social Unrest?", Moran Zhang, International Business Times, 18 Σεπτεμβρίου 2013,
[5] "Φράγματα του ποταμού Γιανγκτσέ: Μια καταστροφική υπέρβαση", Άρης Καπαράκης, 4 Απριλίου 2012,
[6] "Rethinking China’s “land grab”: Chinese land investments in Central Asia" (pdf), The Newsletter no. 58, Autumn/Winter 2011,
[7] "China gives agricultural modernization 500m yuan boost", Xinhua-China Daily, 18 Αυγούστου 2013,
[8] "Wages in China", China Labour Bulletin, 10 Ιουνίου 2013,
[9] "Spotlight on Apple amid new exploitation claims", Emily Ford, Times, 30 Ιουλίου 2013,
"Chinese workers exploited by U.S.-owned iPhone supplier" (pdf), China Labor Watch, 5 Σεπτεμβρίου 2013,
"Apple's Chinese suppliers still exploiting workers, says report", Lance Whitney, 27 Φεβρουαρίου 2013,
[10] "An Investigation of Eight Samsung Factories in China: Is Samsung Infringing Upon Apple’s Patent to Bully Workers?", September 4, 2012, China Labor Watch





Κίνα: Ο Δράκος που τρώει τα παιδιά του...

 (B' Μέρος)

 Με ελάχιστα εργασιακά δικαιώματα, χαμηλότατους μισθούς, υπερένταση της εργασίας, οι μεγάλες εταιρίες και οι οικονομικές ελίτ  βρήκαν στη χώρα ένα πραγματικό χρυσωρυχείο, το οποίο τα τελευταία χρόνια προσπαθούν –με όχημα τη μεγάλη οικονομική κρίση σε Η.Π.Α. και Ευρώπη- να εξάγουν και στη Δύση.
Σταδιακά όμως η κατάσταση αυτή αρχίζει να μεταβάλλεται.
Απεργίες, κινητοποιήσεις και λαϊκή δυσαρέσκεια
Παρόλα αυτά η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων μεταβάλλει σταδιακά τις συνθήκες, καθώς το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, η μεγαλύτερη εξειδίκευση, αλλά και η σταδιακή μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, οδηγεί αναπόφευκτα σε νέες ζυμώσεις εντός των εργασιακών χώρων[1].
Επιπλέον, οι εταιρίες αναγκάζονται να προχωρήσουν σε κάποιες παραχωρήσειςγνωρίζοντας βέβαια ότι το κόστος παραγωγής στην Κίνα είναι ακόμα αρκετά χαμηλότερο από την Ευρώπη ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι μισθοί για το διάστημα 2004-2012 παρουσίασανσταθερά ανοδική τάση, η οποία όμως ποτέ δεν ξεπερνούσε την αντίστοιχη μεγέθυνση του Α.Ε.Π. 

Εξέλιξη των μισθών στην Κίνα, πηγή: Trading Economics
Οι σημαντικές πάντως αυξήσεις στους μισθούς ήρθαν ως αποτέλεσμα 
-των πολυάριθμων εργατικών διεκδικήσεων και αγώνων συχνότατα υπό πολύ βίαια καταστολή,

-της μείωσης των διαθέσιμων εξειδικευμένων θέσεων εργασίας, 

-της προσπάθειας της ηγεσίας για βελτίωση της εικόνας του στην εσωτερική και παγκόσμια κοινή γνώμη, 
-της οικονομικής πολιτικής που έχει στόχο τη στροφή στην εσωτερική κατανάλωση,
-την ενίσχυση του τομέα των υπηρεσιών.
Οι εντεινόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις είναι αυτές που, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αρχίζουν να αλλάζουν τον «χάρτη της εργασιακής εκμετάλλευσης».
Οι εξελίξεις αυτές ανησυχούν ανοικτά τις οικονομικές ελίτ, όπως φαίνεται και από δημοσιεύσεις σε δυτικά έντυπά.
Οι εταιρίες εκφράζουν ανοιχτά τους φόβους τους ότι η -μικρή- άνοδος των μισθών και η μείωση των εργατοωρών θα συντελέσει στην πτώση της «ανταγωνιστικότητας» της κινεζικής οικονομίας, ψάχνοντας μάλιστα ήδη για νέες «χώρες-γαλέρες» (Βιρμανία, κτλ.)[2]. Προς το παρόν έχουν βέβαια μαζί τους το δικαστικό σύστημα και το στιβαρό χέρι τηςκαταστολής εναντίον των εργατικών κινητοποιήσεων, αλλά όπως αποδεικνύεται τα τελευταία χρόνια η ιστορία αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ, καθώς οι εσωτερικές πιέσεις αυξάνονται σταθερά κόντρα στηνοικονομικοπολιτική ελίτ του τόπου, συχνότατα «δυτικοθρεμμένη» και πάντα μέλος ή με διασυνδέσεις στο πανίσχυρο Κομμουνιστικό Κόμμα και το Κρατικό Συμβούλιο της χώρας.
Οι απεργίες κηρύσσονται συνήθως παράνομες, είτε επειδή οι συμμετέχοντες δεν ανήκουν στο κρατικό συνδικάτο -το μόνο νόμιμο-, είτε επειδή το συνδικάτο ελέγχεται πλήρως από ανθρώπους των εργοδοτών, σε πλήρη αντίθεση με τον υφιστάμενο εργασιακό νόμο. Παρόλα αυτά δεκάδες χιλιάδες απεργίες λαμβάνουν χώρα ετησίως.
Σε άλλες περιπτώσεις, εργασιακά δικαιώματα που κερδήθηκαν από απεργιακούς αγώνες σύντομα αθετήθηκαν με τη δικαιοσύνη να επιλέγει το πλευρό των πολιτικοοικονομικών συμφερόντων.
Σε πολλές περιπτώσεις όμως, οι απεργιακές κινητοποιήσεις πέτυχαν σημαντικότατες παραχωρήσεις, κόντρα στην κρατική καταστολή, την κορπορατοκρατούμενη δικαιοσύνη και την παντοκρατορία των εταιριών: αυξήσεις μισθών, πληρωμές μισθών, μείωση ωραρίου, δυνατότητα συγκρότησης συμβουλίων και σε κάποιες περιπτώσεις την εκλογή ανεξάρτητων εκπροσώπων στα συνδικάτα[3].
Η δυσφορία και η έντονη δυσαρέσκεια που εκφράστηκε μέσω απεργιών και αναταραχών οδήγησε τα τελευταία χρόνια την κινεζική ηγεσία σε μία πιο μετριοπαθή στάση και σε πιο συντονισμένη προσπάθεια προς την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων έστω και σε τοπικό επίπεδο, δεδομένο πριν κάποια χρόνια αδιανόητο. Τελευταίο παράδειγμα η προσπάθεια της επαρχίας Γκουανκντόνγκ, της πλέον βιομηχανικής περιοχής της χώρας, στην οποία συζητείται η υπογραφή Νόμων Συλλογικών Διαπραγματεύσεων[4]. Το πρόβλημα είναι ότι με την έλλειψη διαφάνειας και δικαιοσύνης, πολλές από αυτές τις συμφωνίες είναι εύκολο να αθετηθούν.  
Η «παράδοξη» κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κινέζικο εργατικό κίνημα περιγράφεται συνοπτικά από τον Ελι Φρίντμαν: «Οι Κινέζοι εργαζόμενοι από τη μία εμφανίζονται ως νικητές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού,  ως το μεγαθήριο του οποίου ο ερχομός σήμανε την ήττα των εργαζομένων του δυτικού κόσμου [...] Από την άλλη πλευρά, απεικονίζονται ως τα αξιολύπητα θύματα της παγκοσμιοποίησης, η ένοχη συνείδηση των καταναλωτών του Πρώτου Κόσμου»[5].
Μόνο το 2010, καταγράφηκαν στη χώρα 180.000 περιπτώσεις αναταραχών κάθε είδους, αριθμός τετραπλάσιος των αντίστοιχων μία δεκαετία πριν, μη συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν στα μειονοτικά/εθνοτικά ζητήματα στο Θιβέτ και στη βόρεια και βορειοδυτική Κίνα[6].
Οι αναταραχές αυτές έχουν ως βασικές αιτίες:
-τη σχεδόν συστημική διαφθορά, 
-την έλλειψη κράτους δικαίου,
-τις απαράδεκτες εργασιακές συνθήκες (χαμηλοί μισθοί, αργοπορία πληρωμών, απλήρωτες υπερωρίες, εξευτελισμός εργαζομένων, έλλειψη ασφάλειας, κ.α.) 
-τον ολοκληρωτικό έλεγχο των συνδικάτων από το management των εταιριών των εργοδοτών, (τυπικά υπό τον έλεγχο του ΚΚ Κίνας)
-την αρπαγή γαιών και την μεγάλη φτώχεια στις αγροτικές περιοχές,
-το συνεχώς αυξανόμενο κόστος ζωής που οδηγεί σε εκ νέου φτωχοποίηση εκατομμύρια ανθρώπων,
-τη συχνή άνοδο των τιμών των τροφίμων, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια,
-τα αυτονομιστικά κινήματα στο ανατολικό Τουρκεστάν, την εσωτερική Μογγολία και το Θιβέτ.
Η δυσαρέσκεια στη χώρα αυξάνεται συνεχώς, παρά την τεράστια οικονομική ανάπτυξη. Το 40% των Κινέζων δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη ζωή τους, ενώ το ποσοστό στις αγροτικές περιοχές ξεπερνά το 70%. Όσον αφορά στους πλούσιους, το 60% δηλώνει πως αν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις θα εγκαταλείψει τη χώρα. Οι καταθέσεις πολλών από αυτούς ήδη βρίσκονται σε ξένες τράπεζες και οι περιουσίες τους συνήθως ξοδεύονται αλλού, όχι στην ίδια τη χώρα.
Παρά τη χρόνια και γενικευμένη δυσαρέσκεια όμως η κεντρική εξουσία ποτέ δεν αντιμετώπισε έναν γενικευμένο ξεσηκωμό ή εξέγερση, κάτι που αρκετοί δυτικοί αναλυτές εδώ και χρόνια προέβλεπαν.
Η έλλειψη ενός σημείου αναφοράς εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος, και η έλλειψη εμπειρίας δημοκρατικών διαδικασιών με δεδομένο άλλωστε τομοναρχικό/μονοκομματικό παρελθόν της χώρας, αναφέρεται από τους περισσότερους ως η κύρια αιτία για την έλλειψη μιας μαζικής μορφής διαμαρτυρίας.
Επιπλέον, το Κόμμα, και οι φορείς που πρόσκεινται σε αυτό έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα «στεγανό», τουλάχιστον όσον αφορά τονπροσεταιρισμό σημαντικού μέρους της ανώτερης μεσαίας νεοδημιουργηθείσας νέας τάξης. Σε μία χώρα που πολιτική και business πάνε συνήθως μαζί, θυμίζοντας πολύ τη μετασοβιετική Ρωσία, πάμπολλα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος ανήκουν και οι ίδιοι στη χρυσή ελίτ της κινεζικής ανάπτυξης, με πρώτο παράδειγμα τον πολυεκατομμυριούχο νέο Πρόεδρο της χώρας και επικεφαλή του πανίσχυρου 7μελούς Πολιτικού Γραφείου Σι Τζίνπινγκ[7].
Κατά τη διάρκεια απεργιών, αναταραχών ή ξεσηκωμών, σχεδόν πάντοτε παρατηρούνται φαινόμενα άγριας και ωμής καταστολής, όσο κι αν οι επίσημες αρχές προσπαθούν με ιδιαίτερη επιμέλεια να τα αποκρύψουν. Το ίδιο συμβαίνει με σοβαρότατες και συχνές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 2009 ο Ο.Η.Ε εκτιμούσε ότι περίπου 200 χιλιάδες άνθρωποι κρατούνταν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Επιπλέον, τα φαινόμενα λογοκρισίας είναι καθημερινά, με πλέον προβεβλημένο βέβαια στη Δύση, τον ασφυκτικό έλεγχο επί του διαδικτύου.
Προς το μέλλον

Οι οικονομικοί δείκτες της οικονομίας συνεχίζουν την ανοδική τους τάση, προκαλώντας... δέος στη Δύση της οικονομικής κρίσης, έστω και αν τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης έχουν αρχίσει να εμφανίζονται μετά από μία 20ετία πρωτοφανών ρυθμών ανάπτυξης.

Τα προϊόντα της χώρας αρχίζουν να προσεγγίζουν σε ποιότητα αυτά της Δύσης και της Ιαπωνίας, ενώ η τεράστια οικονομική δυναμική της έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα και στον γεωστρατηγικό τομέα, εκεί όπου από πεδίο αντιπαράθεσης ιμπεριαλιστικών δυνάμεων πριν από έναν αιώνα έχει μεταβληθεί σε ανταγωνιστή παγκοσμίου βεληνεκούς.
Η χώρα ξεπέρασε το 2013 τις Ηνωμένες Πολιτείες στοπαγκόσμιο εμπόριο αγαθών καταλαμβάνοντας τηνπρώτη θέση παγκοσμίως[8].
Τα γιγαντιαία εμπορικά πλεονάσματα που διατηρεί ακόμα και με τις Η.Π.Α, της επιτρέπουνέναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στην αμερικανική οικονομία. Δεν είναι τυχαίοι οι αμερικανικοί φόβοι για μία προσπάθεια κινεζικής επίθεσης μεγάλης κλίμακας στην αμερικανική οικονομία μέσω της αγοράς και διαχείρισης ομολόγων και της κινεζικής πολιτικής στο ζήτημα αυτό[9].
Η κυβέρνηση και οι οικονομικοί φορείς έχουν καταννοήσει την τεράστια εξάρτηση της οικονομίας από τις εξαγωγές, προσπαθώντας να τονώσουν τηνεσωτερική κατανάλωση, προκειμένου η κινεζική οικονομία να μην είναι τόσο ευάλωτη στις διεθνείς οικονομικές συνθήκες. Επιπλέον, θεωρείται ότι η ώθηση της εσωτερικής κατανάλωσης θα οδηγήσει σε μείωση της δυσαρέσκειας, κυρίως των αστικών πληθυσμών.
Παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αυτής της μεταστροφής δεν χαρακτηρίζονται ως ικανοποιητικά η οικονομική ανάπτυξη της χώρας παραμένει υψηλότερη των προβλέψεων σταθεροποιούμενη στο 7,7 και 7,8% αύξησης του Α.Ε.Π. το δεύτερο εξάμηνο του 2013. Παρόλα αυτά πολλοί αμφισβητούν τα επίσημα στοιχεία, βασιζόμενοι στην πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και την πτωτική ζήτηση ενέργειας, τοποθετώντας την αύξηση στο 4 ή 5% του Α.Ε.Π. Επιπλέον το ποσοστό αυτό «άγγιξε» χαμηλό 14ετίας[10].
Αυτά όμως δεν αποτελούν τα μόνα σημάδια επιβράδυνσης της -κατά τα άλλα ξέφρενης ακόμα- κινεζικής ανάπτυξης. Ήδη στα τέλη του 2013, η βιομηχανική ανάπτυξη στη χώρα σημείωσε αύξηση μικρότερη ακόμα και της πλέον απαισιόδοξης πρόβλεψης[11].
Η, κατά τα άλλα, φιλική προς το Πεκίνο Παγκόσμια Τράπεζα, προειδοποιεί ότι «η μετάβαση από τα χαμηλά εισοδήματα προς τα μεσαία είναι πιο εύκολη, από την αντίστοιχη μετάβαση από τα μεσαία προς τα υψηλά εισοδήματα». Η ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή των τραπεζών έχει ήδη φέρει αρκετές ανησυχίες για το σκάσιμο μιας φούσκας κυρίως στον στεγαστικό τομέα, δεδομένο το οποίο θα επιφέρει σημαντικές αναταράξεις όχι μόνο στη χώρα, αλλά στην παγκόσμια οικονομία[12].
Πάντως, σε αντίθεση με το δυτικό κόσμο, όπου πρακτικά το Α.Ε.Π. την πενταετία 2007-2013 συνολικά δεν αυξήθηκε σχεδόν καθόλου, η Κίνα συνεχίζει να επιδεικνύει -σε αντίθεση με πλήθος προβλέψεων- μια τεράστια δυναμική, που αποτυπώνεται σχηματικά με έναν μ.ο. αύξησης του Α.Ε.Π. της κατά 9%. Οι αριθμοί όμως δεν σημαίνουν αντίστοιχη «πρόοδο» για τους πολίτες της χώρας.
Οι καταπληκτικοί αριθμοί του «Κινέζικου Δράκου» συνεχίζουν και στηρίζονται στην εκμετάλλευση εκατομμυρίων εργαζομένων στον βιομηχανικό και αγροτικό τομέα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν θα συνεχίσει να βασίζει την εξαιρετική της αυτή δυναμική πάνω στην ανθρώπινη εκμετάλλευση. 
Δεν είναι λίγοι αυτοί που προβλέπουν ότι η μόνη αιτία ξαφνικής «υποχώρησης» της κινεζικής υπερδύναμης θα προκληθεί από εσωτερικά κοινωνικά αίτια[13].
Προς το παρόν η συνεχής άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος φαίνεται να διασφαλίζουν μία πορεία σχετικής ηρεμίας, όσο μπορεί να θεωρηθεί βέβαια σχετικά ήρεμη μια χώρα στην οποία παρατηρούνται περίπου 500 εστίες ξεσηκωμών, αναταραχών και επεισοδίων καθημερινά (2010).
Η κινεζική ηγεσία υπόσχεται να επενδύσει στις φτωχές περιοχές, να μην επιτρέψει στο τραπεζικό σύστημα να διαλύσει την οικονομία της όπως συνέβη στη Δύση, να πατάξει τη διαφθορά και να βελτιώσει το κράτος δικαίου και παροχών, μειώνοντας τις τεράστιες οικονομικές και περιφερειακές ανισότητες και αλλάζοντας την Κίνα, από κράτος-γαλέρα σε ένα σύγχρονο και ισχυρό κράτος με ικανοποιημένους πολίτες.
Το πως αυτό θα επιτευχθεί μέσω ενός μοναδικού στα σύγχρονα χρονικά πολιτικοοικονομικού συστήματος όπως το κινέζικο, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο παρατήρησης στο άμεσο και απώτερο μέλλον, το οποίο θα έχει άμεσο αντίκτυπο σε ολόκληρο τον πλανήτη...
[2] "The end of cheap China", What do soaring Chinese wages mean for global manufacturing?, The Economist, 10 Μαρτίου 2012,
"China’s Economy In Three Parts", The Economist, 25 Ιανουαρίου 2014,
"Rising Wages Pose Dilemma for China", Wall Street Journal, Tom Orlik, 17 Μαΐου 2013,
"China’s labour pains: rising wages", 18 Μαρτίου 2006  
[3] "China In Revolt", Eli Friedman, ZNet, 1 Δεκεμβρίου 2012
[5] βλ. 1,2
[6] "Unrest Grows as Economy Booms", Tom Orlik, The Wall Street Journal, 26 Σεπτεμβρίου 2011,
"Wildcat Strikes Push China to Write New Labor Laws", Ellen David Friedman, ZNet, 3 Δεκεμβρίου 2013
[7] "China: as you were", Martine Bulard, Le Monde Diplomatique, Δεκέμβριος 2012,
"China: Rise, Fall and Re-Emergence as a Global Power", James Petras, Global Research, 7 Μαρτίου 2012,
"The Diplomat, The Fraying of China’s Gilded Age", Abraham Denmark, 25 Νοεμβρίου 2011
[8] "China 'overtakes' US as world’s largest goods trader", BBC, 10 Ιανουαρίου 2014
[9] "Αμερικανικά ομόλογα: Φοβίες, πιέσεις και πόλεμος εντυπώσεων", Άρης Καπαράκης, Σόλωνας, 16 Δεκεμβρίου 2013
[10] China’s GDP growth in 2013 se to be weakest since 1999, Economic Times, 5 Ιανουαρίου 2014
[11] "Global Factory Growth Diverges From Europe to China: Economy", Catherine Bosle, Bloomberg, 23 Ιανουαρίου 2014,  βλ 8, BBC 
[13] "China: Rise, Fall and Re-Emergence as a Global Power", James Petras, Global Research, 7 Μαρτίου 2012
Φωτογραφίες: wikipedia

Άρης Καπαράκης
Συνεργάτης της ΜΚΟ Σόλων
(solon.org.gr) 
ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ: