''Prova d'orchestra''



Φεντερίκο Φελίνι: ''Πρόβα Ορχήστρας''  


1.

Η ταινία του Φελίνι, μοιάζει με ελεγεία πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Η αρχικά ήρεμη και συνηθισμένη πρόβα, μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, ναεξελιχθεί σε πυρπόληση των επιτευγμάτων του πολιτισμού και της νίκης του επί των κατωτέρων ενστίκτων.

Υπάρχουν δύο ξεκάθαρα αντίπαλα στρατόπεδα εδώ: ο μαέστρος (ο πατέρας, η εξουσία, η οργάνωση) και η ορχήστρα (τα παιδιά, ο λαός, το ανυπότακτο στοιχείο). Ανάμεσά τους περιφέρονται οι μεσάζοντες: οι εκπρόσωποι του ξεπουλημένου συνδικάτου που προσπαθούν δήθεν να υπερασπίσουν τα δίκαια των μουσικών συνδιαλεγόμενοι με την εξουσία και η ρομαντική μορφή του ηλικιωμένου βοηθού, με τον παλιομοδίτικο σεβασμό προς τον μαέστρο και την επιεική τρυφερότητα για τα «παιδιά».

Ο πατέρας-αφέντης θεωρεί ότι μέσα στα όρια της εξουσίας του, έγκεινται οι σαρκαστικές παρατηρήσεις απέναντι στους μουσικούς, η εκμηδένιση της προσωπικότητάς τους, για το συλλογικό καλό, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την εκτέλεση του κομματιού σύμφωνα με το προσωπικό του όραμα!

Οι μουσικοί εξανίστανται, αντιδρούν με ειρωνικά σχόλια και γέλια. Το βάθρο του μαέστρου αρχίζει να τρίζει και στο διάλειμμα καταρρέει. Ο πάλαι ποτέ «Θεός» απογυμνώνεται κυριολεκτικά και μεταφορικά μπροστά μας, αποκαλύπτοντας την ανθρώπινη υπόστασή του την ώρα που φρεσκάρεται και μας εξομολογείται στωικά και παραιτημένα ότι δεν υπάρχουν πλέον «πιστοί».

Η ορχήστρα απομυθοποιείται επίσης μέσα από τα λεγόμενα των μελών της, ιδίως όταν ένα από αυτά μας λέει ότι λειτουργούν σαν εργάτες, που χτυπούν, φυσούν και γρατζουνάνε μηχανικά τα όργανά τους για να παράγουν ήχους.

Η ένταση χτίζεται σταδιακά: βλέπουμε στο διάλειμμα την ορχήστρα να ξεδίνει με ροκ(!) μουσική, ορισμένους να κουβεντιάζουν και να μαλώνουν φωναχτά και σιγά-σιγά να οδηγούνται σε ένα παγανιστικό όργιο, το οποίο μας παραπέμπει, σ' ένα ανάλογο, εκείνο των ολιγόπιστων ακολούθων του Μωυσή που, εκμεταλλευόμενοι τη σύντομη απουσία του στο όρος Σινά, αντικαθιστούν το Θεό με ένα ζωόμορφο είδωλο -εν προκειμένω, με έναν τεράστιο μετρονόμο.

Σήμερα δεν υπάρχουν θεοί. Οι επίγονοι των παιδιών των λουλουδιών έχουν καταρρίψει όλες τις διακρίσεις και μαζί και τις αξίες της πολιτισμένης κοινωνίας. Γι' αυτό και φθάνουν να ξεπεράσουν και το όριο της ειδωλολατρίας, καταλήγοντας στην αναρχία, διαπράττοντας έτσι την ύψιστη ύβρη. Την τάξη αποκαθιστά ο ερχομός (απ’το πουθενά) της τεράστιας σιδερένιας μπάλας κατεδάφισης, παίρνοντας ένα εξιλαστήριο θύμα, την αθώα, αμέτοχη στο όργιο αρπίστρια.

Τώρα, τα ξεστρατισμένα και ασεβή μεσογειακά παιδιά είναι φοβισμένα και ευάλωτα, επιζητώντας ένα πατρικό χέρι να τους τραβήξει το αυτί. Καθήκον που αναλαμβάνει με ευχαρίστηση ο πειθαρχημένος και συντηρητικός Γερμανός μαέστρος. Τα πρώτα ξαναβρίσκουν την ασφάλεια και ο δεύτερος την ύπαρξη μέσα από το ρόλο του.

Η ταινία συχνά μοιάζει με τηλεοπτική εκπομπή ή ντοκιμαντέρ αλλά προς το τέλος ξεφεύγει σε ποιητικά επίπεδα. Η μουσική του Νίνο Ρότα εξυπηρετεί πολύ καλά τους σκοπούς της ταινίας και οι ηθοποιοί, αρκετοί από τους οποίους ερασιτέχνες, δίνουν, πρώτα με τα πρόσωπά τους (προσεκτικά επιλεγμένα από τον Φελίνι) και λιγότερο με τις ερμηνείες τους το στίγμα της πολιτικής αλλοτρίωσης που επικρατεί στην Ιταλία των αρχών του ΄80.

Εν τέλει, δε γνωρίζουμε αν η επιστροφή στην τάξη είναι κάτι παρήγορο. Γιατί οι λόγοι δεν είναι η ελεύθερη επιλογή για συνεργασία με σκοπό τη δημιουργία και την πρόοδο, αλλά ο φόβος, που δένει αναγκαστικά τις μοίρες των ανθρώπων, απέναντι στον κοινό εχθρό: το άγνωστο και το θάνατο. Άρα, πιθανόν μας λέει ο Φελίνι, ότι είναι αδύνατον να επιτευχθεί ποτέ ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσά μας, αφού λειτουργούμε πιο πολύ σαν τρομαγμένα ποντίκια, παρά σα σκεπτόμενα όντα που «θρώσκουν άνω».


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ:
 http://www.cinemainfo.gr/films/international/provafellini/index.html


 2.


Δεν χρειάζονται πολλά εισαγωγικά σχόλια, όταν αναφερόμαστε στον Federico Fellini. Το όνομά του είναι γνωστό σε όλους τους κινηματογραφόφιλους, ακόμη και σ' αυτoύς που δεν γνωρίζουν ούτε μία ταινία του. Πραγματικός μάγος, τρυφερός ερωτικός και υπέροχα σουρεαλιστικός, έχει δώσει ταινίες όπως το 8 1/2, το La Strada, το La Dolce Vita, τη Πόλη των Γυναικών ή το La Nave Va, με σκηνές που μένουν χαραγμένες ανεξίτηλα στη μνήμη. Η "Πρόβα Ορχήστρας" είναι, μάλλον, μιά από τις παρεξηγημένες ταινίες του Fellini και τις πλέον άγνωστες. Παραγγελία της ιταλικής τηλεόρασης, κατάφερε να βγει από τη μικρή οθόνη και να κερδίζει τις ευρωπαϊκές και αμερικάνικες αίθουσες. Κωμική, σατιρική και σαρκαστική, δεν αποτελεί παρά μια μετωνυμία της κοινωνίας που ζούμε. Η μικρή ομάδα των υπαλλήλων μουσικών, που συγκεντρώνονται για να παίξουν μαζί, αποτελείται από κάθε καρυδιάς καρύδι. Η πιανίστα είναι η ωραία, τα ντραμς είναι Ναπολιτάνοι, το πρώτο βιολί είναι ένας υποχόνδριος ευγενικός κύριος με το βαρόμετρό του που μετρά την υγρασία, η αρπίστρια είναι μια μεσήλικη μόνη γυναίκα, η φλαουτίστα είναι ονειροπαρμένη, το όμποε είναι συναισθηματικό, ένα κλαρινέτο ακούει το ματς... Ο διευθυντής ορχήστρας είναι γερμανικής καταγωγής, έχει μια βαριά γερμανική προφορά που τον προδίδει. Ολοι αυτοί μαζεύονται κάθε μέρα, χωρίς να πολυγνωρίζονται, κουβαλώντας ο καθένας τον κόσμο του σ' αυτό το παλιό ορατόριο, τη παλιά εκκλησία του 13ου αιώνα -με την τέλεια ακουστική, όπως μας επιβεβαιώνει ο φύλακας του χώρου- και παίζουν. Εμείς, ως θεατές, παρακολουθούμε μια μέρα της πρόβας, μια μέρα, όπου ένα τηλεοπτικό συνεργείο πηγαίνει για να τραβήξει ένα ντοκιμαντέρ για τους μουσικούς. Ρεπόρτερ, αόρατος -αλλά παρών με τη φωνή του- ο ίδιος ο Fellini. Οι μουσικοί μαζεύονται αργά αργά σ' αυτό το χώρο, που από άδειος αρχίζει να γεμίζει. Ενας χώρος κλειστός, όχι μόνο οπτικά, αλλά και ηχητικά, χωρίς καθόλου αντήχηση -αυτό γίνεται έντονα αισθητό και μέσω της ηχοληψίας- γίνεται ο τόπος όπου θα εξελιχθούν οι σχέσεις των ηρώων και όχι μεμονωμένα οι ίδιοι οι ήρωες. Στην αρχή αυτοπαρουσιάζονται ερήμην της κάμερας και, αργότερα, ο καθείς θα ομολογήσει μπροστά στην τηλεοπτική, και κατ' επέκτασιν στην κινηματογραφική κάμερα, το βαθύ έρωτά του για το μουσικό του όργανο. Μια σχέση που τους χαρακτηρίζει όλους ανεξαιρέτως. Ενα ποντίκι που θα εμφανισθεί, θα διακόψει συζητήσεις και εντάσεις και θα επιτρέψει στο μαέστρο να εμφανισθεί. Ο μαέστρος θα τους προκαλέσει, θα τους πιέσει, θα τους εξάψει, και ο Fellini με το γνωστό του σαρκαστικό χιούμορ θα τους παρουσιάσει τον ένα μετά τον άλλο να αρχίζουν να βγάζουν τα επιπλέον ζεστά ρούχα τους. Το διάλειμμα θα σπρώξει τους μουσικούς στο γειτονικό μπαρ -πάλι κλειστός χώρος- όπου οι θεωρίες περί μαέστρου θα δώσουν και θα πάρουν: "ο μαέστρος είναι άχρηστος πια, ένας μετρονόμος αρκεί, αυτός ειδικά είναι υστερικός αλλά συμπαθής" κ.λπ. Εν τω μεταξύ ο μαέστρος έχει συμβιβασθεί να δώσει τη δική του συνέντευξη, μια ομολογία στη μη χρησιμότητά του, στην αλλαγή του ρόλου του μέσα στα χρόνια. Η αγωνία της ανατροπής της εξουσίας του διευθυντή ορχήστρας παραπέμπει αναπόφευκτα στην αγωνία της κατάργησης του σκηνοθέτη - απόλυτου δημιουργού, που βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα σε άπειρες ειδικότητες από άτομα χωρίς ιδιαίτερη γενική κουλτούρα, και κατ' επέκτασιν στη γενικότερη κατάργηση της αυθεντίας μέσα στον κόσμο που ζούσαμε τότε, στα τέλη της δεκαετίας του '70. Εξάλλου, οι ταινίες του Fellini από τα μέσα της δεκαετίας του '60 και μετά, χαρακτηρίζονται από ένα περισσότερο προσωπικό στιλ, αφήνοντας τις ακραία ατομικές, αλλά συγχρόνως υπέροχες, καταγραφές της κοινωνικής πραγματικότητας ή, μάλλον, προσθέτοντας σε αυτές στοιχεία κοινωνικοπολιτικά ή και στοιχεία κριτικής ανάλυσης της ίδιας της αναπαράστασης. Είναι σαφές ότι ο Fellini φλέρταρε με αυτές τις διαθέσεις από την αρχή της κινηματογραφικής του καριέρας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ελεύθερη χρήση του ντουμπλάζ στις ταινίες του. Η φωνή αιωρείται γύρω από το στόμα, δεν ανήκει στον ηθοποιό, η φράση που λέγεται είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη από αυτήν που ακούγεται, η αναπαράσταση, δηλαδή, δηλώνεται και, παραδόξως, δεν ενοχλεί κανέναν. Στην "Πρόβα Ορχήστρας", με την ελευθερία του ενός χώρου, του συγκεκριμένου θέματος και της μικρής διάρκειας, ο Fellini βρίσκεται στις μικρές λεπτομέρειες, βρίσκεται παντού. Η γνωστή συνεργασία του με τον Rota, από τις πιο μαγικές στην ιστορία του κινηματογράφου, δίνει τα αποτελέσματά της. Μουσικά σχόλια, από τους ίδιους τους μουσικούς κατά τη διάρκεια της δράσης, ενσωματώνονται στην αφήγηση. Παράλληλα, όλη αυτή την ώρα, κάποιοι εξωτερικοί, απειλητικοί, μακρινοί όμως θόρυβοι πλησιάζουν αργά-αργά και συγκεντρώνουν τη προσοχή όλο και περισσότερων μουσικών. Μετά την επιστροφή στην αίθουσα, τα φώτα σβήνουν από άγνωστο λόγο και προκαλούν μια μικροανταρσία, μια έκρηξη, μια εκτόνωση της πίεσης. Τα πάντα καταρρέουν -όπως συμβαίνει όταν καταρρέουν τα συστήματα αξιών μιας κοινωνίας- ενώ παράλληλα το κτίριο αρχίζει να κατεδαφίζεται. Οι άγνωστης προέλευσης ήχοι που ακουγόντουσαν, δικαιολογούνται. Πανικός και, στη συνέχεια, σιωπή. Τότε ο μαέστρος τούς πείθει να παίξουν, εκεί, όρθιοι μέσα στα χαλάσματα, και η ταινία σβήνει σε μαύρο, με την καθόλου ευχαριστημένη φωνή του μαέστρου με την έντονη γερμανική προφορά να λέει Da Capo! Ναι, Da Capo!, λέμε κι εμείς και την ξαναβλέπουμε ασκαρδαμυκτί.

 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ:
http://entertainment.in.gr/html/ent/228/ent.41228.asp








Σ Χ Ε Τ Ι Κ Α