Απειλές και οφειλές

(...)
Στην Ελλάδα έγιναν ακριβώς τα αντίθετα και η λίστα χάθηκε ανάμεσα σε στικάκια, πάσες από τον ένα στον άλλον, «επίσημες έρευνες» κ.λπ., ώστε η υπόθεση να χαθεί και αυτή στους δαιδάλους της ελληνικής γραφειοκρατίας, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται εντέχνως ώστε να μη διαλευκανθεί καμιά απολύτως υπόθεση σε εύθετο χρόνο. Αυτή τη μόνιμη ελληνική πατέντα καθυστερήσεων έχουν χρησιμοποιήσει όλες οι κυβερνήσεις της μνημονιακής περιόδου στην υπόθεση των φοροφυγάδων της λίστας.
Αποτελεί όνειδος και κοροϊδία η πρόσφατη κυβερνητική πληροφορία ότι ο έλεγχος της λίστας Λαγκάρντ έχει ολοκληρωθεί μόνο για 24 από τις 2.000 και πλέον υποθέσεις που περιλαμβάνει.
(...)


Παραμένει άγνωστο γιατί η κ. Λαγκάρντ δημοσιοποίησε, τις παραμονές της έναρξης επίσημης δικαστικής έρευνας εις βάρος της, ως υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας, ότι είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή της από Ελληνες φοροφυγάδες, όταν παρέδωσε στην ελληνική κυβέρνηση την περίφημη λίστα Λαγκάρντ.

Η κατηγορία εις βάρος της χώρας είναι έτσι και αλλιώς βαριά. Δίνει την εικόνα μιας χώρας με έντονα τα μαφιόζικα στοιχεία, με υπηκόους που έχουν την άνεση να εκτοξεύουν απειλές και συμβόλαια θανάτου.

Η ζημία όμως είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού επανέρχεται στο διεθνές προσκήνιο η ανικανότητα του ελληνικού κράτους να εντοπίσει μεγάλους φοροφυγάδες της χώρας. Τη στιγμή ακριβώς που η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι μια μεγάλη, μόνιμη και ανικανοποίητη απαίτηση της τρόικας, επί ζημία όλων των μισθωτών και συνταξιούχων, οι οποίοι πληρώνουν «το μάρμαρο» από το 2010 και εντεύθεν.

Η λίστα Λαγκάρντ ήταν μια μασημένη τροφή. Οχι μόνον γιατί κατέγραφε όλους τους πιθανούς -και μη- φοροφυγάδες σε ελβετικές τράπεζες, αλλά κυρίως γιατί υπεδείκνυε τη μέθοδο πιστοποίησης και τιμωρίας τους, που όλα τα κράτη εφαρμόζουν με τις δικές τους «λίστες Λαγκάρντ»

Η μέθοδος αυτή, αποτελεσματική σε όλες τις χώρες πλην Ελλάδας, βασίζεται στην ταχύτητα εντοπισμού των μεγάλων φοροφυγάδων και στην κλήση τους -μακριά από τη δημοσιότητα- από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες, προς «διευθέτηση της υπόθεσής τους», ώστε τα κρατικά ταμεία να λάβουν μέρος των οφειλομένων.

Στην Ελλάδα έγιναν ακριβώς τα αντίθετα και η λίστα χάθηκε ανάμεσα σε στικάκια, πάσες από τον ένα στον άλλον, «επίσημες έρευνες» κ.λπ., ώστε η υπόθεση να χαθεί και αυτή στους δαιδάλους της ελληνικής γραφειοκρατίας, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται εντέχνως ώστε να μη διαλευκανθεί καμιά απολύτως υπόθεση σε εύθετο χρόνο. Αυτή τη μόνιμη ελληνική πατέντα καθυστερήσεων έχουν χρησιμοποιήσει όλες οι κυβερνήσεις της μνημονιακής περιόδου στην υπόθεση των φοροφυγάδων της λίστας.

Αποτελεί όνειδος και κοροϊδία η πρόσφατη κυβερνητική πληροφορία ότι ο έλεγχος της λίστας Λαγκάρντ έχει ολοκληρωθεί μόνο για 24 από τις 2.000 και πλέον υποθέσεις που περιλαμβάνει.

Οταν πρόκειται όμως για υπόθεση φοροοφειλέτη -και ουχί φοροφυγά- προς το Δημόσιο, οι αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες κυριολεκτικώς «πετάνε».

Τα κάνουν όλα φύλλο και φτερό και οδηγούν το ολιγότερο σε απόγνωση και οικονομική καταστροφή αυτόν το μικροοφειλέτη-«εχθρό της πατρίδας και του έθνους» και υπονομευτή του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Ουδείς μπορεί να αποκλείσει ότι η κ. Λαγκάρντ με τη λίστα της «ακούμπησε» πάνω στο «βαθύ υπόστρωμα» της «ευγενούς τάξης» των μεγαλοφοροφυγάδων της χώρας.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης, έστω και τυπικώς, ζήτησε από την κ. Λαγκάρντ να δώσει λεπτομέρειες περί των απειλών εις βάρος της ζωής της. Το ενδιαφέρον θα είναι αν εγχώριοι πολιτικοί θα τολμήσουν ποτέ να προβούν σε παρόμοιες συγκεκριμένες καταγγελίες περί απειλών εις βάρος τους...

17-9-2014

ΚΥΡΑ ΑΔΑΜ