3+1 υπέροχες εκδοχές λιτού (και σεμνού) βίου

(...)
Καιρός λοιπόν και για την ελληνική κοινωνία να στρέψει το βλέμμα της στις πραγματικές αξίες. Να απεξαρτηθεί, αν μη τι άλλο, από την ελαφρότητα που προσφέρει η τηλεοπτική εκπαίδευση. Αναζητώντας και τιμώντας ο καθένας το προσωπικό του ηρωικό πάνθεον. Και γιατί το οφείλουμε και γιατί έτσι συμμετέχουμε στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. 
Με άλλα λόγια να γυρίσουμε την πλάτη στην τρέχουσα "αναγνωρισιμότητα"- κραυγαλέα τυπικό αξιακό δείγμα αλήθειας δευτέρας τάξεως. Αντιλαμβανόμενοι ότι το πρόβλημα δεν είναι οι "αναγνωρίσιμοι", άλλα αυτοί που τους αναγνωρίζουν. 
(...)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ του  ΤΑΚΗ ΤΛΟΥΠΑ   


Η πρόσφατη αναφορά του νέου υπουργού Οικονομικών περί λιτού βίου, καθόλα αποδεκτή ως μείζον -και χρήσιμο- μάθημα της οικονομικής κρίσης, επαναφέρει στην επικαιρότητα παλαιότερο κείμενό μου με παρόμοιο τίτλο και παρεμφερές περιεχόμενο. 

Η θερμή υποδοχή που είχε εκείνο το κείμενο, με ενθαρρύνει να επανέλθω στο θέμα, και χάριν της επικαιρότητας και για χάρη των, έκτοτε, νέων αναγνωστών. 

Αντλώντας, λοιπόν, από το προσωπικό μου ηρωικό πάνθεον, σκιαγραφώ μέσα από τέσσερα παραδείγματα τη μορφή λιτού (και σεμνού) βίου που πιστεύω ότι όλοι θα θέλαμε να  βλέπουμε γύρω μας. 

Παιδιόθεν και συν τω χρόνω τρεις υπέροχες εκδοχές Ελλήνων προσήλκυσαν το εξωεπαγγελματικό ενδιαφέρον μου, την εκτίμηση και τον θαυμασμό μου, τόσο για στοιχεία του χαρακτήρα τους, όσο και για τη δημόσια συμπεριφορά τους. 

Πρώτα, η χαμένη πια πανστρατιά των δασκάλων παλαιάς κοπής, ελάχιστης μειοψηφίας σήμερα, οι οποίοι ταμένοι στο χρέος συντηρούσαν, με δικά τους ψυχικά έξοδα, την εμπιστοσύνη των νέων στον κόσμο. Μελετούσαν συνεχώς, δίδασκαν υποδειγματικώς, παραδειγμάτιζαν επακριβώς, αγαπούσαν ανιδιοτελώς και επένοντο υπερηφάνως. Απόλυτοι εκφραστές τού: "Αγνώς δε και οσίως διατηρήσω βίον τον εμόν και τέχνην την εμήν"

Μετά, κάποιοι αποσυρμένοι, σχεδόν απόκληροι ήρωες του "αλβανικού" και της αντίστασης, των οποίων τα ηρωικά κατορθώματα βρισκόταν σε εμφανή και διαρκή αναντιστοιχία με την "ασήμαντη" φυσική και κοινωνική τους παρουσία. Τίποτα επάνω τους δεν πρόδιδε την, σε κάποιες φάσεις της ζωής τους, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία τους. Ντυμένοι πια με τα πολύχρωμα αποφόρια των παιδιών τους, λιγομίλητοι, απρόθυμοι σε διηγήσεις, άφηναν τους άλλους να μιλούν γι΄ αυτούς. 

Όπως π.χ. για το ηρωικό κατόρθωμα λιγοστών συγχωριανών μου, οι οποίοι τόσο ριψοκίνδυνα και χωρίς δεύτερη σκέψη ακινητοποίησαν το άρμα- εμπροσθοφυλακή ενός τάγματος Γερμανών που κατευθύνονταν προς το χωριό, αναγκάζοντάς τους να οπισθοχωρήσουν. Ακόμα υπάρχουν στις αυλές των σπιτιών μας κομμάτια από εκείνο το ερπιστριοφόρο που, εγκαταλειμμένο, οι τότε έφηβοι του χωριού το έκαναν χίλια κομμάτια αποσυναρμολογώντας το λαίμαργα, μαγεμένοι σχεδόν από των όγκο του κατηργασμένου γυαλιστερού μετάλλου. Που φάνταζε στα μάτια τους όπως ένα πολύχρωμο παιχνίδι στα μάτια των νηπίων. Που το λαχταρούν, χωρίς να ξέρουν να το παίξουν. 

Η τρίτη κατηγορία, πολυπληθέστερη αυτή: Οι παντελώς και ισοβίως στερημένοι παντός αγαθού ηλικιωμένοι άνθρωποι, σακατεμένοι από την δούλεψη της γης και το σκληρό μεροκάματο, ή περιθωριοποιημένοι από τον γλίσχρο μισθό. Τόσο ευχαριστημένοι όμως από το μόνο της ζωής τους επίτευγμα: Τις σπουδές των παιδιών τους. Έτσι που τους "κόβεις" σήμερα, μόνο μια λέξη τους περιγράφει: Απολειφάδια. Αυτό όμως, μέχρι να το φέρει η κουβέντα και να πληροφορηθείς για τους γιους και τις κόρες τους. Για το γιατρό και τη δικηγόρο του ενός. Για τον επιχειρηματία και τον ακαδημαϊκό δάσκαλο του άλλου. Για τη δικαστίνα και τον μεγαλοδιευθυντή του παράλλου. Που έγιναν ό,τι έγιναν υπείκοντες στη γονική ευχή, μητέρα όλων των ευχών, που συμπεριλάμβανε τα πάντα: "Μάθε παιδί μου γράμματα να γίνεις καλός άνθρωπος..." 

Ήδη μια τέταρτη κατηγορία, γέννημα της κρίσης, προστέθηκε στις παραπάνω. Αυτοί που όλο και συχνότερα φέρνει στην επιφάνεια το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, είτε με την ευκαιρία μιας βράβευσής τους ή κάποιας επιτυχίας, συνήθως στον επιχειρηματικό και επιστημονικό τομέα. 

Κυρίως, όχι για το μέγεθος του κατορθώματός τους, όσο για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των προσπαθειών τους. 

Αυτοαπασχολούμενοι ή επιχειρηματίες μικρών ή οικογενειακών μονάδων προσφέρουν στην εγχώρια και διεθνή αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και ευθύνης. Δεν είναι διάσημοι, δεν είναι φανταχτεροί, δεν είναι πλούσιοι. Και μάλλον δεν θα γίνουν ποτέ. Κοινά χαρακτηριστικά της πορείας όλων: Η σκληρή δουλειά, η προσήλωση και η επιμονή στα πρωτογενή, στα θεμελιώδη. 

Στον αντίποδα με ό,τι ως τώρα τράβαγε την προσοχή της κοινωνίας μας, αντιπροσωπεύουν μια άλλη Ελλάδα, όχι ακριβώς λησμονημένη, αλλά ασφαλώς λιγότερο φωτογενή και προβεβλημένη. Τους κοιτάς στις φωτογραφίες άνδρες και γυναίκες, χωρίς τις επίμονα διαλεγμένες γραβάτες, χωρίς τα εντυπωσιακά φορέματα. Χωρίς, δηλαδή, την κραυγαλέα ναρκισσιστική, αυτιστική σχεδόν, επιμέλεια εαυτού των φρούτων που συνήθως μονοπωλούν το τηλεοπτικό ενδιαφέρον. Με λίγα λόγια: "κανονικοί" άνθρωποι. 

Σχεδόν με τα ρούχα της δουλειάς, σεμνοί, χωρίς ψεύτικες μετριοφροσύνες εμφανίζονται, όταν χρειάζεται, σε κάποια σκηνή αγνοώντας τις κάμερες και περιφρονώντας τα μικρόφωνα. Βλέποντάς τους και ακούγοντάς τους αντιλαμβάνεσαι ότι σ΄ αυτούς η χειρωνακτική εργασία δεν εμφανίζεται με την επικρατούσα αντίληψη: ως ένα επαχθές όχημα κατωτερότητας. Ούτε δείχνουν να συγκινούνται από τα θέλγητρα μιας θέσης στο Δημόσιο, όπου η πληρωμένη επιδεικτική νωχέλεια εξασφαλίζει μια αποδοχή για την οποία κάποιος δε χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ. 

Σε μια εποχή ένοχης συγκατάνευσης, οι άνθρωποι αυτοί μάς διδάσκουν πως εργασία σημαίνει: Ενεργή συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια για προκοπή και ευημερία. Με αντάλλαγμα δυο σημαντικές ανταμοιβές: Τις υλικές προϋποθέσεις για την ατομική επιβίωση, αλλά και το κύριο συστατικό ψυχικής υγείας, το αίσθημα της προσωπικής αξιοπρέπειας. Ταυτισμένοι με το έργο τους, μοιάζει να μετουσιώνονται σ΄ αυτό και τανάπαλιν. 

Ο Μπέντζαμιν Γκράχαμ, μέντορας του Γουόρεν Μπάφετ περί τα χρηματιστηριακά, δίδασκε ότι υπάρχουν οι αλήθειες πρώτης τάξεως και οι αλήθειες δευτέρας τάξεως. Ως αλήθεια πρώτης τάξεως ανέφερε την αντικειμενική εκτίμηση της άξιας μιας εταιρείας. Παράδειγμα αλήθειας δευτέρας τάξεως, η αξία που βασίζεται σε παράγοντες όπως το συναίσθημα, η μόδα, το ένστικτο της αγέλης. Και που είναι αληθινή μόνο εφόσον εμείς εξακολουθούμε να την πιστεύουμε. Όπως, για παράδειγμα, μια τσάντα διάσημου οίκου μόδας μπορεί να κοστίζει 5.000 ευρώ, εάν ο κόσμος πιστεύει ότι τόσο πρέπει να αξίζει. 

Γι΄ αυτό και ο Μπάφετ, πιστός στην παραπάνω διάκριση, απεχθάνεται το δανεισμό, εξαιτίας ενός συγκεκριμένου μειονεκτήματος- αλήθειας πρώτης τάξεως που έχουν τα δάνεια: πρέπει να τα αποπληρώσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο, αν έχεις δανειστεί με βάση περιουσιακά στοιχεία ή άλλα εχέγγυα δευτέρας τάξεως, αμφιβόλου και παροδικής αξίας. 

Ακριβώς η περίπτωσή μας. Χτίσαμε μια οικονομία βασισμένη σε δευτεροκλασάτες αξίες: πολιτικές οικονομικές, κοινωνικές. Και φυσικά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε τίποτα καλύτερο. 

Καιρός λοιπόν και για την ελληνική κοινωνία να στρέψει το βλέμμα της στις πραγματικές αξίες. Να απεξαρτηθεί, αν μη τι άλλο, από την ελαφρότητα που προσφέρει η τηλεοπτική εκπαίδευση. Αναζητώντας και τιμώντας ο καθένας το προσωπικό του ηρωικό πάνθεον. Και γιατί το οφείλουμε και γιατί έτσι συμμετέχουμε στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. 

Με άλλα λόγια να γυρίσουμε την πλάτη στην τρέχουσα "αναγνωρισιμότητα"- κραυγαλέα τυπικό αξιακό δείγμα αλήθειας δευτέρας τάξεως. Αντιλαμβανόμενοι ότι το πρόβλημα δεν είναι οι "αναγνωρίσιμοι", άλλα αυτοί που τους αναγνωρίζουν. 

Τον άνθρωπο δεν τον φτιάχνουν οι ικανότητές του, αλλά οι επιλογές του. 

12/2/2015 
  Γιώργος Κωστούλας,
 τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα 

ΠΗΓΗ:http://www.capital.gr/gmessages/showTopic.asp?id=4883245&nid=2227468