Λέω στους νέους «μακριά από το θέατρο»

Η Ρούλα Πατεράκη ανήκει στην ομάδα των λίγων εκλεκτών δημιουργών της θεατρικής τέχνης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

«O Θάνατος και ο Αγρότης» του Γιοχάνες φον Τεπλ, ένα ιδιαίτερο προαναγεννησιακό κείμενο, παίζεται στο Faust σε σκηνοθεσία, διασκευή και δραματουργία της Ρούλας Πατεράκη. Γραμμένο το 1400, πραγματεύεται με λυρισμό και χιούμορ τη βαθιά, την ασυνθηκολόγητη σχέση ανθρώπου και θανάτου.
Η Ρούλα Πατεράκη μετέγραψε το κείμενο, το έφερε στην εποχή μας και το εγκατέστησε μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο. Εκείνη κράτησε τον ρόλο του Θανάτου και ο Αλέκος Συσσοβίτης του Αγρότη που απαιτεί την επιστροφή της πεθαμένης γυναίκας του. Οι δυο τους πολεμούν μέχρι τέλους σε μια αναμέτρηση όπου ο Θεός είναι απών.
Τη Ρούλα Πατεράκη δεν την εντάσσεις εδώ ή εκεί - θα ήταν εύκολο να τη χαρακτηρίσεις προβοκατόρισσα, εκκεντρική και να ξεμπερδεύεις. Ο βίος, οι στροφές και οι επιστροφές της στο θέατρο, ο τρόπος της να υπερασπίζεται ακόμα και τις πιο αντισυμβατικές επιλογές την καθιστούν μια ξεχωριστή περίπτωση.
Μόλις 14 χρόνων τελειώνει τη Δραματική Σχολή και μόλις 18 χρόνων γίνεται μητέρα. Εναν χρόνο αργότερα παίρνει διαζύγιο. Στα 22 ολοκληρώνει τις σπουδές της στην αγγλική φιλολογία και κάνει την πρώτη της σκηνοθεσία. Ιδρύει στη Θεσσαλονίκη την «Επιθεώρηση της Δραματικής Τέχνης». Κατεβαίνει στην Αθήνα και συνεχίζει σκηνοθετώντας και παίζοντας σ’ ένα πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο: Ιψεν, Κέιν, Προυστ, Ντοστογιέφσκι, Κολτές, Γκόργκι αλλά επίσης Γρηγόριο Ξενόπουλο, Γιώργο Βέλτσο, Δημήτρη Δημητριάδη, Μάνο Λαμπράκη. Στις συνεργασίες της δεν υπολογίζει διαχωριστικές γραμμές. Βρέθηκε από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Ελένη Ερήμου έως τον Σάκη Ρουβά στις «Βάκχες» και τον «Ηρακλή».
«Με τον Αλέκο Συσσοβίτη, εκτός από συνεργάτες στο παρελθόν, είμαστε και πολύ φίλοι. Μου πρότεινε το έργο, το διάβασα, αλλά δεν μου είπε πολλά. Συμφώνησε και εκείνος ότι έβγαινε πολύ παλιό. Αποφασίσαμε λοιπόν να το διασκευάσω. Κράτησα τον μύθο και έγραψα όλη τη δραματουργία. Η γυναίκα του αγρότη πέθανε κι αυτός επιτίθεται στον Θάνατο. Οπως και στον “Λόγο” του Ντράγερ, απαιτεί η Μαργαρίτα να αναστηθεί και να επιστρέψει κοντά του. Το έργο αποτελεί ένα φιλοσοφικό “ντιμπέιτ” ανάμεσα στον Αγρότη και τον Θάνατο υπό τη βαριά σκέπη του Θεού. Στη θέση της Μαργαρίτας, που χάνεται, θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, το μυαλό, οτιδήποτε. Ο Θάνατος δεν είναι μεταφυσικό ον, αλλά άνθρωπος και μάλιστα γυναίκα. Ο Αγρότης και ο Θάνατος, παλεύοντας ιδεολογικά και σωματικά, αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα. Είναι και οι δύο τρελοί, τρόφιμοι ψυχιατρείου. Ολο αυτό υφίσταται σαν ένα περίεργο παιχνίδι, στα όρια της φαντασίας δύο σχιζοφρενών. Ακούγοντας δε αυτά τα “θεατρικά” πρόσωπα, έχεις την ιδέα ότι ακούς δύο μεγάλους ηθοποιούς... Η τρέλα άλλοτε είναι τρομακτική και άλλοτε σωτήρια. Η πρώτη περίπτωση δεν αφορά αυτή που συναντούμε στο σινεμά, στη λογοτεχνία, αλλά ούτε την αμλετική τρέλα».
• Η τρέλα που ζούμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας;
Στην Ελλάδα συμβαίνουν τα πιο αλλόκοτα πράγματα. Προσωπικά τελώ σε σύγχυση μεγάλη. Διέπομαι από μια αφάνταστη κούραση και αποστροφή, πρωτίστως πνευματική. Δεν λέω ψυχική -δεν πιστεύω στην ύπαρξη ψυχής- αλλά για μια μηδενιστική διάθεση, έναν απόλυτο αρνητισμό για τα πάντα.
• Το θέατρο δεν σώζει;
Αυτό είναι το κακό. Ούτε το θέατρο μου προσφέρει ικανοποίηση. καμιά χαρά πλέον. Ξεκίνησα αυτή τη δουλειά με πάθος και αγάπη, όμως σταδιακά εξαντλήθηκε μέσα στις γνωστές διαλυτικές συνθήκες ζωής. Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνει κανείς στην Ελλάδα είναι τέχνη, γι’ αυτό η συμβουλή που δίνω στους νέους είναι: «Μακριά». Οχι επειδή δεν υπάρχουν χρήματα για να κάνεις κάτι καλό, αλλά εξαιτίας της καθολικής μείωσης πολιτισμού που κουβαλάς από την καθημερινότητα στον χώρο της εργασίας σου. Κι αυτό δεν αλλάζει.
• Δυσανεξία που όμως δεν φαίνεται στη δουλειά σας. Είστε συνεχώς ενεργή.
Δύο επιλογές είχα. Η πρώτη ήταν να κάνω την υπέρβαση του τρέχοντος και ασφαλούς για να ασχοληθώ με εκείνο που ενδιαφέρει σε βάθος. Αλλά τότε το ακριβοπλήρωνα με προβλήματα υγείας. Στ’ αλήθεια. Εχω χάσει χρόνια ζωής, δεν είναι ψέμα. Επειτα από κάθε τέτοια σημαντική δουλειά -φτάνει να τη θεωρώ εγώ σημαντική- η βιολογική εξάντληση, η αδυναμία, με οδηγεί σε ιδιωτικά νοσοκομεία όπου πληρώνω κάθε φορά πολλά λεφτά προκειμένου να με ανατάξουν. Αυτό, λοιπόν, είχε αποτέλεσμα να μαζεύομαι φοβισμένη και να στρέφομαι σε πιο συμβατικές δουλειές. Η δεύτερη επιλογή ήταν να προεκτείνω τη σαθρή καθημερινότητα μέσα στο επαγγελματικό τοπίο. Και τότε, όμως, μου συνέβαιναν άλλα πράγματα. 



Στη σκηνή του θεάτρου με τον Αλέκο Συσσοβίτη | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Η συνθήκη με έκανε να σέρνομαι, να παθαίνω κρίσεις πανικού, παράλογες φοβίες, μόνον ενοχή δεν είχα, δεν ξέρω τι θα πει αυτό... Και στις δύο περιπτώσεις δηλαδή δυστυχώ. Ούτε όταν βρίσκομαι μέσα στην ουσιαστική επιλογή μου ούτε όταν συναινώ σε πιο συμβατικά πράγματα ισορροπώ. Μ’ άλλα λόγια, δεν υπήρχε ομαλή εξέλιξη σ’ αυτό που λέμε σύνθεση του εαυτού βάσει της σύνθεσης του έργου, αλλά αντίθετα αποσάθρωση, διάλυση. Και τώρα πια τίποτα δεν με ευχαριστεί. Φυσικά συνεχίζω στο θέατρο, δεν ξέρω κάτι άλλο, αυτό θα κάνω με όποιον τρόπο, μέχρι να πεθάνω.
• Δεν υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης αυτής της σχάσης, της μεταβαλλόμενης ψυχολογίας, ώστε να μην επιβαρύνεστε σωματικά και πνευματικά;
Εγώ, ειδικά τώρα, δεν έχω ελπίδες, ούτε ψευδαισθήσεις. Τέτοια πράγματα αφορούν νεότερους ανθρώπους. Το θέμα είναι πόσο ανιώ ή όχι μ’ όλο το παιχνίδι. Πιστεύω ότι αν ήμουν τελείως ελεύθερη, αν δεν είχα πίσω μου το νοιάξιμο μιας οικογένειας, θα ήμουν καλά. Δεν θα με ένοιαζε αν θα ήμουν πλούσια ή ρακένδυτη. Αυτό που με ενοχλεί είναι που δεν είμαι τίποτα από τα δύο. Κινούμαι στη μέση. Νέα έκανα το λάθος να μείνω στην Ελλάδα.
• Τώρα θα φεύγατε;
Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Θα είχα φύγει, αλλά με κρατά η ηλικιωμένη μητέρα μου, μια άξια γυναίκα που σέβομαι βαθιά. Στη χώρα μας είναι υπέροχα όταν δεν δουλεύεις. Να απολαμβάνεις τα μουσεία, να ανεβαίνεις στην Ακρόπολη, να βλέπεις τις ομίχλες στη Θεσσαλονίκη, τα ηλιοβασιλέματα στα νησιά, να περνάς τους πύργους της Μάνης, να σκαρφαλώνεις στα Σφακιά. Αν είχα χρήματα δεν θα δούλευα ούτε δευτερόλεπτο. Ισως κάθε τρία χρόνια να έκανα έναν μονόλογο, που θα με ευχαριστούσε. Δεν θα έφευγα από τους Δελφούς ποτέ. Ούτε από τις Πρέσπες. Η Ελλάδα είναι άτιμη χώρα, απίστευτα ωραία, τόπος μαγικός. Αλλά ώς εκεί. Χωρίς τη χρεία εργασίας.
• Αλλά το θέατρο είναι δουλειά;
Απολύτως. Οι νέοι το αντιμετωπίζουν κάπως αλλιώς. Κάνουν ομάδες, ανεβάζουν παραστάσεις από το τίποτα. Σε λίγο δεν θα το βλέπουν έτσι. Κατανοώ τη στάση, δεν είναι κάτι που εγώ πιστεύω. Θέλουν ν’ αποκτήσουν μια αποσκευή και μοιραία μια θέση στην κοινωνία. Να έχουν ένα μερίδιο δόξας. Ολοι, νέοι και ενήλικοι, γι’ αυτό νοιαζόμαστε. Κι ας αφήσουμε ότι δήθεν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας. Πιστεύω ότι όσοι το επικαλούνται απλώς δεν έχουν ταλέντο. Το μυαλό μου παλεύω να σώσω. Την ψυχή μου καθόλου, γιατί δεν έχω. Και θεωρώ μεγάλο ψέμα την «παρουσία» της εδώ κι εκεί, ως πρόφαση υψηλής κουλτούρας.
• Και η ηθική συγκρότηση;
Συνηθίζουμε να συνδέουμε την ηθική με την ύπαρξη της ψυχής. Στο όνομα του χριστιανισμού, της Αριστεράς ή της Δεξιάς, κάποιου κλάδου της φιλοσοφίας, διαμορφώνουμε ηθική. Κάθε μεγάλος διανοητής έχει γράψει από ένα βιβλίο Περί Ηθικής ως αποτύπωμα της φιλοσοφικής του διαδρομής. Και ο Νίτσε έχει Ηθική, που όμως δεν πολυταιριάζει με του Καντ, και ίσως ούτε με του Σωκράτη.
Οι άνθρωποι που θέλουν να δημιουργήσουν κάτι υιοθετούν τον έναν ή τον άλλον κώδικα και η ζωή τους εναρμονίζεται στην ανάλογη ηθική. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και οι δολοφόνοι δεν έχουν ηθική. Κάποτε μάλιστα είναι πιο δικαιολογημένη, πιο ισχυρή από εκείνη που φέρουν οι πιστεύοντες σε μια ανώτερη δύναμη. Δεν καταδικάζω κανέναν. Επί χρόνια κινήθηκα μέσα από χιλιάδων λογιών ψευδαισθήσεις. Ηταν τα επινοημένα οράματά μου, οράματα ενός σημαντικού ή ασήμαντου εγκεφάλου. 


Με τέτοια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, δεν έχουμε μέλλον
• Τι σας καθορίζει σήμερα ως προσωπικότητα;
Πιστεύω πολύ ότι μοιάζω με ορισμένους από τους προγόνους μου. Η ιστορία του αίματος, όσο κι αν αυτό ακούγεται αντιδραστικό ή συντηρητικό, με επηρέασε βαθύτερα απ’ ό,τι τα διδάγματα και τα νάματα των διδασκάλων μου. Τώρα πια αισθάνομαι πολύ έντονα να ρέει το αίμα του πατέρα μου στις φλέβες, ενώ μικρότερη νόμιζα ότι ήταν ο Κακριδής που μπορούσε να μου αλλάξει τη ζωή. Αυτό ήθελα να βλέπω ως φοιτήτρια, ως άνθρωπος που διψούσε για γνώση. Ρομαντισμός, επινοημένη ψευδαίσθηση. Ισως κι αυτό που λέω τώρα να ανήκει σε μια τέτοια κατηγορία ψεύδους. Ενδεχομένως σε πέντε μέρες να εντοπίσω μια ακόμα ψευδαίσθηση... Αλλά ειλικρινά, την αποκάλυψη δεν την είδα. Κι έχω μεγαλώσει αφάνταστα πολύ για να έρθει. Με τρομάζει που δεν είδα να ολοκληρώνεται καμιά από τις ψευδαισθήσεις μου, κανένα από τα οράματά μου. Παρακολουθώντας διάφορους μηχανισμούς τριγύρω να επαναλαμβάνουν δικά μου πράγματα, τα οποία δεν θεωρώ ούτε σωστά ή λανθασμένα αλλά δυστυχίες ή ευτυχίες, λέω: Αχ, τι επιπόλαια δυστυχισμένος τόπος είναι ο τόπος μου...
• Τι είναι αυτό που μας λείπει ή μας περισσεύει;
Μας λείπει η υποτυπώδης οργάνωση ως χώρας -ουδέποτε είχαμε- κι αυτή η έλλειψη εμποδίζει στη βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων. Δεν έχουμε ούτε αυτοπειθαρχία. Περισσεύει η πολυμάθειά μας… Ανέκαθεν, όποια γνώμη ή παρατήρηση μας έλεγαν, την ακούγαμε ως πρόθεση κάποιων να μας σκλαβώσουν. Με τέτοια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, με καμιά προθυμία να ελέγχουμε πάθη, ιδέες αλλά και τα αβυσσαλέα κενά μας, ποιο μέλλον; Αυτή η νοοτροπία κυλάει στις φλέβες μας και πρέπει να το έχουμε υπόψη μας.
• Κληρονομιά που δεν μπορούμε να αποποιηθούμε;
Για να γίνει χρειάζεται ολική μετάγγιση αίματος... Να σταματήσουμε να πάσχουμε από μεσογειακή αναιμία ελληνικού τύπου... Το παρατηρείς σε απλά, καθημερινά πράγματα. Λες: Αυτό από άποψη πρακτικής δεοντολογίας θα εξελιχτεί έτσι και μετά θα ακολουθήσει αυτό, μια αλληλουχία δηλαδή. Ε, λοιπόν, αυτή η αυτονόητη σειρά ψηφίδων, που αποκαλύπτει τη μεγάλη εικόνα, των μικρών πραγμάτων που οδηγούν στην προκοπή, δεν υπάρχει.
• Στο θέατρο επιχειρείτε παράταιρα μεταξύ τους πράγματα. Με ευκολία μεταπηδάτε από το ποιοτικό στο εμπορικό και αντίστροφα.
Περνώντας το ίδιο καλά και το ίδιο άσχημα. Δεν υπάρχει καλό και κακό, ούτε διαίρεση του θεάτρου σε ποιοτικό και μη ποιοτικό. Οταν κάνεις δικές σου δουλειές από μικρό παιδί όπως εγώ, ξέρεις τον δρόμο, τη μεγάλη λεωφόρο όπου θέλεις να κινηθείς. Ξέρεις επίσης ότι η λεωφόρος τέμνεται από μονοπάτια, που δημιουργούν μια ευχάριστη, φιλοπερίεργη διάθεση να τα περιηγηθείς και μετά να επιστρέψεις στην αλέα σου. Εχω διανύσει τον δρόμο ώς ένα σημείο. Αλλοτε στρίβω δεξιά ή αριστερά, άλλοτε πάω λίγο πίσω, αλλά η περπατησιά μου στη λεωφόρο είναι γνωστή. Εγώ πάντως είμαι ευχαριστημένη ακόμα κι αν απευθύνομαι στους πέντε ή στους δέκα. Με χειρουργική λεπτομέρεια γνωρίζω και μπορώ να αναλύσω τι έχει συμβεί με το έργο μου και τι όχι. Είμαι καλυμμένη και να σταματήσω αν χρειαστεί, αν και δεν θα είμαι πιο ευτυχισμένη.
• Το ντύσιμό σας είναι ιδιόρρυθμο. Μακριά μανίκια ακόμα και γάντια μέσα στο κατακαλόκαιρο...
Δεν είναι παράξενο. Πάντα έτσι ήμουν. Φοβάμαι παθολογικά τις αρρώστιες. Ο ήλιος έχει τρομακτική ακτινοβολία κι εγώ ανήκω σε ομάδα υψηλού κινδύνου λόγω χρώματος. Δεν πρέπει να τριγυρνάμε ακάλυπτοι, χωρίς προφυλάξεις. Οσο αντιηλιακό κι αν βάλεις δεν προστατεύεσαι. Αγοράζω υφάσματα και ράβω όλα μου τα ρούχα, τα περισσότερα είναι πανομοιότυπα. Ποτέ δεν έχω αγοράσει κάτι έτοιμο από μαγαζί. Δεν ξέρω πώς είναι. Πρέπει όλα να είναι ραμμένα στη μοδίστρα. Γι’ αυτό στο θέατρο απολαμβάνω τα κοστούμια που μας ετοιμάζουν. Ο ράφτης μου είναι εξαιρετικός και οικονομικός. Να σ’ τον γνωρίσω;..
2-5-2015
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:ΕΦΗ ΜΑΡΙΝΟΥ
ΠΗΓΗ:http://www.efsyn.gr/arthro/leo-stoys-neoys-makria-apo-theatro