Τα Ολλανδάκια


Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες που ο καιρός δεν ήξερες πού το πήγαινε. Συνηθισμένο φαινόμενο στην Ολλανδία να έχεις στην ίδια τσάντα γυαλιά ηλίου και ομπρέλα. Επίσης σύνηθες να χρειάζεται να τα χρησιμοποιήσεις και τα δυο. Τα γραφεία της εταιρείας μου αποτελούνται από πολλά κτίρια. Χρειάστηκε νωρίς το απόγευμα εκείνης της ημέρας να πάω για μια συνάντηση στο απέναντι απ’ το δικό μου κτίριο. Δίπλα του, βρίσκεται μια παιδική χαρά. Έχει κούνιες, τραμπάλες και διάφορα άλλα παιχνίδια. Βασιλιάς όμως είναι το γηπεδάκι ποδοσφαίρου, όχι παραπάνω από 20×10 μέτρα, με πολύ μικρά τέρματα. Εκεί έβλεπα να παίζουν συχνά πιτσιρικάδες, από 5 έως 10 ετών. Καμιά φορά κοντοστεκόμουν και τους χάζευα, γιατί πολύ μού είχε (και μου έχει) λείψει να κλοτσάω μια μπάλα και να είναι αυτό το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Τέλος πάντων, εκείνη την ημέρα την αναποφάσιστη, όπως περπατούσα προς το απέναντι κτίριο και οι πιτσιρικάδες παίζανε μπάλα, με κάποιους γονείς (προσοχή, όχι μόνο μητέρες) να είναι εκεί κοντά, ξεκίνησε να βρέχει. Όχι, δεν είχα πάρει την ομπρέλα μαζί μου. «Φά’ τη τώρα», σκέφτηκα. Γυρίζοντας το κεφάλι να δω τι συνέβαινε στο γηπεδάκι, κάτι δεν μου πήγε καλά. Έκανα δυο-τρία βήματα ακόμα και κοντοστάθηκα. Ξανακοίταξα. Ναι, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Τα παιδιά συνεχίζανε να παίζουν αμέριμνα και οι γονείς απλώς είχαν βάλει την κουκούλα τους και συνέχιζαν να παρακολουθούν το παιχνίδι σαν να μην έτρεχε τίποτα.

Μια από τις συζητήσεις που προκαλούν ιδιαίτερα πάθη μεταξύ συνομιλητών είναι αυτή που έχει να κάνει με το —ας το πούμε — «προτεσταντικό μοντέλο» μεγαλώματος παιδιών. Χωρίς να θέλω (και χωρίς να μπορώ) να το αναλύσω πλήρως, θα σταθώ σε κάποια σημεία του. Το πιο χαρακτηριστικό από τα στοιχεία του είναι αυτό της αυτονομίας. Χονδρικά, το παιδί μαθαίνει νωρίς ότι έχει υποχρεώσεις στο σπίτι και ότι οι γονείς θα του δώσουν μεν κάποια εφόδια, αλλά μετά θα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνο του. Οι δουλειές στο σπίτι μοιράζονται και καθένας είναι υπεύθυνος να καθαρίσει, να φροντίσει και να επωμιστεί βάρη ανάλογα με τις δυνατότητές του. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ως ενήλικες πλέον, οι Ολλανδοί δεν θα αφήσουν ποτέ ένα χώρο σε χειρότερη κατάσταση από αυτή που τον παρέλαβαν. Για παράδειγμα, στο τέλος κάθε συνάντησης, σεμιναρίου ή συγκέντρωσης, δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουν από τον χώρο πριν καθαρίσουν τα τραπέζια από πλαστικά ποτήρια, πιάτα, χαρτιά ή πριν βάλουν τα τραπέζια και τις καρέκλες στις θέσεις τους. Το να καθαρίζεις γραφεία στην Ολλανδία είναι μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Πίσω στην οικογένεια και στην αυτονομία, το πιο διχαστικό σημείο των συζητήσεων έχει να κάνει με το ότι κάθε παιδί, από τη στιγμή που ενηλικιώνεται, παίρνει τον πλήρη έλεγχο της ζωής του και την πλήρη ευθύνη των πράξεών του, με ελάχιστη οικονομική βοήθεια από τους γονείς. Οι πολέμιοι αυτής της πρακτικής κάνουν συχνά απλοϊκούς ισχυρισμούς, λέγοντας ότι αυτό οφείλεται στην ψυχρότητα, στην έλλειψη στοργής, ακόμα και στην κυνικότητα όσων το εφαρμόζουν. Οι τελευταίοι, πάλι, λένε κάτι τελείως διαφορετικό: «Το κάνουμε επειδή αγαπάμε τα παιδιά μας». Θεωρούν ότι με αυτό τον τρόπο θα γίνουν υπεύθυνοι και αυτόνομοι ενήλικες, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν από νωρίς τα προβλήματα και τις υποχρεώσεις εκτός του προστατευτικού περιβάλλοντος της πρώτης τους οικογένειας.

Είναι αυτό το σύστημα καλύτερο; Κατά την άποψή μου, εξαρτάται. Στις ακραίες τους μορφές, τόσο το παραπάνω όσο και το σύστημα της ισχυρής πυρηνικής οικογένειας που έχουμε στην Ελλάδα, δημιουργούν διαφορετικών τύπων προβλήματα. Επίσης, το καθένα τους πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο ευρύτερων κοινωνικών συναφειών, καθώς και σε σχέση με τις διευκολύνσεις που παρέχει το κράτος και η αγορά στο να υποστηρίξουν τέτοιες κοινωνικές δομές. Τα χαμηλότοκα φοιτητικά δάνεια, η υψηλή απορροφητικότητα αποφοίτων από εταιρείες, η ευκολία δημιουργίας μικρών επιχειρήσεων, ακόμα και με λίγα αρχικά κεφάλαια, η νοοτροπία του mentoring και της επιχειρηματικής αλληλοϋποστήριξης, οι ευκαρίες incubation, όλα αυτά δημιουργούν ένα πλαίσιο που επιτρέπει στον νέο φοιτητή —ή επαγγελματία— να κάνει μακροχρόνιο σχεδιασμό, να συγκρίνει, να δοκιμάσει πράγματα και να μπορεί να ξαναδοκιμάσει αν δεν πετύχει με την πρώτη.

Το επόμενο, σημαντικότατο —νομίζω— χαρακτηριστικό, είναι αυτό της συνεργασίας. Ο φίλος και συνάδελφός B. είναι ένας συνομήλικός μου Ολλανδός με εξαιρετικά ταχύ βηματισμό και τεράστιες δρασκελιές (τον λέω Strider, αλλά, μη όντας Tolkien fun, κατάλαβε πολύ αργότερα το γιατί). Σε μια από τις συζητήσεις μας, μου περιέγραψε ότι ο πεντάχρονος γιος του είχε γυρίσει την προηγούμενη ημέρα από το νηπιαγωγείο, λέγοντας γεμάτος υπερηφάνεια: «Μπαμπά, σήμερα είχα το πρώτο μου win-win!» Ο πιτσιρικάς διδασκόταν στο νηπιαγωγείο μια απλοποιημένη εκδοχή του «7 habits of highly effective people», του Stephen Covey. Το «win-win» δεν είναι κάτι καινούριο ή μοναδικό στο ολλανδικό σύστημα διδασκαλίας. Αφορά την κατανόηση του ότι, σε κάθε συζήτηση ή διαπραγμάτευση, υπάρχουν λύσεις με τις οποίες και οι δύο πλευρές φεύγουν ικανοποιημένες, ακόμα και αν δεν έχουν πετύχει το 100% των στόχων τους και το ότι αυτό μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα ωφελιμότερο και για τους δύο. Με εντυπωσίασε όμως το γεγονός ότι τα παιδιά το διδάσκονταν και σαν ορολογία, όχι μόνο βιωματικά, αλλά και ως αρχή που αξίζει να έχει όνομα και ορισμό.

Τέλος, χωρίς να καλύπτω παρά ένα μικρό μέρος του φάσματος, αλλά αγγίζοντας αυτά που προσωπικά μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση, θέλω να αναφερθώ στην έννοια της εμπορικής αντίληψης και της αξίας των αντικειμένων. Είναι γνωστό σε πολλούς ότι σε ένα δυνητικό διαγωνισμό τσιγγουνιάς, οι Σκωτσέζοι θα έβρισκαν εξαιρετικά δύσκολο να κοντράρουν τους Ολλανδούς. Δεν θα αναφερθώ (εδώ) στα τραγελαφικά παραδείγματα που έχω συναντήσει, αλλά θα μιλήσω για το μεγαλύτερο παζάρι προσωπικών αντικειμένων που έχω δει ποτέ: την Ημέρα του Βασιλιά. Η King’s Day είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της χρονιάς για τους Ολλανδούς. Φανταστείτε κάτι πολύ μεγαλύτερο από το Πατρινό Καρναβάλι, σε όλες τις αποχρώσεις του πορτοκαλί. Εκτός από ένα τεράστιο πάρτι, η μέρα αυτή είναι η μοναδική κατά την οποία επιτρέπονται οι αφορολόγητες αγοραπωλησίες μεταξύ ατόμων. Ο κόσμος πουλάει παλιά ρούχα, αντικείμενα, βιβλία… ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Τα παιδιά κάνουν το ίδιο. Σε μια προδιαγεγραμμένη (διαγραμμισμένη) περιοχή, ο εξάχρονος πουλάει τα παλιά του παιχνίδια στον τετράχρονο, ο οποίος διαπραγματεύεται, ανταλλάσσει και μαθαίνει διάφορα πράγματα από όλη αυτή τη διαδικασία: ότι κάτι που δεν έχει πια μεγάλη αξία για σένα μπορεί να είναι χρήσιμο ή επιθυμητό από κάποιον άλλο, το πόσο αυτό μπορεί να κοστίζει, ότι με ένα καλό «παζάρεμα» μπορείς να σώσεις χρήματα, αλλά και ότι με ένα «win-win» μπορείς να κερδίσεις και ένα φίλο, και διάφορα άλλα που κωδικοποιούνται από νωρίς στα ολλανδικά. Οι πιο μακροπρόθεσμα αξιόπιστοι κερδίζουν περισσότερα και σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε χτίσιμο προσωπικών σχέσεων.

Από τα πολλά άλλα που θα μπορούσα να αναφέρω, διαλέγω να κρατήσω τελευταία την έννοια της συνεργασίας. Κάτι που μου έκανε εντύπωση όταν έτρεξα μια σειρά σεμιναρίων με Ολλανδούς συμμετέχοντες, ήταν ο τρόπος με τον οποίον έλυναν προβλήματα. Όντας μια από τις λιγότερο ιεραρχικές κοινωνίες, θεωρούσαν απαραίτητο να ακουστούν όλες οι απόψεις πριν τη λήψη μιας απόφασης. Ξεκινούσε λοιπόν ένας κύκλος διαλόγου που σχεδόν απαιτούσε από τον καθένα να τοποθετηθεί. Μετά από κάμποσα πήγαιν’-έλα, όμως, αφού λάμβαναν μια απόφαση, αυτό ήταν. Δεν είχε σημασία αν κάποιος ήταν υπέρ ή κατά. Όλοι βάζανε πλάτη προς την ίδια κατεύθυνη, ταχύτατα. Δεν υπήρχε —τουλάχιστον όχι στον βαθμό που το έχω συναντήσει αλλού— η λογική του να υποσκάπτεις μια διαδικασία και να περιμένεις στη γωνία το λάθος. Κοινή η απόφαση, κοινή και η ευθύνη — και κοινή, φυσικά, η ανάληψη ευθύνης όταν κάτι πήγαινε στραβά. Συζητώντας πάνω σε αυτό με ντόπιους, κατέληξα στο ότι, πέρα από την οικογενειακή ανατροφή, παίζει τεράστιο ρόλο η κουλτούρα συνεργασίας που καλλιεργείται από την προσχολική ηλικία και συνεχίζεται σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης. Σκέφτηκα επίσης ότι σε όλη μου τη σχολική πορεία, συμπεριλαμβανόμενης της πανεπιστημιακής στην Ελλάδα, οι κοινές εργασίες που είχα κάνει μετρούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Είναι, ίσως, ένας από τους λόγους που οι Έλληνες πετυχαίνουν συχνότερα ως μονάδες και λιγότερο συχνά ως ομάδες…

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα για διακοπές Πάσχα, έφτασα στο σπίτι μου στην Ερμούπολη το μεσημεράκι. Η μητέρα μου είχε κάνει τη συνηθισμένη της γαστριμαργική υπερπαραγωγή για την υποδοχή του μοναχογιού της, αλλά εγώ ήθελα πρώτα να βγω μια γρήγορη βόλτα να πω ένα πρώτο γεια στους φίλους μου πριν το φαγητό. Είχε κάπου 18-20°C, θυμάμαι. Φορώντας ένα πουκάμισο, πήγα να βγω. «Έτσι θα βγεις; Μήπως κρυώσεις!» πέταξε την κλισεδάρα. Γούρλωσα τα μάτια… Δεν της θυμώνω όμως, πια, δεν έχω τόση ανασφάλεια. Αγκαλιά, σκαστό φιλί και δρόμο. Γεια σου, ρε μάνα, έχω πάει σχεδόν 40 χρονών, έχω φάει κρύα που ούτε τα φαντάζεσαι, έχω την πλήρη ευθύνη όσων κάνω εδώ και πάνω από 20 χρόνια, κι εσύ προσπαθείς να με προστατεύσεις στην ανοιξιάτικη Σύρο με μια «ζακέτα» — και με πολλή αγάπη. :-)

ΥΓ: Στο κέντρο της φωτογραφίας, πίσω από τα δέντρα, φαίνεται η παιδική χαρά με το μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου.

Τάσος Βαβλαδέλλης
  (Μηχανολόγος Αεροναυπηγός Μηχανικός και κάτοχος ΜΒΑ από το Warwick Business School, από τον Σεπτέμβριο του 2015 ζει και εργάζεται στο Στρασβούργο ως επικεφαλής καινοτομίας της Heineken France)

http://amagi.gr/content/ta-ollandakia
 11/09/2015