Ο Πούτιν σφίγγει τη λαβή στον Ερντογάν.



Εάν η Δύση δεν ακροβατούσε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές, η Άγκυρα δεν θα είχε ποτέ τολμήσει να καταρρίψει το ρωσικό αεροσκάφος. Ο ισχυρισμός των Τούρκων ότι δεν γνώριζαν πως το αεροσκάφος ήταν ρωσικό και η δήλωση Ερντογάν πως εάν το γνώριζαν ίσως να μην το κατέρριπταν χαρακτηρίσθηκαν από τον Πούτιν «ασυναρτησίες και φθηνές δικαιολογίες».

Ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει άδικο. Η τουρκική εφημερίδα Σαμπάχ αποκάλυψε ότι την εντολή της κατάρριψης έδωσε προσωπικά ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου και δεν ενεργοποιήθηκαν αυτομάτως κάποιοι κανόνες εμπλοκής, όπως ήταν ο αρχικός ισχυρισμός. Οι διεθνείς κανόνες, άλλωστε, προβλέπουν μία σειρά προειδοποιητικών ενεργειών πριν την κατάρριψη αεροσκάφους που παραβιάζει εναέριο χώρο άλλου κράτους: Ειδοποιείται μέσω ασυρμάτου να εγκαταλείψει τον εναέριο χώρο. Εάν δεν ανταποκριθεί αναχαιτίζεται με οπτική αναγνώριση. Τρίτο βήμα είναι οι προειδοποιητικές βολές και μόνο εάν και τότε δεν ανταποκριθεί καταρρίπτεται.

Και όλα αυτά, όταν ένα ξένο αεροσκάφος διεισδύει στον εναέριο χώρο και όχι πετάει παραλλήλως στη συνοριακή γραμμή. Η Άγκυρα έχει πέσει σε κραυγαλέες αντιφάσεις. Είπε ότι προειδοποίησε από τον ασύρματο 10 φορές και δεν πήρε απάντηση, ενώ η ίδια παραδέχεται ότι το ρωσικό SU-24 παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο μόνο για 17 δευτερόλεπτα! Πότε, λοιπόν, πρόλαβε να προβεί στις 10 προειδοποιήσεις;

Ο Ρώσος πιλότος που επέζησε διέψευσε κατηγορηματικά ότι δέχθηκε κάποια προειδοποίηση. Η κατάρριψη, άλλωστε έγινε με την εκτόξευση από τουρκικό F-16C πυραύλου αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM από απόσταση 60 χλμ και ενώ το ρωσικό αεροσκάφος ήταν στον συριακό εναέριο χώρο, επιστρέφοντας στη βάση του από βομβαρδισμό στόχων στην περιοχή της Λατάκειας. Ήταν δηλαδή άοπλο. Όλα τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για προμελετημένη κατάρριψη.

Ας σημειωθεί ότι Ρώσο πιλότο διέσωσε από τους Τουρκμένους αντάρτες μία επίλεκτη ομάδα Σύρων κομάντος. Η εν λόγω ομάδα διείσδυσε 3,5 χλμ πίσω από τις γραμμές των Τουρκμένων, εντόπισαν τον πιλότο με τη βοήθεια δορυφορικού σήματος και τον έφεραν σώο σε βάση των δυνάμεων του Άσσαντ.

Είναι αξιοσημείωτη η δημόσια αναφορά του Πούτιν ότι η αμερικανική πλευρά γνώριζε τις κινήσεις των ρωσικών αεροσκαφών, λόγω της συμφωνίας ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό την αποφυγή ατυχήματος. Ο Ρώσος πρόεδρος έθεσε δημοσίως το ερώτημα: «Ή δεν έχουν έλεγχο της ροής των πληροφοριών, ή διοχέτευσαν αυτές τις πληροφορίες (στους Τούρκους) χωρίς να συνειδητοποιήσουν τις πιθανές επιπτώσεις». Στην πραγματικότητα, έκανε έναν υπαινιγμό ότι στο στήσιμο έχουν συμμετάσχει και Αμερικανοί.

Περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η τόσο ευαίσθητη για την παραβίαση του δικού της εναερίου χώρου Τουρκία παραβιάζει συστηματικά εδώ και δεκαετίες τον ελληνικό εναέριο χώρο. Και όχι μόνο τον εναέριο χώρο μεταξύ των έξι και δέκα μιλίων, που ισχυρίζεται ότι είναι διεθνής, αλλά διεισδύει και εντός των έξι μιλίων και συχνά πραγματοποιεί υπερπτήσεις πάνω από τα ελληνικά νησιά. Το ΝΑΤΟ και η Ουάσιγκτον, όμως, δεν έχουν επιδείξει καμία ευαισθησία παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της Αθήνας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί το καθεστώς Ερντογάν έκανε μία τόσο υψηλού ρίσκου επιθετική ενέργεια; Ορισμένοι την θεωρούν αντίποινα για τους ρωσικούς βομβαρδισμούς εναντίον των καθοδηγούμενων από την Άγκυρα Τουρκμένων ανταρτών. Με την αεροπορική υποστήριξη, μάλιστα, των Ρώσων, οι δυνάμεις του Άσσαντ επέτυχαν πριν λίγες ημέρες να ανακαταλάβουν από τους Τουρκμένους μία στρατηγική περιοχή, η οποία είναι κρίσιμη για την ασφάλεια της ρωσικής βάσης στη Λατάκεια και η οποία διευκολύνει την ανακατάληψη της πόλης Ιντλίμπ.

Η Άγκυρα είχε κάνει διάβημα στη Μόσχα και ο Νταβούτογλου είχε στείλει επιστολή στον ΟΗΕ για τις ρωσικές επιθέσεις εναντίον των Τουρκμένων. Οι Τούρκοι, όμως, δύσκολα θα είχαν τολμήσει να καταρρίψουν το SU-24 εάν δεν συνέτρεχε και ένας πρόσθετος κρίσιμος λόγος. Αυτός ο λόγος είναι η ημιτελής ακόμα στροφή της Δύσης στο συριακό μέτωπο.

Το καθεστώς Άσσαντ ήταν στόχος της Ουάσιγκτον από την εποχή της προεδρίας Μπους. Πρώτα το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν, μετά το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, στη συνέχεια η Συρία του Άσσαντ και τέλος το Ιράν. Τότε, η Συρία είχε γλυτώσει, λόγω του εγκλωβισμού των Αμερικανών στο ναρκοπέδιο του Ιράκ.

Η Συρία ήταν στόχος της Δύσης όχι βεβαίως επειδή το καθεστώς Άσσαντ ήταν αυταρχικό. Ήταν στόχος επειδή η ανατροπή του θα οδηγούσε στην επιβολή ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στη Συρία. Κυρίως, όμως, επειδή θα οδηγούσε και στον εξοβελισμό της Ρωσίας από την Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένου ότι οι μόνες βάσεις που διατηρεί στην ευρύτερη περιοχή είναι στη βορειοδυτική Συρία. Με άλλα λόγια, κυριαρχούσε η νεοψυχροπολεμική σκοπιμότητα.

Την ανατροπή του Άσσαντ επιδιώκει και το Ισραήλ. Όχι επειδή θεωρεί ότι είναι απειλή για την ασφάλειά του, αλλά επειδή θέλει να σπάσει τον διάδρομο Ιράν-νότιο Ιράκ-Συρία-Χεζμπολά. Ειδικά μετά την πρωτοφανή αποτυχία του ισραηλινού στρατού να νικήσει τη σιίτικη οργάνωση του Λιβάνου, ο αποκλεισμός και η αποδυνάμωση της Χεζμπολά έχει γίνει έμμονη ιδέα στα ηγετικά κλιμάκια του Τελ Αβίβ.

Μέχρι το 2011, οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν είχαν συνάψει στενές σχέσεις με το καθεστώς Άσσαντ με στόχο τη δορυφοροποίηση της Συρίας. Όταν ο Άσσαντ δεν ανταποκρίθηκε, η Άγκυρα εκμεταλλεύθηκε την καταστολή του σουνιτικού αντικαθεστωτικού κινήματος για να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αναλάβει την εργολαβία της ανατροπής.

Με τις ευλογίες της Δύσης και με την οικονομική ενίσχυση των μοναρχιών του Κόλπου, η Τουρκία εκπαίδευσε, εξόπλισε και παραχώρησε άτυπες βάσεις στους αντάρτες. Στόχος της ήταν να ανατρέψει τον Άσσαντ και να επιβάλει ένα φιλοτουρκικό σουνιτικό καθεστώς, μέσω του οποίου θα δορυφοροποιούσε τη Συρία. Με άλλα λόγια, είχε τον ίδιο στόχο, αλλά τον προσέγγιζε με διαφορετικό τρόπο.

Ήταν η εποχή που η Δύση μιλούσε για τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό, ενώ κάτω από αυτό το καπέλο ήδη κυριαρχούσαν στα πεδία της μάχης οι τζιχαντιστές: το Ισλαμικό Κράτος, η Αλ Νούσρα (επίσημο παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία) και άλλες ακραίες σουνιτικές ένοπλες οργανώσεις, όπως οι «παράκτιες ταξιαρχίες» των Τουρκμένων, το ένοπλο χέρι της Άγκυρας στη βορειοδυτική Συρία.

Ας σημειωθεί ότι ο υποδιοικητής της 2ης «παράκτιας ταξιαρχίας» των Τουρκμένων, αυτός που στη συνέντευξη Τύπου υπερηφανεύθηκε ότι σκότωσαν τους Ρώσους πιλότους, είναι ο Τούρκος Γκρίζος Λύκος Αλπασλάν Τσελίκ. Δεν είναι, άλλωστε, ο μόνος που πολεμάει στη Συρία. Είναι εκατοντάδες. Το καθεστώς Ερντογάν έχει ενεργοποιήσει το παραδοσιακό τουρκικό παρακράτος για να κάνει βρώμικες δουλειές και εντός και εκτός Τουρκίας.

Στο βωμό της ανατροπής του Άσσαντ και του εξοβελισμού της Ρωσίας από τη Μεσόγειο, η Δύση έκανε πως δεν βλέπει τις βρώμικες σχέσεις των νεοοθωμανών με τους τζιχαντιστές. Μόνο όταν το Ισλαμικό Κράτος άρχισε τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς, προκαλώντας σοκ στη δυτική κοινή γνώμη, η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάσθηκαν να λάβουν κάποια μέτρα.

Άσκησαν κάποιες πιέσεις στην Άγκυρα να περιορίσει την έμμεση συνεργασία της με το Ισλαμικό Κράτος και άρχισαν τους επιλεκτικούς βομβαρδισμούς. Ούτε και τότε, όμως, στόχος της Δύσης ήταν η συντριβή των τζιχαντιστών. Ακόμα τους θεωρούσε μικρότερη απειλή από τη ρωσική παρουσία στη Συρία και γι’ αυτό πρώτη προτεραιότητα παρέμενε η ανατροπή του καθεστώτος Άσσαντ.

Οι πρόσφατες αιματηρές επιθέσεις στο Παρίσι, όμως, άλλαξαν το κλίμα και υποχρέωσαν τις κυβερνήσεις να επαναπροσδιορίσουν την προτεραιότητά τους στη Συρία. Ας σημειωθεί ότι μέχρι τότε η γαλλική πλευρά πρωτοστατούσε στο να τίθεται η ανατροπή του Άσσαντ ως όρος για την πολιτική λύση του Συριακού.

Μετά την αιματοχυσία, όμως, ο Ολάντ έκανε στροφή και ανέλαβε πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ενός διεθνούς μετώπου, με τη συμμετοχή και της Ρωσίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συντριβή του Ισλαμικού Κράτους. Στο πλαίσιο μίας πολιτικής λύσης, μάλιστα, αποδέχεται ένα μεταβατικό ρόλο για τον Άσσαντ. Οι σχετικές συνομιλίες στη Βιέννη έδειξαν ότι είναι δυνατή μία συμφωνία των μεγάλων παικτών.

Είχε, βεβαίως, μεσολαβήσει η μεταφορά σημαντικών ρωσικών αεροπορικών (και άλλων) δυνάμεων στη Συρία και η ανάληψη δράσης, η οποία έδειξε να αλλάζει τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης. Η στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας όχι μόνο σταθεροποίησε το κλυδωνιζόμενο καθεστώς Άσσαντ, αλλά και κατάφερε αποτελεσματικά πλήγματα εναντίον των τζιχαντιστών.

Η Τουρκία και η Δύση κατηγορεί τη Μόσχα ότι πλήττει και σουνίτες αντάρτες που δεν ανήκουν στο Ισλαμικό Κράτος, όπως οι Τουρκμένοι. Οι κατηγορίες είναι βάσιμες. Για να αποκαταστήσουν τον έλεγχο του καθεστώτος Άσσαντ στη βορειοδυτική Συρία, αλλά και για την ασφάλεια των εκεί δικών τους βάσεων, οι Ρώσοι επιδιώκουν να καθαρίσουν την περιοχή από αντικαθεστωτικούς αντάρτες.

Η σταθεροποίηση του καθεστώτος Άσσαντ λόγω της ρωσικής στρατιωτικής δράσης και η αλλαγή πολιτικών προτεραιοτήτων στη Δύση, οδηγεί την τουρκική στρατηγική σε αδιέξοδο. Τα στοιχεία, μάλιστα, που ο Πούτιν παρουσίασε στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής των G20 στην Αττάλεια για το λαθρεμπόριο πετρελαίου μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους και της Τουρκίας έφεραν σε πολύ δυσχερή θέση τον Ερντογάν.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για αποκάλυψη, δεδομένου ότι είναι κοινό μυστικό. Έχει άλλη βαρύτητα, όμως, να το καταγγέλει με αεροφωτογραφίες ο Ρώσος πρόεδρος από το να αναφέρεται σε δημοσιεύματα και σε διπλωματικές ακριτομυθίες. Οι ρωσικές καταγγελίες πόνεσαν τον Ερντογάν, επειδή κεντρικό ρόλο σ’ αυτό το λαθρεμπόριο παίζει ο γιός του Μπιλάλ που θησαυρίζει για λογαριασμό της οικογένειας και ο οποίος δεν δίστασε να φωτογραφηθεί με ηγετικά στελέχη των τζιχαντιστών.

Τον Μάιο 2015 Αμερικανοί κομάντος σκότωσαν στη Συρία τον Αμπού Σαγιάφ, υπεύθυνο του Ισλαμικού Κράτους για το λαθρεμπόριο πετρελαίου. Οι Αμερικανοί πήραν μαζί τους και σκληρούς δίσκους, στους οποίους υπάρχει πληθώρα στοιχείων για όσους συναλλάσσονται με τους τζιχαντιστές. Παρότι η Ουάσιγκτον απέφυγε να εκθέσει δημοσίως την Άγκυρα, την επέπληξε παρασκηνιακά, επειδή αποδείχθηκαν οι σχέσεις με Τούρκους αξιωματούχους.

Το γεγονός, μάλιστα, πως οι Ρώσοι βομβάρδισαν ελεγχόμενες από το Ισλαμικό Κράτος πετρελαιοπηγές και κομβόι με βυτία λαθραίου πετρελαίου προκάλεσε και αντίστοιχους δυτικούς βομβαρδισμούς. Το αποτέλεσμα είναι τα κέρδη από το λαθρεμπόριο να έχουν πέσει κατά 30% και για τους τζιχαντιστές, αλλά και για την οικογένεια Ερντογάν και τους άλλους μεσάζοντες.

Ο βασικός λόγος της κατάρριψης του ρωσικού SU-24, όμως, είναι η προσπάθεια της Άγκυρας να τορπιλίσει το υπό διαμόρφωση μέτωπο εναντίον των τζιχαντιστών και να επαναφέρει σε πρώτο πλάνο τη νεοψυχροπολεμική αντιπαράθεση. Το ερώτημα εάν ο Ερντογάν έδρασε με την παραίνεση δυτικών κυβερνήσεων δεν μπορεί να απαντηθεί με τα διαθέσιμα στοιχεία.

Είναι σαφές, όμως, πως για να λάβει την απόφαση κατάρριψης μέτρησε το γεγονός ότι και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη υπάρχουν ισχυροί κύκλοι που θέλουν να τορπιλίσουν την πρωτοβουλία του Ολάντ, να επαναφέρουν ως πρώτη προτεραιότητα την ανατροπή του Άσσαντ και να αναζωπυρώσουν το αντιρωσικό κλίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή, η Ουάσιγκτον επέλεξε να επιβάλει κυρώσεις σε Ρώσους!

Αμέσως μετά το περιστατικό η Άγκυρα έσπευσε να προσφύγει στο ΝΑΤΟ για συμπαράσταση, παρότι ήταν ο επιτιθέμενος και όχι η πλευρά που δέχθηκε επίθεση. Η σχετική δήλωση του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας ήταν συγκρατημένα υπέρ της Τουρκίας, αλλά το γεγονός πως δεν υπήρξε συλλογική απόφαση αποτυπώνει τις επιφυλάξεις αρκετών δυτικών κυβερνήσεων. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμούν να παρασυρθούν σε μία σύγκρουση με τη Ρωσία, όταν μάλιστα τον διακόπτη της έντασης τον χειρίζεται ένας τύπος όπως ο Ερντογάν.

Η Ελλάδα εξέφρασε τις αντιρρήσεις της όχι λόγω γενικής αντιτουρκικής διάθεσης, αλλά επειδή έχει κάθε συμφέρον να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν πολιτική λύση στο Συριακό πρόβλημα. Είναι ο μόνος τρόπος για να περιορισθεί το προσφυγικό ρεύμα. Εκτός αυτού, η θερμή αντιπαράθεση Τουρκίας-Ρωσίας εξ αντικειμένου στρέφει την προσοχή της Άγκυρας προς τα ανατολικά και δεν της αφήνει περιθώρια για προκλήσεις τα δυτικά. Η εφεξής ρωσική πίεση προς την Τουρκία, άλλωστε, εκ των πραγμάτων διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της ελληνικής διπλωματίας και στο Αιγαίο και στο Κυπριακό, το οποίο βρίσκεται σε ευαίσθητη φάση.

Η Δύση γενικά υποστήριξε το δικαίωμα της Τουρκίας να προστατεύει τον εναέριο χώρο της. Έσπευσε, όμως, να λειτουργήσει πυροσβεστικά, ζητώντας από τη Μόσχα και την Άγκυρα να αποκλιμακώσουν την ένταση. Αυτό μπορεί να ακούγεται λογικό, αλλά τέτοιου τύπου εκκλήσεις μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους εκ των πραγμάτων ευνοούν τον δράστη, με την έννοια ότι αποτρέπουν ισοδύναμα αντίποινα.

Η Μόσχα αντέδρασε έντονα, αλλά και με προσοχή. Ο Πούτιν μίλησε για «πισώπλατη μαχαιριά» από «συνεργούς των τρομοκρατών». Δεν πρόκειται για υπερβολή. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι το καθεστώς Ερντογάν υποστηρίζει πολλαπλώς τους τζιχαντιστές. Από την Τουρκία εισέρχονται στη Συρία οι εθελοντές από την Ευρώπη. Στην Τουρκία νοσηλεύονται οι τραυματίες. Από την Τουρκία προμηθεύονται οπλισμό. Προσφάτως, Τούρκοι εισαγγελείς συνέλαβαν στα Άδανα και στην Αντιόχεια πράκτορες της ΜΙΤ να οδηγούν φορτηγά γεμάτα με οπλισμό, τα οποία κατευθύνονταν προς τη Συρία.

Είναι, επίσης, ενδεικτικά:

Η Άγκυρα δεν έχει χαρακτηρίσει το Ισλαμικό Κράτος τρομοκρατική οργάνωση. Ο Φιντάν, διοικητής της ΜΙΤ (τουρκικές μυστικές υπηρεσίες) και στενός συνεργάτης του Ερντογάν, έχει πάει ακόμα πιο μακριά. Έχει εμμέσως πλην σαφώς καλέσει τη Δύση να αποδεχθεί και να συναλλαχθεί με το Ισλαμικό Κράτος.

Η Άγκυρα απέφυγε να καταδικάσει το σαμποτάζ του ρωσικού πολιτικού αεροπλάνου πάνω από το Σινά.

Στον φιλικό αγώνα Ελλάδα-Τουρκία που παρακολούθησαν ο Τσίπρας και ο Νταβούτογλου, οι συγκεντρωμένοι οπαδοί γιουχάιζαν όχι μόνο όταν ακούστηκε ο ελληνικός εθνικός ύμνος, αλλά και όταν τους ζητήθηκε να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή για τα θύματα στο Παρίσι. Ο Ερντογάν καταδίκασε μόνο τις αποδοκιμασίες για τον εθνικό ύμνο ξένης χώρας, αλλά όχι και τις αποδοκιμασίες για τα θύματα!

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί στις 10 Οκτωβρίου στον αγώνα Τουρκία-Ισλανδία στο Ικόνιο. Και τότε, όταν είχε ζητηθεί να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή για τα 102 θύματα (Κούρδοι και κάποιοι αριστεροί διαδηλωτές) της νωπής τότε βομβιστικής επίθεσης στην Άγκυρα, οι εξέδρες γέμισαν γιουχαϊσματα. Ας σημειωθεί ότι το κουρδικό κόμμα είχε κατηγορήσει ότι οι τζιχαντιστές εκτέλεσαν συμβόλαιο που είχαν συνάψει με τη ΜΙΤ, προκειμένου να τρομοκρατήσουν τους ψηφοφόρους και ο Ερντογάν να κερδίσει τις εκλογές του Νοεμβρίου, όπως και έγινε.

Η Άγκυρα υποστηρίζει τους τζιχαντιστές όχι μόνο λόγω της προσδοκίας ότι θα ανέτρεπαν το καθεστώς Άσσαντ και θα έριχναν τη σουνιτική Συρία στην τουρκική αγκαλιά. Είχε ζητήσει ως αντάλλαγμα και τη στρατιωτική συντριβή της κουρδικής κρατικής οντότητας στη βόρειο Συρία, η οποία ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό πολιτικά από το ΡΚΚ. Η τουρκική κυβέρνηση, άλλωστε, δηλώνει και επισήμως ότι θεωρεί μεγαλύτερη απειλή τους Κούρδους από το Ισλαμικό Κράτος.

Η Τουρκία δεν μπορούσε να στραφεί στρατιωτικά εναντίον των Κούρδων της Συρίας, επειδή της το είχαν απαγορεύσει οι Αμερικανοί. Γι’ αυτό και είχε αναθέσει τη βρώμικη δουλειά στο Ισλαμικό Κράτος. Οι τζιχαντιστές πολιόρκησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την στρατηγικής σημασίας παραμεθόρια κουρδική πόλη Κομπάνι. Παρά τις αιματηρές επιθέσεις τους με βαρύ οπλισμό δεν κατάφεραν να το αλώσουν. Το Κομπάνι κράτησε, λόγω της ηρωικής αντίστασης των Κούρδων, αλλά έχει καταγραφεί η ικανοποίηση των τουρκικών αρχών τις ημέρες των σφαγών και της δραματικής πολιορκίας.

Η Μόσχα θα συνεχίσει να υπογραμμίζει ότι ο Ερντογάν δεν είναι απλώς ένας δύστροπος παίκτης, κάτι που συμμερίζονται και οι Δυτικοί, αλλά ένας τυχοδιώκτης που δεν διστάζει να συναλλάσσεται με τους τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους. Αν και η ρωσική ρητορική βρίσκει έρεισμα και πλήττει τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας δεν αναμένεται να την απομονώσει.

Παρά τις επιφυλάξεις και τις δυσαρέσκειές τους, οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να αφήσουν την Τουρκία να απομονωθεί, επειδή την θεωρούν χρήσιμο εταίρο και στη Μέση Ανατολή και στην αντιπαράθεσή τους με τη Ρωσία. Για τους Ευρωπαίους υπάρχει και ένα πρόσθετο κίνητρο. Όπως φάνηκε και από την επίσκεψη Μέρκελ και από τις διαπραγματεύσεις της Κομισιόν με την Άγκυρα, θεωρούν ότι μόνο με τη βοήθεια του Ερντογάν μπορούν να ανακόψουν το προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα. Αυτό θα φανεί και στη σημερινή σύνοδο ΕΕ-Τουρκίας με αυτό ακριβώς το θέμα στην ατζέντα.

Προς το παρόν, όπως φάνηκε και από τη συνάντησή τους στη Μόσχα, ο Πούτιν επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή την πρωτοβουλία Ολάντ για το διεθνές μέτωπο εναντίον των τζιχαντιστών και να αποτρέψει την επαναφορά σε πρώτο πλάνο της νεοψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει να κλιμακώνονται τα ρωσικά αντίποινα:

Παγώνει η διμερή στρατιωτική συνεργασία.

Ακυρώθηκε η προγραμματισμένη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Λαβρόφ στην Άγκυρα.

Ο Πούτιν απέρριψε την πρόταση του Ερντογάν να συναντηθούν αύριο στο περιθώριο της συνόδου για την Κλιματική Αλλαγή. Αναφερόμενος ειρωνικά στη δήλωση Ερντογάν ότι αυτοί που πρέπει να απολογηθούν είναι οι Ρώσοι, δήλωσε: «δεν είμαι έτοιμος να απολογηθώ». Πιστός στο αλαζονικό ύφος του, ο “σουλτάνος” απάντησε με τον εξής προκλητικό τρόπο: «Συμβουλεύω τους Ρώσους να μην παίζουν με τη φωτιά».

Παγώνουν τα μεγάλα διμερή επενδυτικά σχέδια. Μεταξύ αυτών και η κατασκευή του νότιου αγωγού φυσικού αερίου, η οποία είναι πλέον στον αέρα.

Η Μόσχα κάλεσε τους Ρώσους να επιστρέψουν από την Τουρκία και ουσιαστικά κηρύσσει άτυπο τουριστικό εμπάργκο, το οποίο υπολογίζεται ότι το 2016 θα στοιχίσει στην τουρκική οικονομία τέσσερα δισ.

Εγείρονται μεγάλα εμπόδια στις τουρκικές εισαγωγές κυρίως αγροτικών προϊόντων συνολικού ύψους τεσσάρων δισ. Ας σημειωθεί ότι ενώ η Τουρκία είναι ο 7ος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, η Ρωσία είναι ο 2ος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι από την επιδείνωση των σχέσεων η τουρκική οικονομία έχει πολλά περισσότερα να χάσει από τη ρωσική.

Βομβάρδισαν εντός της συριακής επικράτειας κομβόι 20 φορτηγών της νεοοθωμανικής και στενά συνδεδεμένης με το καθεστώς Ερντογάν Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ΙΗΗ, το οποίο μετέφερε οπλισμό και βοήθεια στους Τουρκμένους αντάρτες. Τα φορτηγά καταστράφηκαν πλήρως, επτά άτομα σκοτώθηκαν και δέκα τραυματίσθηκαν.

Όλα δείχνουν, όμως, ότι ο Πούτιν δεν θα περιορισθεί στα παραπάνω. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές αναμένεται να πλήξει την Τουρκία και σε άλλα επίπεδα. Θα αναζωπυρωθεί η πίεση για τη διεθνή αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας.

 Θα γίνουν κινήσεις διπλωματικής ενίσχυσης του ΡΚΚ και πιθανότατα οι Ρώσοι θα το εξοπλίσουν με αντιαεροπορικούς πυραύλους και άλλον σύγχρονο οπλισμό. Εάν συμβεί αυτό, η τουρκική πολεμική αεροπορία θα πληρώσει βαρύ τίμημα, δεδομένου ότι μέχρι τώρα οι Τούρκοι βομβαρδίζουν τις θέσεις των Κούρδων ανταρτών εκ του ασφαλούς.

Παρά τους σχετικούς φόβους, η Μόσχα δεν πρόκειται να κόψει τη συμφωνημένη παροχή φυσικού αερίου στην Τουρκία. Για τη Ρωσία το αέριο είναι εξαγώγιμο είδος και όχι όπλο πολιτικής πίεσης. Εάν έκανε κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα δικαίωνε την Ουάσιγκτον, η οποία σε κάθε ευκαιρία καλεί την Ευρώπη να απεξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο, επειδή η ενεργειακή εξάρτηση θα χρησιμοποιηθεί σαν μοχλός πίεσης για πολιτική εξάρτηση.

Μετά την κατάρριψη του S-24, οι Ρώσοι στέλνουν στη Συρία το πυραυλοφόρο Μόσκβα, πρόσθετες μοίρες μαχητικών και βομβαρδιστικών και τα υπερσύγχρονα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα S-400. Αυτό σημαίνει ότι τα τουρκικά μαχητικά, όταν πετούν στη νοτιοανατολική Τουρκία, θα μπορούν να εγκλωβίζονται από τους S-400 και η κατάρριψή τους να είναι στη διακριτική ευχέρεια των Ρώσων.

Είναι προφανές ότι θα αποφεύγουν να πετούν κοντά στη συνοριακή γραμμή για να μη δώσουν την ευκαιρία και το πρόσχημα στους Ρώσους να πάρουν το αίμα τους πίσω. Για το ίδιο λόγο, η Άγκυρα αποφάσισε να σταματήσει προς το παρόν τους βομβαρδισμούς εντός της Συρίας, προκειμένου να αποφύγει κατάρριψη δικού της αεροσκάφους.

Αν και κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει μέχρι που θα φθάσει η Μόσχα, είναι ξεκάθαρο ότι παρά τα πολιτικά-διπλωματικά και οικονομικά αντίποινα, το σκορ είναι ακόμα Τουρκία-Ρωσία 1-0. Εάν αυτό παραμείνει έτσι, το κύρος του Πούτιν θα έχει στραπατσαριστεί άσκημα και η Ρωσία θα έχει ταπεινωθεί και υποβαθμισθεί ως μεγάλη δύναμη.

Η Μόσχα, άλλωστε, έχει στο πρόσφατο παρελθόν ανεχθεί εχθρικές κινήσεις εκ μέρους του Ερντογάν, γεγονός που διευκόλυνε τη λήψη της απόφασης για την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους. Υπενθυμίζουμε ότι στις 10 Οκτωβρίου 2010 οι Τούρκοι υποχρέωσαν σε αναγκαστική προσγείωση στην Άγκυρα ρωσικό μεταγωγικό που πήγαινε στη Δαμασκό για να ελέγξουν αν μετέφερε όπλα.

Στις 18 Ιουλίου, ο Ερντογάν δήλωσε χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο ότι το πολιτικό αεροπλάνο των μαλαισιανών αερογραμμών που έπεσε στην ανατολική Ουκρανία, το είχαν καταρρίψει Ρώσοι. Ο Τούρκος πρόεδρος, μάλιστα, δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει παραβίαση των δικαιωμάτων των Τατάρων της Κριμαίας από τον ρωσικό παράγοντα.

Ο Πούτιν είχε αποφύγει να ρίξει λάδι στη φωτιά, αλλά τώρα διαπιστώνει ότι η στάση του αποχαλίνωσε τη νεοοθωμανική ηγεσία. Λόγω και της επιλογής του Ερντογάν να αυτονομείται από τις δυτικές επιλογές όποτε τα συμφέροντά του είναι διαφορετικά, η Μόσχα είχε θεωρήσει ότι θα μπορούσε να οικοδομήσει στενές σχέσεις με την Άγκυρα παρά τις γεωπολιτικές διαφορές τους.

Η μεγάλη ανάπτυξη των διμερών οικονομικών σχέσεων, η οποία διευκολύνθηκε από την πολιτική επιλογή των δύο ηγετών, έβαλε για ένα διάστημα στο περιθώριο την παραδοσιακή γεωπολιτική αντιπαλότητα. Αυτή τώρα επανέρχεται με ορμή. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως είναι πολύ πιθανόν κάποια στιγμή και με κάποιον τρόπο οι Ρώσοι να δώσουν και στρατιωτική απάντηση στην Τουρκία.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και όταν οι δυνάμεις του Άσσαντ είχαν στις 22 Ιουνίου 2012 καταρρίψει τουρκικό μαχητικό. Η απάντηση των Τούρκων ήλθε στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, όταν κατέρριψαν συριακό ελικόπτερο. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο 2014 κατέρριψαν και συριακό μαχητικό, στέλνοντας το μήνυμα ότι τα αντίποινά τους θα είναι πολλαπλάσια.

Εάν αυτή ήταν η αντίδραση των Τούρκων, η αντίδραση των Ρώσων θα περιορισθεί μόνο στο οικονομικό επίπεδο;

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
 ''Πρώτο Θέμα'', την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

NOVEMBER 30, 2015
Του Σταύρου Λυγερού
http://mignatiou.com/2015/11/o-poutin-sfingi-ti-lavi-ston-erntogan/