Βιβλία στο προσκέφαλο !


Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.



 Θοδωρής Γκόνης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ 

Μετεωριζόμενος ανάμεσα στη γραφή, το τραγούδι και το θέατρο, ο Θοδωρής Γκόνης (που τα τελευταία χρόνια δημιουργεί και οργανώνει σημαντικά πράγματα στην περιφέρεια - εδώ και τέσσερα χρόνια ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και τα τελευταία επτά στο Φεστιβάλ Φιλίππων), επιστρέφει στα εμβληματικά βιβλία της ζωής του, στα βιβλία που τον διαμόρφωσαν, εξ ου και ξεσκονίζει τις βιβλιοθήκες του (απτές και άυλες) στο πέρασμα του χρόνου.Από τους Αθλιους και τον Δόκτωρα Ζιβάγκο ώς τον Επιτάφιο θρήνο και τα Απομνημονεύματα του Αδριανού, με ενδιάμεσα πολλά ποιητικά βιβλία αλλά και λεξικά (ως σεσημασμένος των λέξεων), μέχρι τις τελευταίες προσηλώσεις του στον Ζέμπαλντ, τον Κόνραντ και τον Αλβαρο Μούτις. Ο Θοδωρής, πατώντας σανίδι και πεντάγραμμο, επιστρέφει ξανά και ξανά στην πρώτη του αλησμόνητη αγάπη: την ανάγνωση με μολύβι μαλακό…


Πώς κουβαλάνε με το ράμφος τα πουλιά και χτίζουν τη φωλιά τους. Ετσι.

Στο σπίτι μας, στο χωριό, δεν είχαμε βιβλιοθήκη. Στο παράθυρο, στο περβάζι, θυμάμαι ακουμπισμένη μια Αγία Γραφή και τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ και έξω στην αυλή ένας θείος μου να φωνάζει τον σκύλο του Ιαβέρη.

Μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά, το αλφαβητάριο των Ι.Κ. Γιαννέλη - Γ. Σακκά, το σχήμα των γραμμάτων, η ψιλή, η δασεία, η περισπωμένη, οι ζωγραφιές του Γραμματόπουλου, τα παιδικά ποιήματα του Γεωργίου Βιζυηνού.

Τα αντέγραφα ξύνοντας συνέχεια το μολυβί, έσπαγα τη μύτη μου, αλλά μου άρεσε η μυρωδιά και η μουτζούρα στον δείκτη, στον αντίχειρα. Εγραφα με τα μεγάλα στρογγυλά γράμματα, ήταν τετράδια δωδεκάφυλλα με μαύρες σίγουρες βαθιές παράλληλες γραμμές, και δυο κάθετες κόκκινες, σχεδόν πορφυρές, που χώριζαν και έφτιαχναν περιθώρια πλούσια να γράφεις, να ζωγραφίζεις εκεί -κάθετα- ό,τι αγαπάς.

Αντέγραφα σε τετράδια τα μαθήματα, τα αριθμούσα, τα βάφτιζα βιβλία και τα τακτοποιούσα πάνω στο ξύλινο σκαμνάκι. Αυτή είναι η πρώτη μου βιβλιοθήκη. Γεωγραφία, ιστορία, οι αριθμοί, το ένα, το εφτά, το δεκατέσσερα. Το εφτά το αγαπούσα πιο πολύ, ήταν της ιστορίας.

Και όλα στο φως της λάμπας πετρελαίου. Αυτά. Με αυτά.

Στο Ναύπλιον μαθητής στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, σαν το το κρι κρι, σαν το αγριοκάτσικο που όταν το δαγκώσει το φίδι, ξέρει πού θα τρέξει να βρει το χόρτο για να εξουδετερώσει το δηλητήριο, έτσι κι εγώ σιγά σιγά βρήκα το χορταράκι μου.

Ας είναι καλά τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα -και η φιλόλογός μου η κυρία Ματίνα Βελλέ που με «πονήρεψε»-, αυτά μου άνοιξαν τα μάτια και τη μύτη.

Αρχισα στα σκοτεινά, παραπατώντας, παραμιλώντας με τα ποιήματα, τα δημοτικά τραγούδια, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ηταν και ένας πλανόδιος βιβλιοπώλης που ερχόταν από το πουθενά στα διαλείμματα, από αυτόν δεν ξέρω πώς, δεν θυμάμαι το γιατί, αγόρασα τον Βαρκάρη του Βόλγα του Ιβάν Μπελούκιν, Τα κατά συνθήκη ψεύδη του Νορτάου και τον Δόκτωρα Ζιβάγκο του Μπορίς Πάστερνακ, μάλλον θα με εντυπωσίασαν οι τίτλοι και τα εξώφυλλα. Δεν τα τελείωσα ποτέ.

Στην Αθήνα της μεταπολίτευσης, φοιτητής, άρχισα να μαζεύω, να φτιάχνω, να χτίζω τη βιβλιοθήκη μου όπως ένας κανονικός άνθρωπος χτίζει το σπίτι του, είχα κενά, είχα ελλείψεις μεγάλες και το γνώριζα, ήξερα ότι από αυτό έπρεπε να ξεκινήσω.

Στην αρχή ψάχνοντας, κοιτάζοντας, χαζεύοντας, ζηλεύοντας, ακούγοντας, κλέβοντας λόγια δεξιά κι αριστερά με τα αυτιά τα μεγάλα του γαϊδάρου και το στόμα το ανοιχτό του μπούφου.

Πώς κατεβαίνουμε στη λαϊκή το Σάββατο, πώς κοιτάζει η φιλάρεσκη γυναίκα τις βιτρίνες της Ερμού και της Σταδίου, πώς το σκυλί σαλτάρει στα σφαγεία, ακριβώς έτσι στα βιβλιοπωλεία και στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Σόλωνος και στο Μοναστηράκι, από την αρχή.

Από το άλφα, από τα θεμέλια, στο Θεμέλιο και στον Κέδρο, στο Χνάρι, στην Εστία, στην Αγρα. Τους ποιητές πρώτα, Καρυωτάκης, Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης Σαχτούρης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Ελύτης, Αγρας, Σαραντάρης, Σκαρίμπας, Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου, Καρέλλη, Καββαδίας Καρούζος, Λειβαδίτης, Λαπαθιώτης, Ρώμος Φιλύρας αλλά και οι «άλλοι Ελληνες», ο Μαγιακόφσκι, ο Λόρκα, ο Νερούδα, μαζί με τους… ξένους, τον Μποντλέρ, τον Ρεμπό, τον Αραγκόν, τον Ελιοτ, τη Σίλβια Πλαθ, τον Ευγένιο Μοντάλε.


Εβρισκα μέσα στις σελίδες που διάβαζα συστατικές επιστολές και διευθύνσεις, έκλεβα θάρρος, έτρεχα «στα καλύτερα σπίτια», χτυπούσα πόρτες ώς τα ξημερώματα, άνοιγε πάντα η σελίδα που είχα ανάγκη. Συναντούσα αυτούς που χρειαζόμουν.

Τη Χαμένη άνοιξη την περιμέναμε έξω από το βιβλιοπωλείο μαζί με έναν φίλο ώρες για να έρθει στα χέρια μας τη μέρα που εκδόθηκε, είχαμε μόλις τελειώσει ζαλισμένοι την Τριλογία του, το Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Ντάρελ -και πώς να το παραδεχτώ στους φίλους πως μου άρεσε περισσότερο από την Τριλογία του Τσίρκα-, ο Επιτάφιος θρήνος του Ιωάννου, Αννα Καρένινα, Αδελφοί Καραμάζωφ, Αμλετ, Πριγκηπέσα Ιζαμπώ, Η αισθηματική αγωγή, Τα σταφύλια της οργής, Ο θάνατος στη Βενετία, Θάλαμος Νο 6, Η κυρία με το σκυλάκι, Τα απομνημονεύματα του Αδριανού, Επτά γοτθικές ιστορίες (της Μπλίξεν), Οι ιστορίες του κυρίου Κόυνερ, Ο δημιουργός του Μπόρχες και η απάντησή του στην ερώτηση αν την Αγία Γραφή την έγραψε το Αγιο Πνεύμα: «Ολα τα βιβλία τα έχει γράψει το Αγιο Πνεύμα».

Αλλά και ο Κόντογλου, ο Σκαρίμπας, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Γονατάς, ο Παπαδημητρακόπουλος, ο Χειμωνάς, ο Παπαγιώργης, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ ντυμένη με εφημερίδα να τη διαβάζουμε κρυφά, αναψοκοκκινισμένοι μέσα στη σχολή. Η εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη, τα λεξικά του Δορμπαράκη, της Πρωίας, του Δημητράκου…

Τώρα όλα αυτά μου λείπουν, είμαι μακριά τους, είμαι ναυτικός, δεν είμαι καραβοκύρης, ταξιδεύω, θαλασσοπνίγομαι, τα έχω ανάγκη, δεν είναι δίπλα μου και τρέχω να τα ξαναβρώ, να τα ξανααποκτήσω, έχω πληρώσει και μια και δυο και τρεις και περισσότερες φορές, μα έτσι πρέπει μου λένε οι τελευταίες μου μεγάλες αγάπες και παρηγοριές, ο Ζέμπαλντ, ο Κόνραντ, ο Αλβαρο Μούτις, κάτι θα ξέρουν καλύτερα από εμένα, αυτοί κι αν πλήρωσαν για τις αγάπες τους, και όλο στ’ αυτί μου σκύβουν και μου λένε: «Ποτέ μην πηγαίνεις τη ζωή σου στα βιβλία. Καλύτερα να πηγαίνεις τα βιβλία στη ζωή σου, ακόμα και σωστά να σε κατευθύνει ένα βιβλίο, δεν παύεις να είσαι κατευθυνόμενος - πόσο μακριά θα πας;»

Θοδωρής Γκόνης 

Τελευταίο βιβλίο του Θ. Γκόνη είναι η συλλογή κειμένων
 ''Ο ύπνος της Αδριανουπόλεως'' (Αγρα, 2011)

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
http://www.efsyn.gr/arthro/pos-koyvalane-ta-poylia-kai-htizoyn-ti-folia-toys
 4.05.2016 


Ο Φαίδωνας Ταμβακάκης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Βραβευμένος πρόσφατα για το τελευταίο του βιβλίο από την Ακαδημία Αθηνών, ο Φαίδων Ταμβακάκης σκιαγραφεί παιδιόθεν την έλξη του από την περιπετειώδη αφήγηση, αλλά και τη μετέπειτα γαλούχησή του στην αγγλόφωνη λογοτεχνία, από τους βικτοριανούς κι εντεύθεν.Διαβάζοντας αναδρομικά τα βιβλία νεοελληνικής μαθητείας και αποφεύγοντας τα προβεβλημένα του καιρού του ο οικονομολόγος, ιστιοπλόος, μεταφραστής και πεζογράφος σμιλεύει το αναγνωστικό του πρόσωπο (άρα κι αυτό της γραφής) μέσα από μια ερεθιστική βιβλιοθήκη.


 Συγγραφέας έγινα από το «Κάστρο» του Κρόνιν

Ξεκίνησαν όλα με δίσκους, το «Νησί των Πειρατών» κι ο «Πέτρος πάει παντού», που από την επανάληψη τα θυμάμαι ακόμα. Παρότι το σπίτι ήταν πάντα γεμάτο βιβλία, τα περισσότερα πανόδετα στο ίδιο χρώμα ανάλογα με το θέμα, και τα πιο πολλά στα γαλλικά, τα άνοιγα κυρίως για να τα μυρίζω, ώσπου να μπουχτίσω τα κόμικς και να αρχίσω τα αστυνομικά.

Το πρώτο βιβλίο, μεγαλίστικο, που μάλιστα με έκανε για πρώτη φορά να σκεφτώ το ενδεχόμενο να γίνω συγγραφέας, ήταν το «Κάστρο» του Κρόνιν. Είχα φτάσει τα δεκατρία χρόνια κι ένιωσα αίφνης ότι ποτέ δεν θα προλάβω να διαβάσω όλα τα βιβλία του σπιτιού.

Με μέθοδο και με σύστημα καρτέλας, πάλευα, με αντίπαλο το σχολείο, να ξεπεράσω τα πενήντα, κι έπειτα τα εκατό βιβλία τον χρόνο. Συνέπεσε λίγο αργότερα και η Μεταπολίτευση και η γνωριμία μου με το υπόγειο του Κώστα Νικολάκη που ανέλαβε να με κατευθύνει και να με τροφοδοτεί με όσα έπρεπε να διαβάσω, κλασικούς σε μετάφραση, τους πρώην απαγορευμένους Λουντέμη, Χατζή, Ρίτσο, Καζαντζάκη, Βασιλικό, τα πολιτικά και φιλοσοφικά «πρέπει» του νέου αριστερού.



Το σχολείο έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε στην εφηβεία να μην απολαύσω Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, δημοτική ποίηση, Ηρόδοτο και Θουκυδίδη. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν τη γλίτωσαν, αλλά ήταν πολύ νωρίς για να καταλάβω τι διάβαζα. Αντίθετα, χαρά πήρα με τους τραγικούς και κωμωδιογράφους. Ειδική μνεία πρέπει να κάνω στους τόμους του «Θεάτρου» που είχε συλλέξει η μητέρα μου, και με τους οποίους πέρασα ευτυχισμένες στιγμές με τον Τένεσι Ουίλιαμς, τον Ιψεν, τον Πίντερ και τον Μπέκετ, αλλά και τους Ελληνες του Κουν. Πόσο γέρασαν κάποιοι από αυτούς αλήθεια.

Τους Ρώσους τούς γνώρισα από τον Αρη Αλεξάνδρου, αλλά το «Κιβώτιό» του χρειάστηκαν χρόνια για να το διαβάσω, παρά τη γενική αποδοχή από τους άξιους του σιναφιού. Φοιτητής, και λόγω σπουδών, έπεσα με τα μούτρα στους αγγλόφωνους, σπούδαζα αγγλική φιλολογία, όμως την απόλαυση έπαιρνα από τους εστέτ, Ουάιλντ, Πέιτερ, Ουισμάνς, αλλά και τον Κόνραντ, τον Χένρι Τζέιμς και λιγότερο τους πρωτομάστορες του 18ου ή τους βικτοριανούς τεχνίτες.

Κρύβει σοφία το να διδάσκονται στη λάθος ηλικία τα σπουδαία κείμενα. Ο μαθητής τα προσπερνά και όταν έρθει η στιγμή που θα είναι έτοιμος, θα ξέρει το μονοπάτι να τα ξαναβρεί.

Τους σύγχρονους, ξένους και ελληνόφωνους, δεν έπαψα ποτέ να παρακολουθώ, συνήθως αποφεύγοντας τους προβεβλημένους κάθε εποχής. Οπως κάποιος προτιμά την ορχήστρα δωματίου σε μικρή αίθουσα σχολής, από τη συμφωνική σε Μέγαρο.

Ετσι δεν διάβασα την ώρα που μεσουρανούσαν ούτε τον Μίσσιο, ούτε τον Μπουκόφσκι, ούτε τη Γώγου, ούτε τη Σωτηρίου, ούτε τον Μάρκες και όποιον πιθανώς έτυχε να βρίσκεται στο στόμα και το προσκέφαλο της στιγμής. Με κάποιους γλέντησα αρκετά χρόνια αργότερα, με ίσως πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον Τζον Φόουλς που βρέθηκα να μεταφράζω επί είκοσι χρόνια, η πιο μακρά μαθητεία και αναψυχή μέχρι σήμερα.

Οσο ο «Μάγος» και η «Ερωμένη του Γάλλου υποπλοιάρχου» ήταν μπεστ σέλερ, και χολιγουντιανές επιτυχίες, δεν συνέβη ούτε να τα ξεφυλλίσω. Ετυχε λίγο μετά να μου προτείνει ο ο εκδότης μου να μεταφράσω ένα έργο του και κατέληξα να μεταφράζω σχεδόν το σύνολο. Απόδειξη ότι και οι συμφωνικές δεν έχουν μόνο κοινό αλλά και χάρες για όλους.

Τελειώνοντας τις σπουδές είχα πλέον γίνει επισήμως γραφιάς, οπότε οι ανάγκες της δουλειάς καθόριζαν πιο συχνά τις επιλογές μου. Πέρασα χρόνια εντρυφώντας στο γαλλικό μπαρόκ (το βιβλίο είναι ακόμα στα σκαριά), στην Πολυνησία και τη μνημοτεχνική, στην Αφρική και τους εξερευνητές της (κι αυτό στα σκαριά), στις αφηγήσεις ναυτικών από όλες τις εποχές. Και βέβαια ως μεταφραστής πέρασα χρόνια με τον Φιτζέραλντ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον με τον Φόουλς.

Υπάρχει μια ιδιαίτερα ευάριθμη κατηγορία βιβλίων στο προσκέφαλό μου, διαρκώς. Εκείνη των δωρισμένων. Τα περισσότερα είναι δώρα από φίλους που εκτιμούν ότι θα μου αρέσουν, ορισμένα σταλμένα από τους ίδιους τους συγγραφείς ή ποιητές. Λίγα έχω διαβάσει, κι όχι γιατί δεν είναι αξιόλογα, ή δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον. Μάλλον γιατί ένα χορτάτο αιλουροειδές δεν θα σαλέψει για να φάει από λαιμαργία, αλλά θα πεταχτεί πάνω για το κυνήγι.

Πάντως την περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου κατέχουν τυχαίες ανακαλύψεις, που στη συνέχεια προσπαθώ να αναβιώσω: ο Ποταγός και τα ταξίδια του, ο μυστηριώδης Ζαχάροφ, ο δόκιμος Καλβοκορέσης, ο Τζορτζ του Ριτς, ο Κωνσταντίνος Ιωνίδης και τα φίδια του, ο Γιόραν Σιλντ και η Ελλάδα του '50, ο Τομπάζης που είδε τον Γιέτι, ο Κίττο στα ελληνικά βουνά του μεσοπολέμου και πολλοί ακόμη που εύχομαι να ξαναβγούν στο φως. Κι όταν τα φέρνω στο κομοδίνο για να τα διαβάσω πριν κοιμηθώ, από αυτό το πλευρό κοιμάμαι.

Φαίδωνας Ταμβακάκης

Τελευταίο του βιβλίο είναι η νουβέλα «Η αναπαλαίωση»
 (εκδ. Εστία, 2015).

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
http://www.efsyn.gr/arthro/syggrafeas-egina-apo-kastro-toy-kronin
13/1/2016


 Αρης Στυλιανού | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, δοκιμιογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων, συνεργάτης στο «Ανοιχτό Βιβλίο» και εσχάτως πρόεδρος του Δ.Σ. στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανακεφαλαιώνει τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν στο πέρασμα του χρόνου ως αναγνώστη.
Ο 'Αρης Στυλιανού ταξινομεί και θεματοποιεί βιβλία ανά εποχές. Ετσι, περνώντας διαμέσου του Τομ Σώγιερ, του Δον Κιχώτη, του Μπιντέ, του Αναγνωστάκη και του Σαχτούρη, του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο αλλά και της Χαμένης Ανοιξης, της Βίβλου, του Μαρξ και του Αλτουσέρ, φτάνει στον Πατρίκ Μοντιανό και στον Σιμενόν ή στο Περιμένοντας τον Γκοντό και στον Αποτυχημένο για να αναρωτηθεί εντέλει, απ’ όλη αυτή την αναγνωστική οδύσσεια, μήπως του αρκεί ένα βιβλίο, λες και εκεί συμπυκνώνεται όλος ο χρόνος (αναγνωστικός και βιωμένος), η Ηθική του Σπινόζα…

Μήπως να κρατούσα μόνο ένα βιβλίο;

Η βιβλιοθήκη μου στενάζει, δεν υπάρχει πια ούτε χαραμάδα κενού χώρου, διπλές σειρές βιβλίων παντού και στοίβες στο πάτωμα. Παλιότερα τη διατηρούσα σε κάποια τάξη, τώρα εξ ανάγκης επικρατεί πλήρης ακαταστασία. Ευτυχώς βρίσκω ακόμη τα βιβλία όταν τα χρειάζομαι, γνωρίζοντας περίπου τη θέση τους.

Πολλές φορές έχω σκεφτεί να απαλλαγώ από τα περισσότερα, να τα δωρίσω, να τα πουλήσω, να τα πετάξω στην ανακύκλωση. Το θέμα είναι σχεδόν φιλοσοφικό: τι μας χρειάζονται τόσα βιβλία; Κάποια θα μείνουν αδιάβαστα για πάντα. Μήπως να κρατούσα μόνο ένα βιβλίο; Δεν θα μου αρκούσε άραγε μόνο η Ηθική του Σπινόζα;

Από μικρός διάβαζα αρκετά. Οχι πολύ, αρκετά. Δηλαδή, περισσότερο έπαιζα παρά διάβαζα. Ενα από τα πρώτα αγαπημένα παιδικά αναγνώσματα ήταν οι δύο τόμοι με Τα ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, στην ωραία έκδοση της Εστίας, με εικονογράφηση του Φώτη Κόντογλου. Ακολούθησαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια σε έκδοση για παιδιά, όπως επίσης η Αργοναυτική εκστρατεία. Με συγκίνησαν ιδιαίτερα ο Δον Κιχώτης και ο Ιβανόης, ο Ροβινσώνας Κρούσος και ο Τομ Σώγιερ, καθώς και Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά.

Το πιο έντονο διάβασμα άρχισε για μένα προς το τέλος του δημοτικού σχολείου, γύρω στα έντεκα. Εκτός από τις εφημερίδες, που τις ρουφούσα αχόρταγα, κουσούρι που με συνοδεύει μέχρι και σήμερα, έπεσα με τα μούτρα και στα βιβλία. Τότε ανακάλυψα τα έργα του Ιούλιου Βερν, που με γοήτευσαν. Ξεχωρίζω τα Μιχαήλ Στρογκώφ, Η μυστηριώδης νήσος και Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες. Την ίδια εποχή, με συγκλόνισε η ανάγνωση των Αθλίων του Ουγκό. Αυτό το βιβλίο ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.

Αργότερα, η ανάγνωση του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού μού άνοιξε μια άλλη προοπτική για το τι σημαίνει καλό διήγημα. Από τότε αγαπώ ιδιαίτερα τα διηγήματα, είδος στο οποίο διαπρέπουν αρκετοί σύγχρονοι Ελληνες συγγραφείς. Διάβασα με λαχτάρα και έντονα συναισθήματα την Κυρα-Λισάβετ του Τόλη Καζαντζή και τον Μπιντέ του Μάριου Χάκκα. Ο Τσέχοφ επίσης στάθηκε για μένα μεγάλος δάσκαλος στο είδος του διηγήματος.


Υστερα, ήρθε η ποίηση. Σολωμός, Καβάφης και Σεφέρης, με αυτή τη σειρά ανάγνωσης, αλλά με πολλές επαναλήψεις και επανερμηνείες. Αυτοί είναι οι κορυφαίοι νεοέλληνες ποιητές, για τα δικά μου γούστα. Θαύμασα και τον Ρίτσο, κυρίως της Τέταρτης Διάστασης, αλλά και τον Αναγνωστάκη και τον Σαχτούρη. Ενώ πολύ αγαπημένος μου ήταν και παραμένει ο Μάρκος Μέσκος, με το Μαύρο Δάσος του.

Στα επόμενα χρόνια προσπάθησα να διαβάσω όσο περισσότερους κλασικούς μπορούσα. Λάτρεψα τον Ντοστογιέφσκι, κυρίως το Εγκλημα και τιμωρία, στον οποίο επανήλθα αργότερα πιο στοχαστικά. Το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι με καθήλωσε.

Το έβαλα πείσμα να ολοκληρώσω την ανάγνωση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, που μου πήρε αρκετούς μήνες. Από τους Ελληνες με σφράγισε η εμπειρία της ανάγνωσης του Στρατή Τσίρκα, του οποίου η τριλογία Ακυβέρνητες Πολιτείες παραμένει ανυπέρβλητη σε κάθε επίπεδο. Αλλά, για λόγους συγκυριακούς, ίσως αγάπησα περισσότερο τη Χαμένη Ανοιξη. Ενώ το μυθιστόρημα που με συγκλόνισε υπαρξιακά και πολιτικά ήταν ασφαλώς, και είναι, Το κιβώτιο του Αρη Αλεξάνδρου.

Το ενδιαφέρον μου για τη φιλοσοφία είχε ξεκινήσει με τον Σαρτρ, του οποίου διάβασα τις Λέξεις, τις Καταστάσεις, τη Ναυτία, καθώς και τα θεατρικά του. Από τον Σαρτρ πέρασα στον Μαρξ και στον Λένιν, με κάποια κατά κανόνα κακομεταφρασμένα κείμενα, για να γοητευτώ τελικά από τον Αλτουσέρ και τις Θέσεις του. Πολλά βιβλία φιλοσοφίας καταναλώθηκαν στις σπουδές μου, στη διάρκεια των οποίων θέλησα ή χρειάστηκε να προσεγγίσω και τη Βίβλο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, σε μια ανεπανάληπτη αναγνωστική εμπειρία.

Ταυτόχρονα είχα λατρέψει τον Μπέκετ, στις ωραίες μεταφράσεις της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, στις εκδόσεις Κρύσταλλο. Περιμένοντας τον Γκοντό, Το τέλος του παιχνιδιού, Ευτυχισμένες μέρες: έργα που πάντα σε αναστατώνουν και σε ηλεκτρίζουν.

Παρόμοια εμπειρία είχα όταν γνώρισα τα κείμενα του Τόμας Μπέρνχαρντ, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζω τα Παλιοί δάσκαλοι και Ο αποτυχημένος, στη θαυμάσια Σύγχρονη κλασική βιβλιοθήκη του «Εξάντα». Θα χρειαζόμουν πολύ περισσότερο χώρο για να αναφερθώ στα γαλλικά διαβάσματά μου, στα πέντε χρόνια που έζησα στο Παρίσι. Κρατώ έναν συγγραφέα που με συγκίνησε πολύ, τον Πατρίκ Μοντιανό, που ορισμένα βιβλία του μεταφράστηκαν πολύ ωραία στις εκδόσεις Πόλις. Και τον Ζορζ Σιμενόν, βεβαίως.

Αγαπώ πολύ τη γραφή, την ανάγνωση και τη μετάφραση, γι’ αυτό και αγαπώ τα βιβλία. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχουμε την αγαθή τύχη να εκδίδονται ολοένα και καλύτερα βιβλία, από την άποψη της μετάφρασης, της εν γένει επιμέλειας και της άρτιας τυπογραφικής φροντίδας. Θα ήθελα να έχω άλλη μια ζωή, για να προλάβω να διαβάσω όλα όσα πόθησα.

Ωστόσο η υπερφορτωμένη βιβλιοθήκη μου εξακολουθεί να με τρομάζει και να με πλακώνει. Σκέφτομαι ότι ίσως θα έπρεπε να την αδειάσω και να μην κρατήσω παρά ελάχιστα βιβλία. Ή καλύτερα μόνο ένα, την Ηθική του Σπινόζα...

 'Αρης Στυλιανού
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις 
http://www.efsyn.gr/arthro/mipos-na-kratoysa-mono-ena-vivlio
27/4/2016


  Αρης Μαραγκόπουλος | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο συγγραφέας, ο μεταφραστής και εκδότης Αρης Μαραγκόπουλος ανακεφαλαιώνει τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν ως αναγνώστη, ως συγγραφέα, ως πολίτη. Από τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλι» και το «Κατά Σαδδουκαίων» έως τον Λαφάργκ, τον Τζόις και τον Τσίρκα, ο δημιουργός του «Χαστουκόδεντρου» επιβεβαιώνει τις εμμονές του -μέσα κι έξω από τις σελίδες- προτείνοντας μια ερεθιστική βιβλιοφιλική διαδρομή


Αν ο Πικάσο είναι όλη η ζωγραφική, ο Τζόις είναι όλη η λογοτεχνία

Διάβασα τον Eραστή της λαίδης Τσάτερλι του Nτέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, στα δώδεκα-δεκατρία μου, ως απόκρυφο ευαγγέλιο. Η άνευ όρων πλήρωση της ερωτικής επιθυμίας, ως δυναμική, απελευθερωτική διαδικασία, θεμελίωσε έκτοτε μια από τις βασικές ηθικές αρχές μου.

Την ίδια περίπου εποχή, ο θείος μου Μιχάλης Κατσαρός σχεδίασε μπροστά στα παιδικά μου μάτια μια σκαμπρόζικη αφιέρωση στους γονείς μου, σε αντίτυπο του Κατά Σαδδουκαίων. Δεν εγκατέλειψα ποτέ τα ποιήματά του, πιο σωστά: εκείνα δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. (Πενήντα χρόνια μετά, αυτά τα δύο βιβλία της πρώιμης μαθητείας «πρωταγωνίστησαν» στο Χαστουκόδεντρο. Διόλου τυχαίο.)



Πρωτοετής στο θλιβερό ελληνικό Πανεπιστήμιο κράτησα με συγκίνηση στα χέρια μου την Αναγκαιότητα της Τέχνης του Ερνστ Φίσερ και μαζί τον Picasso του Χανς Γιαφέι: υπήρξαν το εφαλτήριο για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου, την κριτική μου ματιά στον κόσμο και τη διά βίου εμπλοκή μου με την τέχνη.

Σ' αυτά σύντομα προστέθηκε μια σειρά από κλασικά «αναγνωστικά» της εικαστικής εικόνας που όξυναν καταλυτικά το αισθητικό μου κριτήριο: το Τhe meaning of Art του Χέρμπερτ Ριντ, το Meaning in the Visual Arts του Ερβιν Πανόβσκι και το Principes Fondamentaux de l' Histoire de l' Art του Χάινριχ Βέλφλιν – όπως και τρία ακόμα, πιο «ρηξικέλευθα» βιβλία στην ίδια κατεύθυνση: το Ways of Seeing του Tζον Μπέργκερ, το The Medium is the Massage των Μακ Λιούαν και Κουέντιν Φιόρε και το On photography της Σούζαν Σόνταγκ.

Ο Ερνστ Φίσερ, και αργότερα ο Αρνολντ Χάουζερ (με τη χρηστικότατη σειρά της Κοινωνικής Ιστορίας της Τέχνης) με οδήγησαν στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και στο προφητικό The work of art in the age of mechanical reproduction, καθώς και στον διδακτικότατο Αντόρνο των Minima Moralia.

Αλλά, εννοείται, αυτών των δασκάλων προηγήθηκαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Μερικοί τους διαβάζουν ακόμα όπως οι ΙSIS το Κοράνι. Εγώ δεν το έκανα ποτέ. Ωστόσο βιβλία όπως η Γερμανική Ιδεολογία και τα Χειρόγραφα του 1844, ειδικά σήμερα, μετά την ιστορική εμπειρία του (μη) υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά και την παγκοσμιοποιημένη βαρβαρότητα της ΤΙΝΑ, τροφοδοτούν τη σκέψη μου.

Το καλοκαίρι του 1967, με ορισμένη γνώση της αρχαίας ελληνικής και τρυφερή αγάπη για την ομηρική Οδύσσεια, γνωρίστηκα με το επικό Ulysses του Τζόις. Για μένα, αν ο Πικάσο είναι όλη η ζωγραφική ο Τζόις είναι όλη η λογοτεχνία. Μέσα από εκείνον διέτρεξα και απόλαυσα σχεδόν όλο το αγγλοσαξονικό παράδειγμα, από τον λαϊκό Τσόσερ και τον λαϊκότατο, αγαπημένο Σέξπιρ ώς τον Τ.Σ. Ελιοτ.

Απεχθάνομαι όσους γράφουν «κατά τον τρόπο» κάποιου άλλου (πιστεύω ότι απέφυγα αυτό το ατόπημα). Αλλά ο Τζόις είναι ζυγός ακριβείας για να κρίνεις τις αναγνώσεις και τις προσωπικές σου επιδόσεις. Ο Τζόις διαβάζεται σε ανοιχτό διάλογο με όλη τη βιβλική, την αρχαία και την κλασική ευρωπαϊκή παράδοση – που απλά σημαίνει: Ο Τζόις είναι το Σχολείο: η βασική, η μέση και η ανώτατη εκπαίδευση.

Στην πορεία, γνώρισα τον Αυστριακό συνεχιστή του Ιρλανδού, τον Χέρμαν Μπροχ (το Τhe Death of Virgil είναι ίσως το πιο σημειωμένο βιβλίο μου και οι Υπνοβάτες από τα πιο «οικεία»). Τα βιβλία του, καθώς και εκείνα των συμπατριωτών του, Πίτερ Χάντκε και Τόμας Μπέρνχαρντ, μου στάθηκαν φύλακες άγγελοι σε κρίσιμες «μάχες» με τις συγγραφικές μου προθέσεις.

Μην παρεξηγηθώ, δεν αποστέργω τους Ελληνες. Το αντίθετο. Η δαντική (πλην προκλητικά ανοιχτή σε αναγνώσεις) Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, ο Βιζυηνός, ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης, ο Μητσάκης, ο Θεοτόκης, ο Καρυωτάκης, ο Κοσμάς Πολίτης, η Αξιώτη, ο Σεφέρης, ο Πεντζίκης, ο Αναγνωστάκης, ο Εγγονόπουλος, ο Εμπειρίκος, ο Χατζής, ο Αρης Αλεξάνδρου, ο Βασιλικός, ο Νόλλας και φυσικά ο Τσίρκας (που στη Μανία με την Ανοιξη δοκίμασα να αποδώσω τα οφειλόμενα) συγκρότησαν με τα χρόνια, οι περισσότεροι με το σύνολο του έργου τους, τη μητρίδα όπου αναζητώ το στίγμα μου.

Τους αισθάνομαι οικογένειά μου· ποιο βιβλίο, ποιον δημιουργό να ξεχωρίσω, αυτοί με μεγάλωσαν, με αυτούς ανδρώθηκα, για όλους έχω γράψει πράγματα, σ' αυτούς οιονεί επιστρέφω.

Την εκλεκτική συγγένεια με συγγραφείς και βιβλία, τελικά, καθορίζουν οι ζωτικές ανάγκες του βίου. Γι' αυτό και τελευταίο άφησα το έργο που ανέκαθεν εμπνέει τις εμμονές μου: Le Droit à la paresse του Πολ Λαφάργκ. Με τον αξεπέραστο έως σήμερα, τον σχεδόν ερωτικό, κοινωνικό ριζοσπαστισμό του, που εξίσου ενοχλεί αριστερούς και δεξιούς μικροαστούς, αυτός ο μικρός τόμος τρέφει σταθερά τις όποιες ουτοπίες μου.

Ο Πολ και η γυναίκα του Λόρα Μαρξ, ο διαρκής αγώνας τους, το «δικαίωμά» τους να επιλέξουν τον πρόωρο θάνατο με συντροφεύουν πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Δεν υπάρχει βιβλίο μου που να μην περιέχει κάποια, έστω και αμυδρή, νύξη σ' αυτούς τους διά βίου συντρόφους και στο κοινό τους έργο. Η συγγενική μου σχέση μαζί τους λογικά αποδεικνύεται στο μυθιστόρημα που δουλεύω τα τελευταία χρόνια.

'Αρης Μαραγκόπουλος


Τελευταίο βιβλίο του Α. Μαραγκόπουλου είναι η αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας 
«Τα δεδομένα της ζωής μας» (Εκδ. Τόπος, 2015)

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
http://www.efsyn.gr/arthro/o-pikaso-einai-oli-i-zografiki-o-tzois-einai-oli-i-logotehnia
 3.12.2015