Οι 5 αξιοσημείωτες παρεμβάσεις του κ. Δραγασάκη.


Ο Γιάννης Δραγασάκης δεν είναι ένα τυχαίο κυβερνητικό στέλεχος. Είναι ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και η πολιτική του διαδρομή και εμπειρία διαβεβαιώνουν πως όταν αποφασίζει να μιλήσει δημόσια σε μια τόσο καθοριστική στιγμή, θέτοντας μάλιστα στο τραπέζι την ανάγκη συνεργασιών και συναίνεσης, είναι για να πει σημαντικά πράγματα που ο ίδιος θέλει να τα ακούσουν όλοι. Ίσως για να προϊδεάσει και να προειδοποιήσει, ή ακόμη και να προετοιμάσει.

Χθες με αφορμή την παρουσίαση ενός βιβλίου γνωστών ακαδημαϊκών (Π. Τσακλόγλου, Γ. Παγουλάτος, Γ. Οικονομίδης, Χ. Τριαντόπουλου και Α. Φιλιππόπουλος)  για το παραγωγικό μοντέλο στην Ελλάδα , επέλεξε να πει πολλά και να υπονοήσει ακόμη  περισσότερα: για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Ελλάδα «να προκύψει κάποιο απρόοπτο μεγάλο εξωγενές γεγονός», για την «ασύμμετρη διαπραγμάτευση» με τους δανειστές, για «τους ισχυρούς που μπορούν να ζήσουν αν δεν εισπράξουν τα δάνεια τους», για την ανάγκη να ανακτήσει η κυβέρνηση τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, και τέλος για την θέση του σχετικά με την «συναίνεση» η οποία συνίσταται στην θεωρία πως πλέον «κανένα κόμμα δεν μπορεί μόνο του»…

Τα περισσότερα από τα παραπάνω αποτελούν θέσεις που δεν έχουν ξανακουστεί δημοσίως από τον Γιάννη Δραγασάκη, και το ένα με το άλλο δένουν σαν μια αλυσίδα σε μια περίοδο υψηλών προσδοκιών, σημαντικών προκλήσεων και δύσκολων αποφάσεων.
Σε πολλούς ακούστηκαν σαν «πλατφόρμα» ή κάτι σαν ένα πολιτικό «σχέδιο Β», πάνω στην οποία επιχειρείται να χτιστεί ένα καινούριο αφήγημα την ώρα που τα πράγματα δυσκολεύουν για την κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να καταρρέει δημοσκοπικά κλείνοντας τον δεύτερο χρόνο στην εξουσία.

Το ενδιαφέρον είναι πως με τον τρόπο που εθίγησαν τα θέματα, ο Γ. Δραγασάκης εμφανίζεται να διαφοροποιείται αισθητά από την επίσημη κυβερνητική γραμμή η οποία συνίσταται στην «εξασφαλισμένη» επιτυχία του προγράμματος, και η οποία ως τώρα δεν έχει σε καμία περίπτωση ως φανερή προτεραιότητα την εθνική συνεννόηση και συναίνεση.

Το βέβαιο είναι πως οι απόψεις που διατύπωσε χθες το βράδυ ο Γιάννης Δραγασάκης μιλώντας (εκτός κειμένου) στο πολυάριθμο κοινό ακαδημαϊκών, πολιτικών, τραπεζιτών και επιχειρηματιών, ακούστηκαν αν μη τι άλλο «περίεργες». Και προκάλεσαν πολλά σχόλια και συζητήσεις μεταξύ των ακροατών και συμμετεχόντων που βρήκαν μια δύσκολη σπαζοκεφαλιά να λύσουν επιχειρώντας να ερμηνεύοντας τα όσα είπε ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
  1. Πέντε μήνες «διορία»
Η αναφορά του Γιάννη Δραγασάκη στο ότι «όλα όσα συνδέονται με τη διαπραγμάτευση είναι επιθυμητό και αναγκαίο να υλοποιηθούν το αργότερο μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του 2017», ενίσχυσε την εντύπωση πως επίκειται σημαντική καθυστέρηση στην αξιολόγηση και την συμφωνία για το χρέος.
Μέχρι τώρα ξέραμε ότι στόχος ήταν μια συμφωνία πακέτο ως το τέλος Δεκεμβρίου, με τους δανειστές να λένε ότι το παράθυρο ευκαιρίας κλείνει τον Φεβρουάριο, αλλά πλέον μιλάμε για διαδικασίες που μπορεί να διαρκέσουν μέχρι τον Μάιο στην καλύτερη περίπτωση.

Ο ίδιος για να αποδραματοποιήσει τα πράγματα, όπως είπε, διευκρίνισε πως αυτό είναι το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα για να ολοκληρωθούν όλα τα βήματα:

«Αν συμβούν στο πρώτο πεντάμηνο, προλαβαίνουμε το 2017 να γίνουν διάφορες πράξεις δανεισμού, να τεσταριστούν οι αγορές και το 2018 να λήξει το πρόγραμμα με την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου λογικά θα ανακοινωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος τα οποία σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχουμε συμφωνήσει θα έχουν ληφθεί μέχρι τον Μάρτιο. Η ΕΚΤ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι αν συμβούν αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί, η ίδια θα προχωρήσει στην ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση. Τον Απρίλιο του 2017 θα ανακοινωθεί ότι δεν υπάρχει θέμα κόφτη γιατί πετύχαμε τον στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα, άρα όλο αυτό το κλίμα θα είναι θετικό κλίμα για τις αγορές.

Αν δεν το πετύχουμε αυτό, δεν μπορούμε να πούμε ότι ήρθε η καταστροφή, αλλά θα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Οι διεθνείς εξελίξεις αποτελούν πηγή μεγάλης αβεβαιότητας. Αν λ.χ αλλάξει το μείγμα πολιτικής στις ΗΠΑ και τα επιτόκια αυξηθούν πολύ, θα πρέπει να δούμε τι θα κάνει η Ευρώπη σε αυτή την περίπτωση…»
  1. Οι ισχυροί αντέχουν, οι αδύναμοι όχι
Ποικίλες ερμηνείες προκάλεσε μια άλλη αναφορά-γρίφος του Αντιπροέδρου, σχετικά με το πώς θα προετοιμαστεί η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει το θέμα της αποπληρωμής των χρεών της στο πλαίσιο της σχέσης ισχυρού-αδύναμου με τους δανειστές της.

Όπως είπε χαρακτηριστικά: « πέραν της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, κάτι που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον είναι με ποιο τρόπο διαπραγματευόμαστε τα δικαιώματα μας ως κοινωνία και ως χώρα, στο πλαίσιο μιας σχέσης ασύμμετρης, όπου ο ισχυρός της σχέσης μπορεί να ζήσει ακόμη κι αν δεν εισπράξει τα δάνειά του, ο αδύνατος όμως δεν μπορεί να ζήσει αν δεν έχει δάνεια ή πρόσβαση στις αγορές κλπ. Το λέω αυτό ως ένα πρόβλημα του μέλλοντος και όχι ως ένα πρόβλημα του παρελθόντος».

Αναφερόμενος στη διαπραγμάτευση, είπε ότι «η σχέση με τους δανειστές και με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι μια  ασύμμετρη σχέση, δεν είναι ισότιμη. Επομένως δεν είναι σωστό να εκλαμβάνουμε ότι υπάρχει μια αυτόματη εναρμόνιση συμφερόντων. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε διαπραγμάτευση και λέμε ότι «στήθηκε» πολύ ή λίγο, είναι κάτι πλατύτερο. Γιατί αν θέλει να βρει κανείς κόστος στη διαπραγμάτευση, θα πρέπει να μετρήσει το κόστος της διαπραγμάτευσης με το κόστος της μη διαπραγμάτευσηςΕίχαμε και τα δύο σε αυτή τη χώρα»
  1. Ένα απρόοπτο μεγάλο εξωγενές γεγονός…
Ο Γ. Δραγασάκης αναφέρθηκε σε τρεις σοβαρούς παράγοντες αβεβαιότητας: Οι πρώτοι δύο αφορούν «στο αν θα συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και αν η ρύθμιση του χρέους θα είναι επαρκής ώστε η ΕΚΤ να τη θεωρήσει επαρκή για την ποσοτική χαλάρωση».

«Όλα αυτά είναι διαχειρίσιμα», εκτίμησε αφήνοντας όμως μια σειρά από ενδεχόμενα ανοιχτά. Ανέδειξε, όμως, έναν τρίτο παράγοντα που έδειξε να τον ανησυχεί ιδιαίτερα: «ένα απρόοπτο μεγάλο εξωγενές γεγονός το οποίο θα ανατρέψει προς το αρνητικό τα δεδομένα». Ο ίδιος δεν διευκρίνισε περαιτέρω τι είναι αυτό που φοβάται περισσότερο, αν δηλαδή προέρχεται από το μέτωπο των εθνικών θεμάτων, ή των εκτιμήσεων για τη διεθνή οικονομία και τις πολιτικές εξελίξεις. Επισήμανε,  όμως, πως «οι παγκόσμιες και ευρωπαϊκές εξελίξεις αποτελούν πηγή αυξημένης αβεβαιότητας που επιβάλουν το έγκαιρο κλείσιμο των ανοιχτών θεμάτων που εξαρτώνται από εμάς και τη θωράκιση της χώρας και της κοινωνίας έναντι απρόβλεπτων εξελίξεων».
  1. Ανάκτηση του ελέγχου των τραπεζών από την κυβέρνηση
Το άνοιγμα της συζήτησης για την ανάκτηση του ελέγχου του τραπεζικού συστήματος από την κυβέρνηση, όπως πρότεινε ο Γ. Δραγασάκης, ήταν μια από τις αναφορές του που συζητήθηκαν πολύ χθες. Είναι γνωστές από παλιά οι θέσεις του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης ότι το κράτος πρέπει να έχει ενισχυμένο μετοχικό και διοικητικό έλεγχο  στις τράπεζες, όπως γνωστές είναι και οι θέσεις του για το «παράλληλο τραπεζικό σύστημα» (σ.σ βλέπε Τράπεζα Αττικής), αλλά και οι διαφωνίες της κυβέρνησης για τον περιορισμένο παρεμβατικό ρόλο που έχει μέσω του ΤΧΣ. Όπως είπε χθες, μεσούσης της διοικητικής κρίσης στην Εθνική Τράπεζα, το σύστημα ελέγχου των τραπεζών πρέπει να αξιολογηθεί ξανά γιατί ελλοχεύουν κίνδυνοι για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος…
  1. Κανένα κόμμα δεν μπορεί μόνο του –Πολιτική συμμαχιών
Αν κάτι πυροδότησε πολύ μεγάλη συζήτηση από την τοποθέτηση Δραγασάκη,  ήταν η ιδιαίτερα θετική στάση του Αντιπροέδρου στην λογική των «συναινέσεων» που προβλήθηκε ιδιαίτερα χθες από τραπεζίτες (Καραμούζης) και ακαδημαϊκούς.

Η δήλωση του Γ. Δραγασάκη «κανένα κόμμα δεν μπορεί μόνο του» και ότι χρειάζεται «όχι απλώς συναίνεση αλλά κοινή δράση» ερμηνεύτηκε από άλλους ως προσκλητήριο στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ ενόψει των δύσκολων μέτρων που πρέπει να περάσουν από τη Βουλή, και από άλλους ως ένα ευρύτερο κάλεσμα για την επόμενη μέρα ή για το σενάριο που τα πράγματα δεν εξελιχθούν θετικά.

Όπως είπε χαρακτηριστικά: «δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, κυρίως όταν μιλάμε για το μέλλον. Μακάρι να έχουμε αντιπαραθέσεις περιεχομένου και ουσίας. Και όχι αυτό το γνωστό κλίμα που καμιά φορά ξεφτιλίζεται η πολιτική αντιπαράθεση. Εκείνο όμως το οποίο μπορούμε να αναπτύξουμε περισσότερο, είναι έχοντας τους διαφορετικούς προσανατολισμούς μας, να εντοπίσουμε σημεία κοινού ενδιαφέροντος στα οποία να έχουμε όχι απλώς συναίνεση αλλά κοινή δράση. Και αναφέρω το παράδειγμα των πρωτογενών πλεονασμάτων ώστε να μπορέσουμε να το θέσουμε ως εθνικό στόχο για να επιτύχουμε τη μείωση του.

Σε αυτή την ασύμμετρη σχέση κανένα κόμμα δεν μπορεί μόνο του. Ούτε η χώρα μπορεί μόνη της. Για εμένα η απάντηση είναι μια πολιτική συμμαχιών.  Και στην Ευρώπη και στον κόσμο».

24/11/2016
Bασίλης Γεώργας


http://www.liberal.gr/arthro/95845/politiki/2016/oi-5-axiosimeiotes-parembaseis-tou-k-dragasaki.html