Η «αποικιοποίηση» του δημόσιου από το ιδιωτικό.


Η ριζική ανασυγκρότηση του κράτους είναι η μεγάλη πρόκληση για κάθε κυβέρνηση, τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και μετά. Είναι εφικτό σήμερα, όμως, με τους δεδομένους καταναγκασμούς των μνημονίων να επιχειρηθεί μια τέτοια μεταρρύθμιση σε ρηξικέλευθη και προοδευτική κατεύθυνση;

Θα απαντήσω θετικά, υπό μία όμως απαρέγκλιτη –και ανεύρετη έως σήμερα– προϋπόθεση: η μεταρρύθμιση να είναι απόρροια μιας επεξεργασμένης στρατηγικής. Με άλλα λόγια να διαφοροποιηθεί πλήρως από τις μέχρι τώρα σπασμωδικές, αποσπασματικές και εμβαλωματικές επιλογές.
Μια τέτοια στρατηγική θα εκκινεί από έναν ολόπλευρο αναστοχασμό ως προς το πολιτικό-διοικητικό σύστημα που επικράτησε μετά την μεταπολίτευση. Θα καταλήγει δε σε στοχευμένες συγκρούσεις για μια συνολική αλλαγή παραδείγματος, ως προς την αντιμετώπιση των δομικών παθογενειών.
Τον πυρήνα αυτής της επιβαλλόμενης στρατηγικής θα τον ορίσω ως «διμέτωπο αντικαθεστωτισμό». Το θεμελιακό πρόβλημα του πολιτικού-διοικητικού μας συστήματος είναι ο βαθύτατος καθεστωτισμός που διαπερνά όλες τις πτυχές του.
Σταδιακά, χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη και χωρίς αιδώ, για να παραφράσουμε τον ποιητή, γύρω από το θεσμικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης χτίστηκαν πανύψηλα καθεστωτικά τείχη. Όχι μόνο το απομόνωσαν από τη νομιμοποιητική του βάση, που είναι η λαϊκή κυριαρχία, αλλά και υπέθαλψαν στο εσωτερικό του όλες τις παθογένειες που είδαμε να εκδηλώνονται ανάγλυφα στην σημερινή κρίση.

Οι δύο καθεστωτισμοί

Αυτές τις παθογένειες μπορούμε να τις κατατάξουμε σε δύο βασικές κατηγορίες:
Η πρώτη κατηγορία, συνδέεται με αυτό που θα λέγαμε κρατικό-οικονομικό κατεστημένο. Πρόκειται για τα προκλητικά  προνόμια και τις πολυειδείς καθεστωτικές νοοτροπίες και πρακτικές που απορρέουν από τις εξουσιαστικές παρεκτροπές κορυφαίων πολιτικών-διοικητικών θεσμών.
Ιδίως από τις υπόγειες –και συνήθως αθέμιτες– συναλλαγές του πολιτικού προσωπικού με ποικίλα οικονομικά και μιντιακά συμφέροντα, στο πλαίσιο της διαβόητης πλέον διαπλοκής. Μιας διαπλοκής που έχει έντονο ελληνικό χρώμα, με την έννοια της ιδιαιτερότητας.
Στην πραγματικότητα δεν αφορά, όπως σε άλλες χώρες του ορθολογικού καπιταλισμού, την αθέμιτη συναλλαγή δύο διαφορετικών –διακριτών και σχετικά αυτόνομων– τομέων, του κρατικού και του ιδιωτικού. Αφορά την «αποικιοποίηση» του δημοσίου από ένα ιδιότυπο οικονομικό παρακράτος, που αναπτύχθηκε παρασιτικά γύρω του και εξακολουθεί να το απομυζά ποικιλοτρόπως.
Διαμορφώθηκε έτσι, συν τω χρόνω,  ένα πολύπλοκο και αυτοτροφοδοτούμενο κρατικό-οικονομικό εξουσιαστικό σύμπλεγμα, το οποίο μπλοκάρει κάθε μη ελεγχόμενη από αυτό αλλαγή. Είναι αυτό που χρωματίζει κατά ένα τρόπο μοναδικό –και άκρως αποκαρδιωτικό– τη λειτουργία του πολιτικού-διοικητικού συστήματος. Ο κρατικός-οικονομικός «καθεστωτισμός» της κορυφής αμαύρωσε την κυβερνητική θητεία τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ.
Η δεύτερη κατηγορία, διόλου αμελητέα, μπορούμε να την ονομάσουμε κοινωνικό-πολιτικό «καθεστωτισμό». Αφορά τις παθογένειες του συνόλου σχεδόν των διαμεσολαβητών του πολιτικού-διοικητικού συστήματος (κομμάτων και συνδικάτων). Εκδηλώνεται με νοοτροπίες και πρακτικές που αναπαράγουν τον πελατειακό κρατισμό, τον συντεχνιασμό και τον λαϊκισμό.
Αυτός ο «καθεστωτισμός», διανθισμένος με ισχυρές δόσεις αριστερισμού και εργατισμού, ενυπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ, παρά την απόσχιση των εκφραστών της χειρότερης εκδοχής του. Αποτελεί, ίσως, την σημαντικότερη τροχοπέδη του.

Διμέτωπη ρήξη

Για να είναι, λοιπόν, όντως προοδευτική μια μεταρρυθμιστική πρόταση για το κράτος πρέπει απαρεγκλίτως να ενταχθεί σε μια στρατηγική διμέτωπης ρήξης. Ρήξης που θα στοχεύει στην ανατροπή των πάσης φύσεως κατεστημένων νοοτροπιών και πρακτικών που έχουν στοιχειώσει στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού-διοικητικού συστήματος.
Στο σημείο αυτό απαιτείται μια περαιτέρω διευκρίνιση. Οι προτάσεις αυτές πρέπει να είναι ριζοσπαστικές και καινοτόμες. Σε καμία όμως περίπτωση δεν πρέπει να οδηγούν στο να πεταχτεί, μαζί με τα απόνερα του καθεστωτισμού, και το παιδί, δηλαδή οι πολύτιμες κατακτήσεις του παγκόσμιου δημοκρατικού και προοδευτικού κινήματος.
Ειδικότερα, η ρήξη με τον κρατικό-οικονομικό καθεστωτισμό δεν πρέπει με κανένα τρόπο να οδηγεί σε μια λογική απόρριψης και της ίδιας της  Δημοκρατίας. Αυτό συμβαίνει προεχόντως με την ολοκληρωτική ιδεολογία της Χρυσής Αυγής, αλλά και με ποικίλες άλλες «αντισυστημικές» αντιλήψεις που καλλιεργούνται τελευταία, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος.
Επίσης, δεν πρέπει να συνεπάγεται ούτε τον έμμεσο στιγματισμό κάθε είδους επιχειρηματικότητας και γενικότερα  ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας. Στο ορατό μέλλον τουλάχιστον, η προτεραιότητα για τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις δεν είναι –και δεν μπορεί να είναι– η ανατροπή της οικονομίας της αγοράς. Πρέπει να είναι ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχός της. Έλεγχος που καθίσταται ολοένα και δυσκολότερος στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής κρίσης.
Η ρήξη με τον λαϊκισμό, τον πελατειακό κρατισμό και τον συντεχνιασμό, δηλαδή με τις παρεκτροπές που συνθέτουν τον κοινωνικοπολιτικό καθεστωτισμό,  δεν πρέπει επουδενί να ταυτισθεί με αντιλήψεις και πρακτικές που οδηγούν σε παράλληλη άρνηση του λαού, του δημόσιου χώρου και του συνδικαλισμού.
Μια τέτοια αντίληψη εκπορεύεται από ποικιλώνυμους φορείς δήθεν αντιλαϊκιστικών, αλλά στην πραγματικότητα ολιγαρχικών αντιλήψεων. Αυτή όχι μόνον αμφισβητεί τους πλέον κρίσιμους θεσμικούς πυλώνες της σύγχρονης δημοκρατίας αλλά και υπονομεύει τα μόνα αποτελεσματικά πολιτικά αντίβαρά της απέναντι στην καταθλιπτική κυριαρχία των αγορών…
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ
13/5/2017