Η σκοτεινή όψη της «ποσοτικής χαλάρωσης».




Ενώπιον του κινδύνου της συρρικνούμενης ρευστότητας στις ευρωπαϊκές οικονομίες, εμπνεόμενη από την αντίστοιχη επιλογή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, η ΕΚΤ, με πρόεδρο τον Μάριο Ντράγκι, έχει καταφύγει από το 2012 στην πολιτική της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης. Εξασφαλίζει έτσι την απαιτούμενη και πολύτιμη ρευστότητα κίνησης με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος χρήματος.

Από αυτήν την πολιτική, που αποδοκιμάζει έντονα και με κάθε τρόπο το Βερολίνο, η Γερμανία βγαίνει η πρώτη επωφελούμενη χώρα. Οι πιστώσεις χαμηλού κόστους της ΕΚΤ κατανέμονται μεταξύ των χωρών-μελών όχι ανάλογα με τις συγκυριακές πραγματικές ανάγκες τους, αλλά σε αναλογία με το ποσοστό συμμετοχής τους στα κεφάλαια της ΕΚΤ. Με άλλα λόγια, οι ήδη ανταγωνιστικές και πλεονασματικές χώρες απολαμβάνουν την μερίδα του λέοντος, ενώ οι ελλειμματικές και κατά συνέπεια αυτές που βρίσκονται σε πιο επείγουσα ανάγκη, δεν απολαμβάνουν παρά μόνον κάποια ψίχουλα.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα παραμένει εκτός ποσοτικής χαλάρωσης, υπό το πρόσχημα της υπερχρέωσής της και ουσιαστικά της μη βιωσιμότητας του χρέους της. Όμως, εάν οι χώρες που έχουν επείγουσες ανάγκες αποκλείονται από το πρόγραμμα της ΕΚΤ εξ αιτίας του μεγέθους των αναγκών τους, τότε εύλογη είναι η ερώτηση: σε τι άραγε χρησιμεύει η ποσοτική χαλάρωση, όταν εξασφαλίζει πρόσθετη ρευστότητα στις χώρες που δεν έχουν τόση ανάγκη, ενώ ταυτόχρονα την αρνείται σε αυτές που την έχουν πραγματική ανάγκη;

Ποιος είναι, τελικά, ο ρόλος της ΕΚΤ;

Σύμφωνα με την γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblat, η Γερμανία είχε αποσπάσει από την ποσοτική χαλάρωση περισσότερα από 30,5 δισ. ευρώ στην διάρκεια των ετών 2012-2015. Αυτό της επιτρέπει να εμφανίζει ένα ετήσιο δημοσιονομικό πλεόνασμα 18,5 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, εάν η ΕΚΤ δεν προμηθεύει ρευστότητα παρά μόνον στις χώρες που δεν την χρειάζονται, αυτό σημαίνει ότι η ίδια δεν λειτουργεί ως «τελικός πιστωτής» στην νομισματική περιοχή του ευρώ. Αντιθέτως, συμπεριφέρεται ως απλή εμπορική τράπεζα, που άγεται και φέρεται από τις εκτός ελέγχου κινήσεις των αγορών. Αντί να τις ελέγχει, ώστε να προστατεύει τις χώρες-μέλη, απλώς παραδίδεται σε αυτές. Δίδει ρευστότητα σε όσες έχουν ήδη πλεονάζουσα, ενώ σε όσες έχουν έλλειμμα ρευστότητας δεν δίδει τίποτα.

Ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ Γενς Βάιντμαν διευκρινίζει, καλύτερα από κάθε άλλον την γερμανική αντίληψη για την ΕΕ: η Ευρώπη δεν πρέπει και δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα ενιαίο σύνολο, αλλά μάλλον ως μια πρόσθεση ισορροπημένων και ισχυρών χωρών σε εθνικό επίπεδο και ανταγωνιστικών σε διεθνές (Le Monde 20/9/16).

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σταθεροποιητικές μεταβιβάσεις πόρων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών θα πρέπει να αποκλείονται, ακόμη και εάν πρόκειται για την στήριξη χωρών που περιέρχονται σε δυσκολία. Κατ’ αυτόν, κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την απαιτούμενη δημοσιονομική πειθαρχία κάθε χώρας μέλους.

Ο μεγάλος χαμένος

Ωστόσο, εάν η συνταγή του Βάιντμαν ισχύει, τότε σε τι χρειάζεται ένα κοινό νόμισμα, αφού αυτό, χωρίς την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, προορίζεται μοιραία να διευρύνει τις μεταξύ τους αποκλίσεις; Εάν εξ ορισμού αποκλείεται η αλληλεγγύη ανάμεσα στους κερδισμένους και στους χαμένους, αυτό θα σήμαινε ότι το κοινό νόμισμα δεν οδηγεί σε ενοποίηση της Ευρώπης, αλλά σε περαιτέρω πολυδιάσπαση της.

Σε κάθε περίπτωση, η λιτότητα που η Γερμανία επιβάλλει στους εταίρους της από το 2010 μπορεί να διασώζει την ίδια, αλλά δεν βελτιώνει καθόλου την λειτουργία της Ευρωζώνης ως σύνολο. Αντιθέτως, οξύνει και εντείνει τις αποκλίσεις μεταξύ των χωρών-μελών. Ο απολογισμός της γερμανικής Ευρώπης συνοψίζεται στην διόγκωση των αποθηκευμένων πλεονασμάτων για την Γερμανία και στην επιδείνωση της ύφεσης για τους εταίρους της.

Στην περίοδο 2010-2016, το κοινό νόμισμα, όπως μέχρι σήμερα λειτουργεί αποβαίνει ένας παράγων πρόσθετης αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης. Ωστόσο, εάν κάποτε η νομισματική περιοχή διαρρηχθεί, λόγω των σαρωτικών συνεπειών της λιτότητας σε περίοδο ύφεσης, ο μεγαλύτερος χαμένος κινδυνεύει να αποβεί η ίδια η Γερμανία, η όποια επί του παρόντος εμφανίζεται ως η κυρίως εξ αυτού επωφελούμενη.

 Κώστας Βεργόπουλος 


  3 Νοεμβρίου 2017