Ο όρος «Βλάχος» και μια ιστορική αναδρομή.


Το πρόσωπο της ημέρας είναι σήμερα στα social media ο Πέτρος Κωστόπουλος, οποίος κατά δήλωσή του μας… «ξεβλάχεψε» με τα περιοδικά του.

Δοθείσας αφορμής, ας διευκρινίσουμε λοιπόν τον όρο «Βλάχος» με τα λόγια του ρωμανιστή - βαλκανιολόγου Δρ. Αχιλλέα Λαζάρου.

Η πιο κοινή ερμηνεία είναι αυτή του κτηνοτρόφου, του ορεσίβιου βοσκού και του χωριάτη. Υπάρχει βεβαίως και αυτή η έννοια. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, προφέροντας τη λέξη "Βλάχος", εννοούμε τον Λατινόφωνο, τον υπήκοο του Ρωμαϊκού κράτους που χρησιμοποίησε τη Λατινική γλώσσα, και συγκεκριμένα τον δίγλωσσο Έλληνα της Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας και διασποράς που στα νεοελληνικά έχει επικρατήσει σαν Βλάχος (Αρωμούνος,) ενώ ο ίδιος στα Βλάχικα αυτοαποκαλείται Αρμάνος. Τηρουμένων των αναλογιών οι Βλάχοι της Ελλάδας είναι σαν τους Ουαλούς των Βρετανικών νησιών και σαν τους Βαλλόνους του Βελγίου (ντόπιοι που εκλατινίσθηκαν δηλαδή).

Διαβάστε επίσης

Οι πιο πιθανές ρίζες της λέξης Βλάχος είναι οι παρακάτω:

1. Από την παλαιοσλαβική λέξη ¨vlah¨ που σημαίνει ξένος, αλλοεθνής, όχι Σέρβος αλλά λατινόφωνος.

2. Από την Γερμανική λέξη ¨Walechen¨ που επίσης σημαίνει ξένος, μη Γερμανός αλλά λατινόφωνος.

3. Από τον αιγυπτιακό όρο "φελάχ"(=αγρότης), αυτόν δηλαδή που ασχολείται με γεωργικές εργασίες.

4. Από την λέξη ¨Volcae¨, μία κέλτικη φυλή η οποία συνόρευε με τα γερμανικά φύλλα, και με αυτό το όνομα οι Γερμανοί αποκαλούσαν οποιονδήποτε λατινόφωνο.

5. Από την συνένωση των λέξεων valles (βάλε=κοιλάδα) και aqua (άκουα=νερό) δείγμα της ενασχόλησης των βλάχων με την κτηνοτροφία και την φροντίδα των ζώων. Σαν ποιμενικός λαός δηλαδή τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσαν φροντίζοντας τα ζώα τους κοντά στο (απαραίτητο) νερό.

6. Προέλευση από την αρχαιο-ελληνική λέξη ¨Βληχή¨: Μία πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή είναι ότι η λέξη Βλάχος είναι ίσως εξέλιξη της αρχαιοελληνικής λέξης ¨βληχή¨ παράγωγη του ρήματος Βληχάομαι-βληχωμαι (με περισπωμένη) που θα πει βελάζω. Από το ουσιαστικό ¨βληχή¨ (δωρικά ¨βλαχά¨) της δωρικής διαλέκτου ίσως προήλθε η λέξη βλάχα. Φυσικά ο άνθρωπος δε βελάζει, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ο κτηνοτρόφος Βλήχος ή Βλάχος μιμείται το βέλασμα του προβάτου, και με αυτό τον τρόπο το καλεί όταν χάσει ένα από το κοπάδι.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο όρος υπήρχε πολύ πριν την αττική διάλεκτο, και μάλιστα υπήρχε αυτούσιος στους αρχαίους συγγραφείς μας. Οπότε κάθε αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την επακριβή λέξη 2.000 – 2.500 χρόνια πριν, και να αναρωτηθεί μήπως Βλάχοι προβατοτρόφοι πήγαν από την Νότια Ελλάδα προς τον Βορρά και πήραν μαζί τους τον όρο. Γιατί η πιθανότητα να ήρθε ακριβώς η ίδια λέξη από αλλού είναι μάλλον αρκετά δύσκολο να συνέβη.

Η εκλατίνιση των κατακτηθέντων λαών κατά την εξάπλωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά αποδεδειγμένη, και πιστεύω ότι αποτελεί το σημείο κλειδί στην ιστορία των Βλάχων.

Οι πρώτοι στο χώρο των Βαλκανίων που εκλατινίζονται συναντώνται στην σημερινή Βόρεια Ήπειρο. Είναι η πρώτη φορά που ο Ελληνισμός της Αδριατικής δέχεται την πίεση των Ιλλυριών (ο λαός που ζούσε πάνω από τον Γεννούσο ποταμό – περίπου στην σημερινή Βόρεια Αλβανία-), και πρώτοι οι Κερκυραίοι (γύρω στο 229 π.Χ.), ζητούν την βοήθεια των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι έρχονται για βοήθεια αλλά έχουν προβλήματα με τους Καρχηδόνιους και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους Ιλλυριούς, οπότε ζητούν την βοήθεια των Ελλήνων της σημερινής Βόρειας Ηπείρου καθώς και των Ελληνικών πόλεων που βρίσκονται κατά μήκος των Αδριατικών ακτών, αλλά για να γίνει η στρατιωτική συνεννόηση, επιβάλλεται να χρησιμοποιούν την Λατινική γλώσσα, η οποία έκτοτε έγινε απαραίτητο εργαλείο διοικητικών επικοινωνιών και δημοσίων σχέσεων.

Συμπερασματικά μετά και την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ., ο εκεί Ελληνισμός χρησιμοποιείται σε δημόσιες θέσεις καθώς και για την φρούρηση των συνόρων από βορειότερους εισβολείς, και έτσι επέρχεται κατά νησίδες και ζώνες μία σταδιακή διγλωσσία στον Βορειοελλαδικό χώρο που επιβιώνει διαμέσου των αιώνων σε αυτό που εμείς σήμερα λέμε «Βλάχοι». Η τακτική των Ρωμαίων άλλωστε σε όλες τις χώρες που κατακτούσαν, ήταν να συγκροτούν πρώτα στρατό και μετά δημόσιες υπηρεσίες. Μα και για το ένα και για το άλλο, χρησιμοποιούσαν -πολύ έξυπνα- μόνο ντόπιους, πλαισιωμένους από υψηλόβαθμους Ρωμαίους. Σε εποχές και μέρη όμως με υψηλό φρόνημα αντίστασης, οι Ρωμαίοι συγκροτούσαν και ένοπλα τμήματα με σκοπό αφ’ ενός την διατήρηση της τάξης στην περιοχή, αφ ‘ετέρου δε την διατήρηση της ελεύθερης επικοινωνίας στους δρόμους και προπαντός στις διαβάσεις των βουνών όπου και τα πιο ανυπότακτα στοιχεία. Αυτές οι στρατιωτικές ομάδες συγκροτούνταν από ντόπιους άντρες -οι οποίοι σαν αντάλλαγμα έπαιρναν κάποια χωράφια- και οι οποίοι αποκαλούνταν ¨armati¨ (αρμάτι), όρο που οι Βλαχόφωνοι στο πέρασμα των αιώνων έκαναν ¨αρμάτουλου¨ και ¨αρματόλι¨, τα οποία αργότερα ελληνοποιήθηκαν στα ¨αρματολός¨ και ¨αρματολοί¨. Είναι εξακριβωμένο ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ντόπιους Έλληνες ως φρουρούς, γιατί ούτε περίσσευμα δυνάμεων είχαν, ούτε την πρόκληση ή ενόχληση του ντόπιου πληθυσμού ήθελαν.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω την άποψη του Μιχαήλ Χρυσοχόου ο οποίος ήταν αξιωματικός και χαρτογράφος του στρατού, και ο οποίος με την ιδιότητα του χαρτογράφου μελέτησε την μορφολογία της οροσειράς της Πίνδου, και τα παλιά τοπωνύμια και τις παραδόσεις των χωριών. Επίσης του είχε κάνει εντύπωση πως όλες οι εγκαταστάσεις των Βλάχων ήταν στην Πίνδο και στον Βαρνούντα. Το συμπέρασμα και αυτού ήταν ότι η πρώτη διαμόρφωση του λαού των Βλάχων προήλθε από τις οροφυλακές τις οποίες εγκατέστησαν οι Ρωμαίοι. Παρατηρεί ότι η οροσειρά της Πίνδου χωρίζει την Μακεδονία και την Θεσσαλία προς τα ανατολικά, και την Ιλλυρία και την Ήπειρο προς τα δυτικά. Η Πίνδος δηλαδή ήταν ένας κεντρικός κόμβος και μπορούσε κανείς να ελέγξει άνετα κάθε κίνηση από το ανατολικό στο δυτικό τμήμα και αντίστροφα. Η οροσειρά αυτή είναι παράλληλη προς την ανατολική ακτή του Αδριατικού πελάγους και αποτελεί μία «αμυντική γραμμή πρώτης τάξεως», την σημασία της οποίας είχαν αντιληφθεί οι Ρωμαίοι γι αυτό και θέλησαν να γίνουν οι κυρίαρχοί της.

Με τον τρόπο που περιέγραψα η γλώσσα των Ρωμαίων (η γλώσσα των λεγεωνάριων) εξαπλώθηκε από την Ουαλία και την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι και τα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Όσοι εκλατινίστηκαν την εποχή αυτή δέχτηκαν τους επόμενους αιώνες επιδρομές από νέους κατακτητές (Σλάβους, Γερμανούς, Άραβες), στις γλώσσες τους εισήχθησαν νέες λέξεις και έτσι τελικά φτάσαμε στη διαμόρφωση των σύγχρονων γλωσσών όπως η ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική, ελβετική, ρουμανική, αρωμανική. Η εκλατίνιση των πληθυσμών της Βαλκανικής κράτησε από το 167 π.Χ. μέχρι και το 397 μ.Χ. δηλ. μέχρι την εποχή του διαχωρισμού του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από το Δυτικό, τα δε λατινικά παρέμειναν η πρώτη επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ηρακλείου.

Έτσι πιστεύεται ότι διαμορφώθηκε δηλαδή η βλάχικη γλώσσα, η οποία γεννήθηκε στην ραχοκοκαλιά της Πίνδου, για να καταλήξει σαν μία δεύτερη φτωχότερη γλώσσα η οποία χρησιμοποιούνταν μόνο ενδο-οικογενειακώς, ενώ η πλουσιότατη Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνταν στις έξω συναλλαγές καθώς επίσης και στα συγγράμματα.

Ο πρώτος μεγάλος Νεοέλληνας ιστορικός Κων. Κούμας (που ήταν Βλάχος από την Λάρισα) γράφει στον 12ο τόμο των «Ιστοριών των ανθρώπινων πράξεων» τα εξής: «Η Ιλλυρία απεκαταστάθη Ρωμαϊκή επαρχία το 219 προ Χριστού. Η Μακεδονία και η Ήπειρος το 167, μετ’ ολίγον η Ελλάς. Εξ (6) περίπου εκατονταετηρίδας, εως ου ήρχισε να πίπτη η δύναμις της Ρώμης, όλη η σήμερον ονομαζόμενη Ευρωπαϊκή Τουρκία (εννοεί την Βαλκανική και την Ρουμανία) έγεμεν από στρατεύματα Ρωμαϊκά, επάρχους και άρχοντας Ρωμαίους. Αποτέλεσμα ταύτης της μακροχρονίου επιμιξίας ήτο, ότι Μακεδόνες, Θετταλοί, Έλληνες έμαθαν την γλώσσα των νικητών, και πολλοί έχασαν τη δική των…Οι κάτοικοι χωρίων και κοιλάδων ανέμιξαν τας εγχωρίους γλώσσας των με την ρωμαϊκήν και ούτω κατασκεύασαν ανάμικτον τι παραμόρφωμα, σωζόμενον εισέτι εις πολλά μέρη της Μακεδονίας, Ηπείρου Θετταλίας και Ελλάδος. Όλοι ούτοι οι λαοί ονομάζονται με κοινόν όνομα Βλάχοι.» Και συνεχίζει ο Κούμας: «εν γένει οι Βλάχοι συμπεριφέρονται αδελφικώς με τους Γραικούς ως Γραικοί και δεν δείχνουν ούτε εκείνοι ούτε ούτοι καμμίαν εθνική διαφοράν προς αλλήλους, καθώς και τω όντι είναι αμφότεροι οι λαοί μιας πατρίδος τέκνα». Το κείμενο αυτό γράφηκε το 1832, όταν τα εθνικιστικά πάθη στην Βαλκανική χερσόνησο ήταν άγνωστα, και συνεπώς δεν υπηρετούν καμιάς μορφής προπαγάνδα.

Κατά την Τουρκοκρατία οι Βλάχοι εμφανίζονται ως ένας άρτια συγκροτημένος πληθυσμός. Είναι υπό την προστασία της Βαλιντέ σουλτάνας (δηλαδή της μητέρας του Σουλτάνου), γεγονός που τους εξασφαλίζει σχετική ανεξαρτησία με καταβολή ασήμαντου σχετικά φόρου. Φτιάχνουν τα περίφημα τσελιγκάτα (πρωτοπόροι αυτόνομοι κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί), τα αρματολίκια, τους βρίσκουμε κτηνοτρόφους, αγωγιάτες, βιοτέχνες, τεχνίτες κι εμπόρους. Κατά τον 16ο - 17ο αι. μ.Χ. οργανώνονται αρκετές βλάχικες κοινότητες οι οποίες και ακμάζουν πάρα πολύ (Μέτσοβο, Καλλαρύτες, Ζαγόρι). Από όλες αυτές ιδιαίτερη σημασία έχει η πόλη της Μοσχόπολης (ή Βοσκόπολης), κοντά στη σημερινή Κορυτσά, όπου ιδρύεται και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο γύρω στα 1730, ιδρύεται η Νέα Ακαδημία του Πλάτωνα, και λειτουργεί τυπογραφείο όπου τυπώνονται τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αδελφοί Ορλώφ εκεί πηγαίνουν για να ξεσηκώσουν τους υπόδουλους Έλληνες και όχι στην ανύπαρκτη τότε τούρκικη Αθήνα. Ο πληθυσμός της Μοσχόπολης τότε έφθανε τις 60.000 ψυχές, είχε 22 ορθόδοξες εκκλησίες, και ήταν σημείο αναφοράς σε όλη την Βαλκανική.

Επίσης σημαντικές είναι οι κοινότητες της Βουδαπέστης και της Βιέννης οι οποίες αποτέλεσαν ελληνικά κέντρα και φυτώρια της ελληνικής παιδείας. Κατά τον 18ο αι. μ.Χ. με την ανάπτυξη του εμπορίου πολλοί Βλάχοι μεταναστεύουν στις Ρωσία, Ουγγαρία, Αυστρία, Σερβία και φυσικά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Βλαχία, Μολδαβία, οι οποίες το 1859 ενώνονται για να φτιάξουν τη σύγχρονη Ρουμανία), οι οποίες την εποχή εκείνη είναι ημιαυτόνομες περιοχές.

Εκεί οι Βλάχοι αποτελούν την αστική τάξη μαζί με τους Φαναριώτες (επιφανείς Έλληνες από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης που αποτελούν την άρχουσα τάξη).

Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες γλώσσα της διοίκησης, των κοινωνικών σχέσεων, της αστικής τάξης και γενικότερα γλώσσα της διαβαλκανικής συνεννοήσεως είναι η ελληνική. Η δε προσφορά της ελληνορθόδοξης παιδείας στη διαμόρφωση του εκεί πληθυσμού είναι τόσο σημαντική (με σχολεία, Έλληνες λόγιους, ελληνικά βιβλία) ώστε ουσιαστικά την εποχή εκείνη δεν γίνονταν διάκριση ανάμεσα σε ντόπιους Μολδαβούς και Έλληνες.

Η άνθηση αυτή των Βλάχικων κοινοτήτων διακόπτεται με τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη δημιουργία των εθνικών κρατών που βρίσκει τους Βλάχους διασκορπισμένους σε όλη την βαλκανική. Όπως είναι γνωστό, η διάχυση των πληθυσμών σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο είχε τέτοια έκταση, ώστε στάθηκε αδύνατο να συμπεριλάβουν τα νέα κράτη μόνο ομοεθνείς πληθυσμούς, με τα γνωστά αποτελέσματα των ατέλειωτων πολέμων και τις ανταλλαγές πληθυσμών που ζούμε μέχρι και σήμερα.

Οι Βλάχοι από τη μεριά τους δεν προσπάθησαν να δημιουργήσουν το δικό τους εθνικό κράτος και αυτό πιστεύω ότι αποδεικνύει το ότι ποτέ δεν ένιωσαν ότι ήταν μία ξεχωριστή εθνότητα. Αντίθετα οι επιφανείς Βλάχικες οικογένειες υποστήριξαν με κάθε τρόπο τα ελληνικά συμφέροντα. Τελικά η χάραξη των συνόρων διαμοιράζει τους Βλάχους σε 4 διαφορετικά κράτη, στην Ελλάδα, στην Αλβανία, στη Σερβία και στη Ρουμανία.

Συμπερασματικά, κοιτώντας την πολυκύμαντη ιστορία των Βαλκανίων, την ονομαζόμενη και "πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης", το μόνο σίγουρο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι εδώ και εκατοντάδες χρόνια οι Βλάχοι είναι κάτοικοι της Βαλκανικής, ανήκαν στη Βυζαντινή και μετέπειτα Οθωμανική αυτοκρατορία, ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, μιλούσαν ένα λατινικό ιδίωμα αλλά ανέκαθεν είχαν ελληνική συνείδηση, εκκλησιάζονταν και μορφώνονταν στα Ελληνικά.

  Δημήτρης Γ. Τσούτσας


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ:

17/4/2018