Διαβάζοντας την «παλέτα» των αρχαίων.

Χρυσελεφάντινο άγαλμα του Απόλλωνα (λεπτομέρεια), περίπου 560 π.Χ., 
Δελφοί, Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το βιβλίο του Δημήτρη Πλάντζου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καπόν με τίτλο «Η τέχνη της ζωγραφικής στον αρχαιοελληνικό κόσμο» αναφέρεται σε ένα θέμα που πολύ σπάνια ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο της εξειδικευμένης έρευνας για να απευθυνθεί σε ευρύτερα στρώματα αρχαιοφίλων.

Το βιβλίο αποτελείται από 360 σελίδες, εικονογραφείται με 334 εικόνες και οργανώνεται σε οκτώ κεφάλαια. Από τα πολλά και ποικίλα θέματα που θίγει, θα σταθώ ιδιαιτέρως σε μερικά καλλιτεχνικά, ιστορικά, και πολιτιστικά ζητήματα, που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΝΤΖΟΣ
Η τέχνη της ζωγραφικής
στον αρχαιοελληνικό κόσμο
εκδ. Καπόν, σελ. 360

Στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Η μελέτη της αρχαιοελληνικής ζωγραφικής», παρουσιάζονται οι αρχαίες πηγές για το θέμα. Οι περισσότερες πληροφορίες που φτάνουν ώς εμάς για ζητήματα της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου προέρχονται από μεταγενέστερες εποχές, κυρίως από τη ρωμαϊκή. Το ίδιο ισχύει και για την αρχαιοελληνική ζωγραφική, σημαντικότερη πηγή της οποίας είναι ο Πλίνιος, Λατίνος συγγραφέας του 1ου αι. μ.Χ. Στο μεγάλο έργο του με τίτλο «Φυσική Ιστορία», που είναι μια εγκυκλοπαίδεια της εποχής, και συγκεκριμένα στο 35ο βιβλίο, αφιερώνεται ένα κεφάλαιο για τη ζωγραφική, με τη μορφή μιας σύγχρονης ιστορίας της τέχνης. Ο Πλίνιος αναφέρει ονόματα μεγάλων καλλιτεχνών με τη συμβολή του καθενός και την περίοδο της σταδιοδρομίας του, ασχολείται με τα υλικά της ζωγραφικής, περιγράφει πάμπολλες ανεκδοτολογικές ιστορίες για τους μεγάλους καλλιτέχνες και πολλά άλλα.

Ο Πλάντζος αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και σε όλο το βιβλίο τις πληροφορίες που παρέχει ο Πλίνιος. Λιγότερες, αλλά σημαντικές πληροφορίες αντλούνται εμμέσως από τα έργα του περιηγητή Παυσανία, του αρχιτέκτονα Βιτρούβιου, του σοφού Πλουτάρχου, του σοφιστή Φιλόστρατου, του Ρωμαίου ρήτορα Κοϊντιλιανού αλλά και από πολλά άλλα φιλοσοφικά έργα, όπως π.χ. τα πλατωνικά, λόγω του ότι στις σωκρατικές συζητήσεις για την έννοια του ωραίου συχνά εμπλέκονταν ζητήματα τέχνης και αισθητικής.

Οι μέθοδοι

Στο ίδιο κεφάλαιο αναλύονται και οι τεχνικές της αρχαίας ζωγραφικής (ξηρογραφία, νωπογραφία και εγκαυστική), καθώς και οι χρωστικές ουσίες και οι προελεύσεις τους από όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Για τα τεχνικά αυτά θέματα αρκετά νέα στοιχεία έχουν προκύψει από μελέτες των τελευταίων χρόνων, που έγιναν με τη χρήση σύγχρονων φυσικοχημικών μεθόδων ανάλυσης των χρωμάτων. Και ο Πλάντζος παρακολουθεί στο βιβλίο τα ζητήματα αυτά με την ίδια ικανότητα και εμβρίθεια που παρουσιάζει στις θεωρητικές προσεγγίσεις του. Επίσης, αναφέρεται στο φαινόμενο της πολυχρωμίας στην αρχαία ελληνική τέχνη γενικότερα, και ιδίως στη γλυπτική, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, και σε ένα χωρίο των «Εικόνων» του ευφυέστερου των αρχαίων συγγραφέων, του Λουκιανού.

Boscoreale, Επαυλη Φαννίου Συνίστορος. Δωμάτιο Η΄, ανατολικός τοίχος.

Ακολουθεί μία ενότητα που τιτλοφορείται «Η αναπαράσταση και οι μηχανισμοί της», με την οποία ο συγγραφέας προσπαθεί να μας μυήσει στον τρόπο ανάγνωσης των εικόνων από τον σύγχρονο παρατηρητή. Εδώ διδασκόμαστε πώς μπορεί να ερμηνευθεί από τη σύγχρονη έρευνα ένα από τα εγγενή στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τέχνης, η αφηγηματικότητα.

Το 2ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Οι λησμονημένοι πρόδρομοι». Η μνημειακή ζωγραφική στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού και ασχολείται με τα πρωτοκυκλαδικά ειδώλια και με τις τοιχογραφίες των κρητομυκηναϊκών ανακτόρων και της Θήρας. Και στο κεφάλαιο αυτό, ο συγγραφέας υιοθετεί συμπεράσματα της τελευταία σχετικής έρευνας, ώστε να μας παραδώσει μια συνοπτική, αλλά έγκυρη εικόνα μιας τεράστιας περιόδου της «προϊστορικής» ζωγραφικής στον ελλαδικό χώρο.

Το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου επιγράφεται «Πρώιμη ελληνική ζωγραφική» και αναφέρεται στη ζωγραφική του 7ου και του 6ου αι. π.Χ., όπου παρουσιάζονται διεξοδικά οι εκφάνσεις της μνημειακής ζωγραφικής των αρχαϊκών χρόνων, και ερευνάται η συνάφεια της «μεγάλης» ζωγραφικής με τη σύγχρονή της τέχνη της αγγειογραφίας.

Η ζωγραφική του 5ου αι. και οι μεγάλες της κατακτήσεις, αποτελούν το αντικείμενο του 4ου κεφαλαίου του βιβλίου. Οι νέες κατακτήσεις επισημαίνονται στα χαμένα σήμερα έργα της περιόδου που έγιναν στην Αθήνα, για τα οποία όμως διαθέτουμε αναλυτικές περιγραφές από τις γραπτές πηγές. Σημειώνουμε ότι από την εποχή εκείνη έργα της μεγάλης ζωγραφικής άρχισαν να στολίζουν, εκτός από λατρευτικά και δημόσια διοικητικά οικοδομήματα, υπηρετώντας τις ιδεολογικές αξιώσεις των πόλεων-κρατών. Προφανώς, λοιπόν, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να διακοσμήσουν ένα πολυσύχναστο δημόσιο οικοδόμημα στην είσοδο της Αγοράς, για να προπαγανδίσουν στους πολίτες και στους επισκέπτες τους τον ρόλο της πόλεως στις μεγάλες μυθικές και ιστορικές μάχες που έκριναν την Ιστορία. Στο πρώτο μισό του 5ου αι., ο ζωγράφος Πολύγνωτος σπάει την αρχαϊκή στατικότητα της ζωγραφικής απεικόνισης, ενώ λίγο πριν από το τέλος του ίδιου αιώνα, ο Απολλόδωρος πιστώνεται από την αρχαία γραμματεία με την επινόηση της σκιαγραφίας. Με βάση τις πηγές, η σκιαγραφία ήταν το είδος της ζωγραφικής που για την απεικόνιση των σωμάτων δεν βασιζόταν στη χρήση περιγραμμάτων αλλά στις τονικότητες των χρωμάτων, η ανάμειξη των οποίων έδινε στους ζωγράφους έναν δυνητικά απεριόριστο αριθμό χρωμάτων και χροιών.

Ανάλυση και ερμηνεία

Το 5ο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Το ελληνικό βλέμμα». Εδώ ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες των μεγάλων καινοτομιών στην τέχνη του 5ου αι., ιδιαιτέρως της φυσιοκρατικής απόδοσης των μορφών, που επιτεύχθηκε με τη διάθεση των ανθρώπων για τη μίμηση της πραγματικότητας. Εστιασμένο περισσότερο σε ζητήματα ανάλυσης και ερμηνείας, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προτείνει λύσεις για μία σειρά καίριων ερωτημάτων: Τι είναι αυτό που «βλέπει» ο Ελληνας του 5ου, του 4ου, του 3ου ή 2ου αι. π.Χ. σε μια τοιχογραφία ή σε έναν πίνακα ζωγραφικής; Πώς λειτουργεί η εικόνα και γιατί από τα τέλη της αρχαϊκής περιόδου και μετά η αληθοφάνεια καθίσταται τόσο σημαντική για τους Ελληνες θεατές – είτε πρόκειται για φιλοσόφους είτε για καθημερινούς ανθρώπους; Γιατί οι Ρωμαίοι αγάπησαν τόσο πολύ το εικαστικό σύμπαν των Ελλήνων;

Πιτσάς Κορινθίας. Γραπτός ξύλινος πίνακας με σκηνή θυσίας. 
Περ. 540 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 16464.

Θέμα του 6ου κεφαλαίου είναι η ζωγραφική της ύστερης κλασικής και πρώιμης ελληνιστικής περιόδου, με κατακτήσεις που αναφέρονται στην αληθοφάνεια των εικόνων και στην ψευδαίσθηση του τρισδιάστατου χώρου. Οι κατακτήσεις της μεγάλης ζωγραφικής κατά τον 4ο αι. τεκμηριώνονται κυρίως από τα ευρήματα των σημαντικών ανασκαφών της Μακεδονίας από το 1977 και εξής, με την ανεύρεση των καταστόλιστων από ζωγραφικές παραστάσεις ταφικών μνημείων όπως ο Τάφος της Περσεφόνης και ο λεγόμενος Τάφος του Φιλίππου στη Βεργίνα, ο Τάφος της Κρίσεως στα Λευκάδια, κ.ο.κ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «Θρόνος της βασίλισσας Ευρυδίκης», στο ερεισίνωτο (τη ράχη) του οποίου απεικονίζονται ο Πλούτωνας και η Περσεφόνη επάνω σε τέθριππο άρμα. Ο συγγραφέας κλείνει το κεφάλαιο της μακεδονικής ζωγραφικής με αναφορά στα μακεδονικά βοτσαλωτά δάπεδα, για τα οποία έχει υποστηριχθεί ότι μιμούνται ζωγραφικά έργα.

Προσωπογραφία, η κατάκτηση της ελληνορωμαϊκής περιόδου

Το 7ο κεφάλαιο αναφέρεται στην ελληνιστική ζωγραφική μετά τον Αλέξανδρο. Σημαντικά παραδείγματα μεγάλης ζωγραφικής της περιόδου προσφέρει και πάλι ένας αριθμός μακεδονικών τάφων, όπως αυτός των Ανθεμίων, του Τύμβου Μπέλλα ή των Λύσωνος και Καλλικλέους, και ο πολύ ενδιαφέρων Τάφος στον Αγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, που χρονολογείται στο τέλος του 4ου αι. Εκτός των τοιχογραφιών, τις ζωγραφικές κατακτήσεις της εποχής μπορούμε να τις παρακολουθήσουμε σε ένα μεγάλο σύνολο λίθινων γραπτών επιτύμβιων στηλών από την κυρίως Ελλάδα, οι περισσότερες από τη Δημητριάδα της Μαγνησίας. Και στο κεφάλαιο αυτό, ο αναγνώστης θα βρει εκτενείς, και πλήρως εικονογραφημένες, αναφορές στα ψηφιδωτά της ελληνιστικής περιόδου, καθώς και αναλύσεις ζωγραφικών συνθέσεων από την περιφέρεια του ελληνικού κόσμου που φαίνεται να εξαρτώνται από τις εξελίξεις στη μακεδονική ζωγραφική.

Το 8ο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη ζωγραφική στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ο συγγραφέας αναλύει πολλά έργα της δημοκρατικής περιόδου και πρώτης αυτοκρατορικής περιόδου, που συχνά θεωρείται ότι αποτελούν ελληνιστικές αντανακλάσεις. Ο αναγνώστης εδώ θα βρει, πλήρως εικονογραφημένες, τις περιπτώσεις ιδιωτικών οικιών από τη Ρώμη, την Πομπηία και την Καμπανία. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με ένα θέμα που αποτελεί κατάκτηση της ελληνορωμαϊκής περιόδου: πρόκειται για την προσωπογραφία, δηλαδή την απόδοση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός προσώπου με τρόπο αναγνωρίσιμο. Ο συγγραφέας παρουσιάζει πολλές περιπτώσεις τέτοιων πορτρέτων, από τις πομπηιανές τοιχογραφίες έως τα πασίγνωστα πορτρέτα «Φαγιούμ».

Βεργίνα  (αρχαίες Αιγές). «Τάφος της Ευρυδίκης»,
 το γραπτό ερεισίνωτο του μαρμάρινου θρόνου.

«Η τέχνη της ζωγραφικής στον αρχαιοελληνικό κόσμο», το νέο βιβλίο του Δημήτρη Πλάντζου από τις Εκδόσεις Καπόν, παρουσιάζει αναλυτικά όλον αυτόν τον πλούτο, που δειγματοληπτικά μόνον μπορεί να αναφερθεί εδώ. Πρόκειται για ένα βιβλίο που μελετά τα υλικά κατάλοιπα της ελληνικής μνημειακής ζωγραφικής από τον 8ο αι. π.Χ. έως και τον 1ο αι. μ.Χ. ενταγμένα στο ιστορικό, κοινωνικό, και φιλοσοφικό τους πλαίσιο, ενώ παράλληλα επιχειρεί συστηματική αναφορά στη ζωή και στο έργο των μεγάλων ζωγράφων της αρχαιότητας, καθώς και στις καλλιτεχνικές καινοτομίες της κάθε εποχής και του κάθε μεγάλου δημιουργού. Η πλούσια, υψηλής ποιότητας και πιστότητας εικονογράφηση του βιβλίου, συνοδεύει τον επιστημονικό σχολιασμό του συγγραφέα, προσφέροντας παράλληλα στον αναγνώστη τη χαρά και την απόλαυση της θέασης μιας μεγάλης, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τέχνης.

  Πάνος Βαλαβάνης ,
καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ.

8/7/2018


         ΣΧΕΤΙΚΑ