Η μεγάλη «αιμορραγία» των Βαλκανίων.


Στο κέντρο της Μπάνια Λούκα της μεγαλύτερης πόλης στο σερβικό τμήμα της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, βρίσκεται ένας αυτοσχέδιος τοίχος μνήμης. Ο τοίχος αυτός καλύφθηκε μέσα σε λίγες ώρες με εκατοντάδες ονόματα. Είναι τα ονόματα ανθρώπων που έφυγαν. 

Τον περασμένο Οκτώβριο, ο Στέφαν Μπλάτζικ, επικεφαλής του οργανισμού ReStart Srpska, κάλεσε όσους θέλουν να γράψουν στον τοίχο τα ονόματα των αγαπημένων τους που έχουν φύγει στο εξωτερικό αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Ο Μπλάτζικ, ετών 27 έχει χάσει με αυτόν τον τρόπο αρκετούς φίλους του. «Ακόμη κι αυτοί με τα μεγαλύτερα προσόντα θα δέχονταν οποιαδήποτε εργασία. Είναι καλύτερα να δουλέψεις σε ένα σούπερ μάρκετ στη Δύση για 1.000 ευρώ τον μήνα, αντί για 400 ευρώ τον μήνα εδώ», λέει στη Le Monde. 

Οι πιο δημοφιλείς προορισμοί για όσους φεύγουν είναι η Γερμανία, η Αυστρία και η Σλοβενία. Αυτή η μαζική έξοδος των νέων πλήττει ολόκληρη τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Ο Πάσα Μπαρακόβιτς, 25 ετών, ζει στην Τούζλα, μια πόλη της εργατικής τάξης στην Ομοσπονδία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Αν και σε παρακμή, παραμένει ένα φρούριο της αντι-εθνικιστικής αριστεράς. Εδώ οι Μουσουλμάνοι Βόσνιοι, οι Κροάτες και οι Σέρβοι συνυπήρχαν ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου (1992-1995). 

«Εδώ ξοδεύεις περισσότερα από όσα κερδίζεις»

Ο Μπαρακόβιτς, ο οποίος γεννήθηκε μετά τον πόλεμο, μεγάλωσε σε μια χώρα που καταστράφηκε από τη διαδικασία «μετάβασης», η οποία οδήγησε σε λεηλασία των δημοσίων πόρων μέσω των ιδιωτικοποιήσεων. Πολιτικά, τα εθνικιστικά κόμματα μονοπωλούν την εξουσία σε κάθε διαφορετική εθνοτική κοινότητα. Υπάρχουν το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA, Μουσουλμάνοι), η Συμμαχία των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών (SNSD, Σέρβοι) και η Κροατική Δημοκρατική Ένωση (HDZ).

Ο Μπαρακόβιτς έχει ήδη βρεθεί πολλές φορές στη Γαλλία για να δουλέψει - με μαύρα - κυρίως στις κατασκευές. Στη χώρα του κέρδιζε περίπου 300 ευρώ το μήνα δουλεύοντας σε βενζινάδικο. «Πρέπει να πληρώσεις τη βενζίνη σου για να πας στη δουλειά σου. Αν προσθέσεις το φαγητό και τα τσιγάρα σου ξοδεύεις περισσότερα από όσα κερδίζεις», λέει. Έτσι αποφάσισε να γραφτεί σε μια ιδιωτική ιατρική σχολή και να πάρει άδεια εργασίας στη Γερμανία, όπου τα γηροκομεία προσλαμβάνουν πολλούς Βαλκάνιους. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί από τους νέους που φεύγουν αναγκάζονται να υποβαθμίσουν τις προσδοκίες τους και να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Για παράδειγμα πολλοί αναγκάζονται να δεχτούν μια διαφορετική ειδικότητα επειδή δεν υπάρχει ζήτηση για τη δική τους. 

«Πλήρωσα 2.600 μάρκα (1.600 δολάρια) για την εκπαίδευσή μου και 465 μάρκα (280 δολάρια) για τα μαθήματα γερμανικών. Επίσης 265 μάρκα (160 δολάρια) για τα εξέταστρα του B2». Τώρα ο Μπαρακόβιτς περιμένει τη θεώρηση της βίζας του και την άδεια εργασίας που του υποσχέθηκαν από μια κλινική στο Ντίσελντορφ. Του είπαν για έναν μισθό 1.900 ευρώ για τους πρώτους έξι μήνες και 2.500 ευρώ στη συνέχεια, γεγονός που θα επιτρέψει στη σύζυγό του και στη νεογέννητη κόρη του να πάνε μαζί του. Ο Μπαρακόβιτς θα συνεχίσει να επισκέπτεται τη χώρα του, όσο εργάζονται και ζουν εκεί οι γονείς του. Η μητέρα του είναι δασκάλα δημοτικού και ο πατέρα του αστυνομικός αλλά ελπίζει ότι θα μπορέσουν να πάνε στη Γερμανία όταν συνταξιοδοτηθούν. 

Στο φροντιστήριο για γερμανικά 

Τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών στη χώρα δουλεύουν σαν τρελά. Τα γερμανικά είναι πρώτα στις προτιμήσεις. «Οι σπουδαστές μας όλο και αυξάνονται», λέει η διευθύντρια φροντιστηρίου Αλίσα Κάντιτς. Μάλιστα υπάρχει συμφωνία μεταξύ της κρατικής Γερμανικής Εταιρείας για τη Διεθνή Συνεργασία και της Ομοσπονδίας της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, ώστε οι εργοδότες να χρηματοδοτούν εντατικά μαθήματα τεσσάρων μηνών για τους μελλοντικούς υπαλλήλους τους. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν και οι γερμανικές επιχειρήσεις αφού θα χρειάζονταν περισσότερα λεφτά για εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους εντός Γερμανίας. 

Στον αντίποδα οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας δείχνουν να αδιαφορούν για το φαινόμενο των μαζικών εξόδων. Ένας συρρικνούμενος πληθυσμός μειώνει τα ποσοστά της ανεργίας και επομένως τις κοινωνικές εντάσεις. Αυτοί που φεύγουν θα μπορούσαν ίσως να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κάλπη, όμως είναι πολύ απίθανο να ψηφίσουν αν έχουν πάει στο εξωτερικό. 

Στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, ούτε οι τοπικές αρχές, ούτε η κεντρική κυβέρνηση τηρούν αρχεία για το πόσοι άνθρωποι έχουν φύγει. Οι αναχωρήσεις αυτές δεν δηλώνονται επίσημα. Ο Αντμίρ Χρουστακόβιτς, ο οποίος εργάζεται στο γραφείο απασχόλησης στην Τούζλα διατηρεί αρχεία για την ανεργία στη χώρα που έμμεσα αποκαλύπτουν το μέγεθος του ρεύματος μετανάστευσης. 

Πόσοι και ποιοι φεύγουν

Το 2017, 98.600 άτομα είχαν δουλειά στην περιοχή και 84.500 ήταν άνεργοι. Το 2016 οι άνεργοι ήταν 91.000. «Η υπηρεσία μας προσφέρει θέσεις εργασίας στην Αυστρία και τη Σλοβενία επειδή έχουμε συμφωνίες με αυτές τις χώρες. Αλλά το περασμένο έτος μόνο 1.500 άτομα βρήκαν εργασία μέσω του κέντρου μας. Τα υπόλοιπα εξαφανίστηκαν από τα στατιστικά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ότι πήγαν στο εξωτερικό χωρίς να μας ειδοποιήσουν», λέει ο Χρουστακόβιτς. 

Αυτοί που αποχωρούν είναι γενικά νέοι, πτυχιούχοι πανεπιστημίων ή τεχνικών σχολών που θα μπορούσαν να ωφελήσουν τη χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με το δικό της brain drain. Αυτοί που φεύγουν είναι είτε άνεργοι, είτε έχουν πολύ κακά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Μια τρίτη κατηγορία είναι αυτοί που έχουν καλές θέσεις εργασίας αλλά φοβούνται το κλίμα πολιτικής αβεβαιότητας και πιστεύουν ότι θα είναι αδύνατο να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε μια χώρα, όπως η Βοσνία - Ερζεγοβίνη. 

«Φεύγουν επειδή έχουν χάσει κάθε ελπίδα»

Η Τάνια Τόπιτζ, πολιτική αναλύτρια στο Ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ στη Μπάνια Λούκα, επισημαίνει ότι και στις δυο περιοχές της χώρας το εκπαιδευτικό σύστημα είναι καταρρακωμένο και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που πωλούν πτυχία εξαπλώνονται. Επιπλέον, στη χώρα είναι σχεδόν αναπόφευκτη η χρήση προσωπικών διασυνδέσεων και πολιτικών συστάσεων για την απόκτηση οποιασδήποτε εργασίας. Αυτοί, εκτιμά η Τόπιτζ ότι είναι οι λόγοι για τους οποίους οι νέοι φεύγουν από τη χώρα.  

«Οι άνθρωποι φεύγουν επειδή έχουν χάσει κάθε ελπίδα. Δεν πιστεύουν ότι είναι δυνατή και η παραμικρή αλλαγή», υποστηρίζει η Τζάσνα Τζασάρεβιτς του Κοινοτικού Ιδρύματος της Τούζλα. Τον Φεβρουάριο του 2014, η πόλη ήταν το προσκήνιο μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στη διαφθορά, τους πολιτικούς και τις επιπτώσεις από τις ιδιωτικοποιήσεις. Το κίνημα ξεκίνησε από τα εργοστάσια που ιδιωτικοποιήθηκαν και στα οποία οι εργαζόμενοι δεν είχαν πληρωθεί για μήνες και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν. Δημιουργήθηκε ένα κίνημα που οδήγησε σε παραίτηση την τοπική αρχή αλλά σύντομα διαλύθηκε λόγω εσωτερικών διαφωνιών. 

«Θέλουμε να μείνουμε εδώ! Δεν θέλουμε να μεταναστεύσουμε!». Αντίστοιχα ήταν τα συνθήματα των διαδηλώσεων που έγιναν στη Σερβία τον Απρίλιο του 2017, ενάντια στον πρόεδρο Αλεξάντερ Βούτσιτς και τη νεοφιλελεύθερη μετάβαση της χώρας. Παρόμοιες διαδηλώσεις έγιναν και στην ΠΓΔΜ το 2016. Μετά από όλες αυτές τις διαδηλώσεις, οι νέοι που είχαν πρωτοστατήσει ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρώτοι που έφυγαν. Αυτό οδήγησε και στην εξάλειψη των ελπίδων για μια πολιτική αλλαγή στις χώρες αυτές. 

Η «αιμορραγία» των Βαλκανίων

Η μετανάστευση έχει μακρά ιστορία στα Βαλκάνια. Από τη Γιουγκοσλαβία πολλοί άντρες έφυγαν για να εργαστούν στη Γερμανία ή την Αυστρία ως Gastarbeiter (φιλοξενούμενοι). Οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 προκάλεσαν επίσης κύματα μετανάστευσης. Σήμερα, ολόκληρες οικογένειες εξακολουθούν να εγκαταλείπουν τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, ακόμη και την Κροατία, η οποία βρίσκεται στην ΕΕ από το 2013. Μόνο το Ζάγκρεμπ, οι παράκτιες πόλεις και οι πιο τουριστικές περιοχές δεν έχουν επηρεαστεί. Οι περιφέρειες μόλις λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά από την ακτή αντίθετα έχουν επηρεαστεί πολύ. 

Στην Κροατία έχουν δημιουργηθεί επιχειρήσεις και πλέον υπάρχει μια νέα βιομηχανική ζώνη, αλλά οι μισθοί είναι χαμηλοί. «Όταν μπήκαμε στην ΕΕ, θεωρήσαμε ότι η κατάσταση θα βελτιωνόταν, αλλά οι νέοι δεν έχουν χρόνο να περιμένουν κάποιο υποθετικό καλύτερο μέλλον», δηλώνει η Λιλιάνα Πτάκνικ που είναι διευθύντρια σχολείου. 

Σε πολλές από τις χώρες των Βαλκανίων μετεγκαθίστανται επιχειρήσεις από την Αυστρία, την Ιταλία και την Ουγγαρία, συχνά μικρές μονάδες παραγωγής, π.χ. κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Το εργατικό δίκαιο που είναι απλώς θεωρητικό διευκολύνει τις επιχειρήσεις. Οι μισθοί σπανίως υπερβαίνουν τα 200 ευρώ το μήνα και η πλήρης ευελιξία των εργαζομένων παραμένει ο κανόνας. Παράλληλα όλες οι κυβερνήσεις της περιοχής είναι πρόθυμες να προσφέρουν κίνητρα στους ξένους επενδυτές. Η μόνη επιλογή για τους εργαζόμενους που απορρίπτουν αυτές τις επιλογές είναι να πάνε στο εξωτερικό. 

Η αιμορραγία των βαλκανικών χωρών από ειδικευμένους εργαζόμενους είναι τόσο μεγάλη που πλέον θέτει σε κίνδυνο τις τοπικές επιχειρήσεις. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2014 - 15, περισσότεροι από 100.000 (σχεδόν το 7% του πληθυσμού) εγκατέλειψαν το Κόσοβο μέσα σε λίγες εβδομάδες. Μια συμφωνία μεταξύ Πρίστινας και Βελιγραδίου επέτρεψε στους Κοσοβάρους να ταξιδέψουν στη Σερβία με δελτίο ταυτότητας. Σχεδόν άμεσα δεκάδες χιλιάδες έκαναν αυτό το ταξίδι με πρόθεση να περάσουν κατόπιν τα ουγγρικά σύνορα και τελικά να φτάσουν στη Γερμανία. 

Παρόμοια κατάσταση αντιμετώπισε το βόρειο Μαυροβούνιο την άνοιξη του 2015. Πολλοί κάτοικοι της υποβαθμισμένης αυτής περιοχής αναζήτησαν μια καλύτερη ζωή στην Κάτω Σαξονία της Γερμανίας που αντιμετώπιζε ιδιαίτερο πληθυσμιακό πρόβλημα και μάλιστα είχε ζητήσει να σταλούν εκεί όσο το δυνατόν περισσότεροι αιτούντες άσυλο. Στη δυτική Βουλγαρία και στη νοτιοανατολική Σερβία, ολόκληρες περιοχές καταστρέφονται ως αποτέλεσμα της μεγάλης μετανάστευσης. Σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία, 160.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Σερβία μεταξύ του 2002 και του 2011. Ο πληθυσμός ανέρχεται σήμερα σε επτά εκατομμύρια και η μέση ηλικία αυξήθηκε από 37,4 το 1991 σε 42,7 το 2015.

Ο Στέπαν Στερτς, γεωγράφος στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρέμπ, τονίζει: «ο πληθυσμός της Κροατίας που κινδυνεύει είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι πολιτικοί μας ηγέτες επειδή επηρεάζει όλες τις δημόσιες πολιτικές». Ο Στερτς λέει ότι η Κροατία είχε 18.000 περισσότερους θανάτους απ’ ότι γεννήσεις το 2017. Ο πληθυσμός της Κροατίας έχει μειωθεί κατά 13% από το 1991. Η μετανάστευση επηρεάζει και τον ρυθμό των γεννήσεων αφού εκείνοι που μεταναστεύουν είναι πιθανότερο να φύγουν σε ηλικία τεκνοποίησης. «Αν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Κροατίας θα μπορούσε να εξαφανιστεί σε μια δεκαετία», σημειώνει ο Στερτς. 

Η αποτυχία των πολιτικών και το δυσοίωνο μέλλον 

Αντί να αναζητούν μια λύση στη δημογραφική κρίση και την κοινωνική καταστροφή, οι κυβερνήσεις στα Βαλκάνια γίνονται όλο και πιο συντηρητικές. Ενώ είναι ζωτικής σημασίας να ληφθούν μέτρα για την προστασία των εργαζομένων γυναικών που θέλουν να γίνουν μητέρες και να απαγορευτούν οι απολύσεις λόγω εγκυμοσύνης, να στηριχτούν οι μεγάλες οικογένειες και να μειωθούν οι φόροι στις περιφέρειες που εκκενώνονται, οι κυβερνήσεις απλώς περνούν όλο και πιο σκληρούς νόμους κατά των αμβλώσεων. Αυτού του είδους τα μέτρα και άλλες καμπάνιες που λαμβάνουν μεγάλη κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αφήνουν στο περιθώριο τις πραγματικές αιτίες ερήμωσης των Βαλκανίων που είναι: η γενική αποτυχία των πολιτικών, η διαφορά και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν στις αναιμικές οικονομίες της περιοχής. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, «η Γερμανία σίγουρα θα συνεχίσει να ρουφά τη ζωή από την Ανατολική Ευρώπη, οπότε πρέπει να την αναπληρώσουμε», λέει ο Στερτς. Πάντως οι πολιτικές που επιβάλλονται είναι εντελώς απίθανο να εμποδίσουν τη δημογραφική αιμορραγία και οι μετακινήσεις των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια δεν επιβραδύνουν το ρυθμό μετανάστευσης. «Έζησα στη Γερμανία για πέντε χρόνια και ξέρω ότι δεν είναι παράδεισος», λέει η Αλίσα Κάντιτς. «Αλλά είναι αδύνατο να σταματήσει η μετανάστευση. Μπορεί να είμαι η τελευταία που θα πάω, οπότε θα σβήσω τα φώτα όταν θα φεύγω από τα Βαλκάνια». 


 6/7/2018