Ποιά στρατηγική για την Τουρκία; Ο ρόλος του ευρωπαϊκού παράγοντα.


 Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ταγίπ Ερντογάν, στη Νέα Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018.. Kayhan Ozer/Presidential Press Office/Handout via REUTERS

Η ενεργότερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο επίπεδο της «εξωτερικής εξισορρόπησης» της τουρκικής απειλής, εξακολουθεί να παραμένει ακριβό ζητούμενο ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν εξέπνευσε η στρατηγική του Ελσίνκι.*

Για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα (από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μέχρι το τέλος της πρώτης μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας), η Ελλάδα αντιμετώπιζε τον «εξ ανατολών» γείτονά της ως τον μεγάλο στρατηγικό αντίπαλο που δεν είναι ευχαριστημένος από το υπάρχον status quo στο Αιγαίο και έχει αναθεωρητικές βλέψεις, τις οποίες εκφράζει με σειρά επίσημων ή/και «ημι-ανεπίσημων» δηλώσεων, καθώς και με συγκεκριμένες ενέργειες που αφορούν τόσο στην απειλή χρήσης βίας όσο και στην ίδια την χρήση βίας (τουρκική εισβολή στην Κύπρο).

Ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων απειλούμενων μικρών κρατών, η Ελλάδα βασίστηκε στις δύο κεντρικές δυνατότητες που διαθέτουν τα κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν σοβαρές εξωτερικές απειλές: Την «εσωτερική εξισορρόπηση», που αφορά στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, των εξοπλισμών κλπ. και την «εξωτερική εξισορρόπηση», που αφορά στην σύναψη συμμαχιών με άλλα κράτη, την συμμετοχή του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς από τους οποίους ένα απειλούμενο κράτος επιχειρεί να προμηθευτεί ασφάλεια κλπ. Στο πλαίσιο αυτό, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974 και μετά –είτε διακατέχονταν από μια «κουλτούρα επίλυσης» όσον αφορά στην αντιπαράθεση με την Τουρκία είτε διακατέχονταν από μια «κουλτούρα μη-επίλυσης» ή ακόμη και μη-διαλόγου με την Τουρκία— διατήρησαν ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής τους σε επίπεδο «εσωτερικής εξισορρόπησης» την στρατιωτική αποτροπή της τουρκικής απειλής.

Διαφοροποιήθηκαν, βεβαίως αρκετά –και σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικά— σε επίπεδο «εξωτερικής εξισορρόπησης» της Τουρκίας. Είχαμε, έτσι, κυβερνήσεις (όπως του Ανδρέα Παπανδρέου) οι οποίες με μοναδικό στόχο την αποτροπή ενός αναθεωρητικού γείτονα επέλεγαν πολιτικές μη-διαλόγου (ή «μη-πολέμου») χρησιμοποιώντας την συμμετοχή της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση) ως ευκαιρία και ως δυνατότητα αποδυνάμωσης της Τουρκίας. Από την άλλη, είχαμε άλλες κυβερνήσεις (π.χ. εκείνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή/και εκείνη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που επέλεγαν έναν ενεργητικό διάλογο με την Τουρκία με στόχο την επίλυση όλων των ελληνοτουρκικών διαφορών, επιχειρώντας παράλληλα να δουν την συμμετοχή της χώρας στους διεθνείς οργανισμούς –κυρίως τη συμμετοχή της Ελλάδας στον αμυντικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Ένωσης— ως μέσο ενίσχυσης της διεθνούς της θέσης, επιχειρώντας έτσι να αποκτήσουν εκείνα τα εξωτερικά ερείσματα που θα κατάφερναν –κατά το βέλτιστο– να λειτουργήσουν ως «προμηθευτές ασφάλειας» (security providers) [1] και –κατά το ελάχιστο– να ενισχύσουν την εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έναντι της τουρκικής απειλής.

Κοινή, μάλιστα, ήταν η θέση όλων σχεδόν των κυβερνήσεων ότι, όσον αφορά στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αυτή θα ορίζεται πάντα από την Αθήνα στην λογική μιας «υπό όρους τιμωρίας» της Τουρκίας, που σε απλά ελληνικά σήμαινε: «Για να γίνεις υποψήφια, θα πρέπει πρώτα να αλλάξεις». Οι αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων του Λουξεμβούργου το 1997 και του Κάρντιφ το 1998 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολιτικής, μέχρι και σχεδόν τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ [2]

Η εμφάνιση μιας σειράς πρόσφορων συστημικών και περιφερειακών εξελίξεων σε συγκεκριμένες μεταβλητές της εξίσωσης που αφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αλλάζει θεμελιωδώς το πλαίσιο των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία. Εν πρώτοις, είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι εξελίξεις σε σχέση με συγκεκριμένους παγκόσμιους και περιφερειακούς πρωταγωνιστές, όπως: (α) το «ευρωπαϊκό big bang», δηλαδή η απόφαση της ΕΕ να προχωρήσει -ειδικά μετά τον πόλεμο στο Κόσσοβο- την διαδικασία διεύρυνσής της στην Ανατολική, Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη), (β) η κυβερνητική αλλαγή στην Γερμανία (με την εκλογή Schroeder και την δημιουργία κυβέρνησης συνασπισμού με την συμμετοχή των Πρασίνων) και η συνακόλουθη δημόσια υποστήριξη μιας τουρκικής υποψηφιότητας, (γ) η σταδιακή αναγνώριση από πολλές ευρωπαϊκές χώρες της δυνατότητας της Τουρκίας να παίξει τον ρόλο της γέφυρας με τις συνορεύουσες περιοχές (Μέση Ανατολή, Καύκασος, Κεντρική Ασία) προωθώντας τα ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα, και (δ) η σύγκλιση της αντίληψης και των απόψεων των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τον δυνητικό ρόλο της Τουρκίας στην αντιμετώπιση νέων «δι-εθνικών» προκλήσεων και απειλών σε συνορεύουσες περιοχές. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Τουρκία θεωρείται πλέον απαραίτητη στην προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας [δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στην ατζέντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999, μαζί με την τουρκική υποψηφιότητα, έχουμε και την ανάδειξη μιας περισσότερο ενισχυμένης Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ)].

Ούσα πεπεισμένη ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας, παρά η διαιώνισή τους, και αντιλαμβανόμενη τις ευκαιρίες που έθετε το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον της εποχής, η κυβέρνηση Σημίτη διείδε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας την δυνατότητα να συνδέσει το ισχυρό ενδιαφέρον και κίνητρό της για ενίσχυση των –κυρίως θεσμικών– δεσμών της με την ΕΕ, με την ικανοποίηση συγκεκριμένων κριτηρίων και προϋποθέσεων οι οποίες αναμένονταν να προωθήσουν τα ειδικότερα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Θα επιλέξει έτσι να προωθήσει μια συνολική στρατηγική εξισορρόπησης της Τουρκίας με κεντρικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση (είναι ενδιαφέρον ότι η στρατηγική εκείνη έγινε δημοσίως αποδεκτή και νομιμοποιήθηκε μόνον από το φιλελεύθερο τμήμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας).

Η νέα αυτή «στρατηγική κοινωνικοποίησης» (socialization strategy) που υιοθέτησε η Ελλάδα, συνιστούσε επί της ουσίας μια «στρατηγική εξισορροπητικής εμπλοκής/δέσμευσης» (balancing engagement) [3] της Τουρκίας, καθώς η Ελλάδα ανέμενε ότι η δέσμευση της Τουρκίας στην υποχρεωτική διαδικασία υιοθέτησης και εσωτερίκευσης των νορμών και των κανόνων συμπεριφοράς της ΕΕ –εντός της οποίας η Ελλάδα διέθετε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ούσα ήδη μέλος της– θα διευκόλυνε και την προσπάθεια εξωτερικής εξισορρόπησης της Τουρκίας καθώς ένα σημαντικό βάρος της συνεχούς εξισορροπητικής προσπάθειας που είχε αναλάβει μόνη της η Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 θα αναλαμβανόταν πλέον (στο πεδίο της εξωτερικής εξισορρόπησης) και από την ΕΕ, μέσω των διαφόρων υποχρεώσεων που θα επέβαλε στην Τουρκία, αναμένοντας και ανάλογη συμπεριφορά.

Θεσμικό αποκορύφωμα της νέας αυτής ελληνικής στρατηγικής απετέλεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, όπου η Ελλάδα θα εγκαταλείψει μια συνεπή και πολύχρονη πολιτική αποκλεισμού της Τουρκίας από την Ευρώπη αίροντας –υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις— το βέτο που συνεπώς ασκούσε, με αποτέλεσμα η Τουρκία να αποκτήσει καθεστώς χώρας υποψήφιας για ένταξη στην ΕΕ. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι θα δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο επιτυγχάνοντας, για πρώτη φορά στην ιστορία των σχέσεων των δύο χωρών, την σύνδεση μιας σειράς από ασύνδετα μέχρι τότε ζητήματα: Την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (ανεξαρτήτως λύσης του πολιτικού προβλήματος), την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, και την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, ενώ πρόοδος στο κάθε ζήτημα ξεχωριστά προϋπέθετε και συνεπάγονταν πρόοδο στα άλλα ζητήματα.

Μέσα από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι, η ΕΕ δεν θα παραμείνει απλώς, μέσα από την διαδικασία του «εξευρωπαϊσμού», ένας εξωτερικός «παράγοντας θετικής επιρροής» της Τουρκίας (τόσο στο εσωτερικό της, μέσω της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού της, όσο και στην εξωτερική της συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο) αλλά, το σημαντικότερο, θα μετατραπεί σε έναν «ενεργητικό δρώντα» ο οποίος θα θέσει για πρώτη φορά στην Τουρκία ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο τεσσάρων χρόνων εντός του οποίου, εάν επιθυμεί να συνεχιστεί η ευρωπαϊκή της πορεία, θα πρέπει να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα. Παράλληλα, μέσω των αποφάσεων του Ελσίνκι, η ΕΕ θα υποχρεώσει την Τουρκία να αποδεχτεί την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (που σταθερά ηρνείτο ήδη από την δεκαετία του ’70), στο οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να παραπέμψει τις διαφορές της με την Ελλάδα εάν δεν κατέληγαν σε συμφωνία οι μεταξύ τους συνομιλίες.

Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κωνσταντίνος Σημίτης (αριστερά) σε χειραψία με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας, Μπουλέντ Εσέβιτ (δεξιά), ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ (2ος από αριστερά) καλωσορίζει τον πρωθυπουργό της Σλοβενίας, Μίκουλας Ντζουρίντα (2ος δεξιά) στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι στις 11 Δεκεμβρίου 1999. Η ΕΕ ήλπιζε να τερματίσει ομαλά μια δύσκολη και συχνά διχαστική σύνοδο κορυφής το Σάββατο φιλοξενώντας τους ηγέτες της Τουρκίας και 12 άλλων χωρών που θα μπορούσαν μια μέρα να ενταχθούν στην πλούσια ευρωπαϊκή λέσχη. REUTERS 

Η νέα αυτή στρατηγική της Ελλάδας αναπτύσσεται μέσα σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό κλίμα λόγω της προσέγγισης (rapprochement) που έχει προηγηθεί ανάμεσα στις δύο χώρες και της «διπλωματίας των σεισμών», που ακολούθησε τους καταστροφικούς σεισμούς στην Κωνσταντινούπολή τον Αύγουστο και στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1999. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το νέο αυτό πλαίσιο όσον αφορά στις σχέσεις των δύο χωρών αποδεικνύεται και αρκετά αποδοτικό αναφορικά με μια σειρά θετικών αλλαγών τόσο σε διάφορα αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα (των θεσμών, της ελίτ και της κοινωνίας) στο εσωτερικό της Τουρκίας [4] όσο και σε σχέση με τον χαρακτήρα και την ουσία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με αποτέλεσμα την σταδιακή αμφισβήτηση της κεμαλικής ορθοδοξίας, τον εξορθολογισμό και την υιοθέτηση μιας πολυμερούς αντίληψης στις σχέσεις της με την Ελλάδα και απέναντι στο Κυπριακό πρόβλημα (ένα ζήτημα που παραδοσιακά αποτελούσε «υπαρξιακό ζήτημα» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής) [5]. Σε διμερές επίπεδο το νέο «μετά-Ελσίνκι» πλαίσιο των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, ενίσχυσε το αίσθημα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών μέσω της προώθησης και συμφωνίας σειράς Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) καθώς και το επίπεδο οικονομικής συνεργασίας, με πληθώρα κατά την περίοδο αυτή (2000-2004) συμφωνιών σε «ζητήματα χαμηλής πολιτικής». Ταυτόχρονα, με ορίζοντα την καταληκτική ημερομηνία του Δεκεμβρίου 2004, ξεκινούν και προχωρούν με ουσιαστικό τρόπο οι ελληνοτουρκικές «διερευνητικές συνομιλίες» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με τελικό στόχο την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ

Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, η οποία αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας τον Μάρτιο του 2004, δεν διακατέχεται από την «κουλτούρα επίλυσης» η οποία χαρακτήριζε τόσο την απελθούσα κυβέρνηση Σημίτη όσο και τις κυβερνήσεις του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή κατά την δεκαετία του 1970 [6]. Διακατέχεται αντίθετα από μια «χρησιμοθηρική κουλτούρα», η οποία υποστηρίζει τον διάλογο μεταξύ των δύο χωρών στον βαθμό που αυτός προσφέρει ένα σταθερό επίπεδο σχέσεων μεταξύ μιας απειλούμενης Ελλάδας και μιας απειλητικής Τουρκίας, και επιτρέπει στην Ελλάδα να «αγοράσει τον χρόνο» που χρειάζεται προκειμένου να προχωρήσουν ήδη δρομολογημένες από την κυβέρνηση Σημίτη (και επωφελείς για την Ελλάδα) διαδικασίες, με σημαντικότερη τον «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας.

Όπως είναι αναμενόμενο, η αντίληψη αυτή δεν υποστηρίζει την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών –αλλά μόνο μεσοπρόθεσμα την εξομάλυνσή τους και την επίτευξη ενός επιπέδου σταθερότητας [7] – καθώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί το κόστος του συμβιβασμού που θα συνεπάγεται η επίλυση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση Καραμανλή συνεχίζει την πολιτική που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση Σημίτη τόσο σε διμερές επίπεδο (μέσω της διατήρησης του «διχτυού ασφαλείας» που προσφέρουν κάποιες συμφωνίες Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο Αιγαίο και μέσω της περαιτέρω ανάπτυξης της οικονομικής συνεργασίας και αλληλεξάρτησης των δύο χωρών, κυρίως στον τομέα της ενέργειας) όσο και σε πολυμερές επίπεδο.

Παράλληλα, όμως, επιλέγει να προχωρήσει και σε ορισμένες καταλυτικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, αποφασίζει –με νωπή την καταψήφιση του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους— να αποσυνδέσει τη μη-λύση του Κυπριακού από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις· επιπρόσθετα, με ελληνική συναίνεση (αν όχι πρωτοβουλία) η ΕΕ αποφασίζει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του 2004, ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την μελλοντική ένταξη της Τουρκίας (και συνεπώς ούτε και εμπόδιο για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ένωση) καθώς και ότι η Τουρκία δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να αποδεχθεί την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παρά μόνον εάν αυτό κριθεί απαραίτητο και συμφωνηθεί τόσο από την ίδια όσο και από την Ελλάδα.

Οι επιλογές αυτές της κυβέρνησης Καραμανλή επηρέασαν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο το κεκτημένο των αποφάσεων του Ελσίνκι και το πλαίσιο των μελλοντικών σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία καθώς (α) ακύρωσαν την δυνατότητα της ΕΕ να λειτουργήσει ως «ενεργητικός παίκτης» στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αφού η μελλοντική ένταξη της Τουρκίας αποσυνδέθηκε από την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, (β) επανέφεραν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο διμερές πλαίσιο και (γ) αφαίρεσαν το πλέον ουσιαστικό κίνητρο από την Τουρκία (την ευρωπαϊκή της προοπτική) προκειμένου είτε να επιδιώξει η ίδια είτε να υποχρεωθεί να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση Καραμανλή θα επιλέξει την συνέχιση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία μόνον για τους τύπους (σε καθεστώς «ελεγχόμενης αδράνειας») και στο πλαίσιο, όπως αποκάλυψε η ίδια, της συνέχισης των προσπαθειών της για ομαλοποίηση (και όχι επίλυση) της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την «χρυσή περίοδο της ευρωπαϊκής διαδικασίας ένταξης» της Τουρκίας (2001-2004) υπήρξε μια συνεχής επιδείνωση των δεδομένων που επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Καταρχάς, οι επιφυλάξεις της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τη τουρκική ένταξη αναδείχθηκαν με ακόμη πιο δυναμικό τρόπο, ενώ οι αντιρρήσεις συγκεκριμένων κρατών μελών (Γερμανίας και Γαλλίας) αποτυπώθηκαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις και θεσμικά κείμενα της ΕΕ. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτή την παρατήρηση είναι δυστυχώς πολλά και χαρακτηριστικά: Αναφορά στο «Διαπραγματευτικό Πλαίσιο» Ε.Ε.-Τουρκίας ότι η διαδικασία ένταξης είναι ανοιχτή και το αποτέλεσμά της δεν μπορεί να προκαθοριστεί προκαταβολικά, αναφορά στην δυνατότητα μονομερούς διακοπής των διαπραγματεύσεων, αναφορά στην διακριτική ευχέρεια των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών-μελών να αποφασίσουν για την τουρκική ένταξη ακόμα και αν η Τουρκία πληροί τα κριτήρια, ακόμη και η πρόσθεση ενός νέου κριτηρίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αφορούσε στην «δυνατότητα απορρόφησης» νέων μελών χωρίς να επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα στην λειτουργία της. Παράλληλα, μια σειρά από αρνητικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας οδήγησαν σε στασιμότητα τις μεταρρυθμίσεις, επηρεάζοντας αρνητικά την κοινή γνώμη και στην ίδια την Τουρκία και οδηγώντας σε πλήρη αναστροφή τα υψηλά ποσοστά υποστήριξης της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας (από 73% το 2004 σε 37% το 2010).

Την συνειδητή απαξίωση των κεκτημένων της στρατηγικής του Ελσίνκι από την κυβέρνηση Καραμανλή και την περαιτέρω απίσχνανση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας (η οποία συνεπαγόταν και την σχεδόν πλήρη αποδυνάμωση των θεσμικών περιορισμών που θα μπορούσε να επιβάλλει στην συμπεριφορά της Τουρκίας η Ευρωπαϊκή Ένωση) ακολούθησε το πάγωμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και η –συνακόλουθη— ενίσχυση του φιλόδοξου οράματος του τούρκου ΥΠΕΞ -και αργότερα πρωθυπουργού- Νταβούτογλου σχετικά με τον ηγεμονικό ρόλο που επεδίωκε να διαδραματίσει η Τουρκία, κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Όμως, οι φιλόδοξοι στόχοι της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν άργησαν να διαψευσθούν, με την Τουρκία να οδηγείται τελικώς σε αυτό που εύστοχα ονομάστηκε ως «υπέροχη απομόνωση» (splendid isolation). Ειδικά μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 όπου ενισχύθηκε η πολιτική κυριαρχία του Ερντογάν και η Τουρκία μετατράπηκε από «κράτος του ενός ανδρός» σε «καθεστώς του ενός ανδρός» άρχισαν να τίθενται σε αμφισβήτηση και διακινδύνευση ακόμα και βασικές σταθερές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή οι σχέσεις της χώρας με την Δύση (τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ).

Σε αυτό το ασταθές πλαίσιο εντάχθηκαν σύντομα και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να επιλέγει να αναβαθμίσει την αναθεωρητική ρητορική της (αναφορές στην ανάγκη αλλαγής ή «επικαιροποίησης» της Συνθήκης της Λωζάννης) με συγκεκριμένες πράξεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο που έλαβαν τη μορφή «κρίσεων χαμηλής έντασης». Είναι ενδιαφέρον ότι είναι η πρώτη φορά που η Τουρκία άνοιξε και διατήρησε -επιδεικνύοντας επιθετική συμπεριφορά τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και πράξεων- μια σειρά από μέτωπα στα νότια και δυτικά της: Ξεκινώντας από τις πολεμικές επιχειρήσεις στο έδαφος της σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο Συρίας στα νότιά της, συνεχίζοντας με την απειλή χρήσης βίας στο χώρο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου και δημιουργώντας «κρίσεις χαμηλής έντασης» στα δυτικά της, απέναντι στην Ελλάδα. Ειδικότερα όσον αφορά την Ελλάδα, η Τουρκία έδειξε να επιχειρεί (τόσο μέσω της ανάληψης κινήσεων υψηλού κινδύνου όσο και μέσω αναφορών για αδιαμφισβήτητη τουρκική κυριαρχία) να ενισχύσει (κυρίως στο εσωτερικό της αλλά όχι μόνο) μια περιρρέουσα αντίληψη περί περιοχών «αμφισβητούμενης κυριαρχίας» στο Αιγαίο. Έδειξε, παράλληλα, έτοιμη να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που θα παρουσιάζονταν, όπως η περίπτωση της σύλληψης των δύο στρατιωτικών στον Έβρο, προκειμένου να αυξήσει την πίεση προς την Ελλάδα. Στις παραπάνω «παραδοσιακού» τύπου αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας θα μπορούσαν επίσης να ενταχθούν συγκεκριμένα υβριδικού χαρακτήρα μέσα, όπως η υπέρπτηση πάνω από ελληνικό έδαφος μη-επανδρωμένων τουρκικών αεροσκαφών.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, και ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν σε επίσημο δείπνο στο Προεδρικό Μέγαρο της Αθήνας, στις 7 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Costas Baltas 

Με την ευρωπαϊκή της προοπτική παγωμένη, αν όχι ακυρωμένη, και τον ευρωπαϊκό έλεγχο της εξωτερικής της συμπεριφοράς αποδυναμωμένο, η Τουρκία έχει εισέλθει σε έναν όλο και περισσότερο εντεινόμενο αυταρχισμό και εθνικισμό στο εσωτερικό της και σε μια στρατηγική περιδίνηση στο εξωτερικό της, με αποτέλεσμα να σπρώχνει τα πράγματα όσον αφορά τις σχέσεις της με την Ελλάδα στα όριά τους, δοκιμάζοντας τις αντοχές και τα περιθώρια αντίδρασης της ελληνικής πλευράς.

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗΣ

Η σημερινή κυβέρνηση, όπως και όλες όσες ακολούθησαν από την επομένη της ακύρωσης της στρατηγικής του Ελσίνκι μέχρι και σήμερα, είναι υποχρεωμένη να λειτουργήσει μέσα σε ένα «σκληρά επανα-διμεροποιημένο πλαίσιο», αντιλαμβανόμενη ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες δημιουργίας εξωτερικών ερεισμάτων και αντίβαρων απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα είτε μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ (οι οποίοι δεν επιθυμούν «να χάσουν την Τουρκία») είτε μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης (καθώς η ευρωπαϊκή μόχλευση έχει ιδιαίτερα αποδυναμωθεί, εάν δεν έχει παντελώς απολεσθεί) είτε μέσω συγκεκριμένων περιφερειακών συμμάχων (Ισραήλ), που θα προτιμήσουν να απέχουν από τη σύμπηξη ενός αντι-τουρκικού μετώπου. Γίνεται επιπρόσθετα αντιληπτό ότι στο υφιστάμενο πλαίσιο των τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένουν αποδυναμωμένες οι όποιες θετικές διμερείς πρωτοβουλίες είχαν μέχρι σήμερα αναληφθεί και παρέμεναν σε λειτουργία, όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, οι συμφωνίες για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο Αιγαίο ή/και η διαδικασία των «Διερευνητικών Συνομιλιών» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η αποτελεσματική αποκωδικοποίηση των στόχων της τουρκικής επιθετικότητας με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, δηλαδή χωρίς είτε να υπερτιμώνται είτε να υποτιμώνται οι κίνδυνοι για την ασφάλεια της Ελλάδας, επιβάλει την υπέρβαση του παρωχημένου δίπολου «κατευνασμός-αποτροπή», και την ανάγκη ανάπτυξης αποτελεσματικής στρατηγικής εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής, προσδιορίζοντας τόσο το επίπεδο που θα αναπτυχθεί η εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας όσο και το ειδικότερο περιεχόμενο που θα λάβει αυτή η προσπάθεια.

Με δεδομένο τον «σκληρά διμεροποιημένο» χαρακτήρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έχει αναμφίβολα βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις οι οποίες αφορούν στην αποτελεσματική διαχείριση της τουρκικής προκλητικότητας που εκδηλώνεται σε όλο το εύρος του ελληνοτουρκικού μετώπου και με διάφορες μορφές, κυρίως «κρίσεων χαμηλής έντασης», οι οποίες αναπτύσσονται σε ένα «ενδιάμεσο επίπεδο» όπου, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η αποτρεπτική στρατηγική έχει ήδη αποτύχει.

Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητη η ανάπτυξη ενός ενιαίου, συνεκτικού και συγκροτημένου συστήματος διαχείρισης «κρίσεων χαμηλής έντασης» από την πλευρά της Ελλάδας με στόχο (α) τον έλεγχο άσκοπης κλιμάκωσης (β) την αποτροπή πολυφωνίας ή/και κακοφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων-διαχειριστών μιας αναφυόμενης κρίσης και (γ) την αποστολή ισχυρού μηνύματος στην Τουρκία ότι η Ελλάδα είναι ικανή να απαντά με επιχειρησιακή και επικοινωνιακή επάρκεια στο είδος των κρίσεων που θα επιλέξει η Τουρκία να δημιουργήσει στο «ενδιάμεσο επίπεδο». Η ελληνική πλευρά πρέπει παράλληλα να εξετάσει με ποιο τρόπο το εν λόγω σύστημα διαχείρισης κρίσεων χαμηλής έντασης θα αναπτυχθεί ως ενιαίο μέτωπο με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπου εστιάζεται και το πρωτεύον ενδιαφέρον της Τουρκίας σε σχέση με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ.

Παράλληλα, η ενεργότερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο επίπεδο της «εξωτερικής εξισορρόπησης» της τουρκικής απειλής, εξακολουθεί να παραμένει ακριβό ζητούμενο ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας όταν εξέπνευσε η στρατηγική του Ελσίνκι.

Η αναπτυσσόμενη επιθετική (διακηρυκτική ή πραγματική) και τυχοδιωκτική συμπεριφορά του κ. Ερντογάν έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την διεθνή αξιοπιστία της Τουρκίας. Πράγματι, αν και η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας παραμένει σημαντική, οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής του κ. Ερντογάν έχουν απαξιώσει, αν όχι ακυρώσει, την δυνατότητα της χώρας του να αποτελέσει πόλο σταθερότητας στην εύφλεκτη περιοχή της Μέσης Ανατολής και έχουν δημιουργήσει ένα σοβαρό «κενό αξιοπιστίας» για το περιφερειακό, ευρωπαϊκό και Δυτικό σύστημα ασφάλειας. Ως αποδεκτός από την διεθνή κοινότητα και αδιαμφισβήτητος πόλος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αναλάβει, με προσοχή και μεθοδικότητα, τον ρόλο της κάλυψης του παραπάνω κενού αξιοπιστίας μέσω της ανάληψης πρωτοβουλιών και ρόλων που θα συν-διαμορφώνουν την ατζέντα ασφάλειας της Δύσης (Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης) για την ασταθή και ρευστοποιούμενη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Ταυτόχρονα, στο παρόν «σκληρά διμεροποιημένο πλαίσιο» των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του περιορισμένου ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη η κατανόηση των ορίων της παρέμβασης της ΕΕ στην υποστήριξη της ελληνικής εξισορροπητικής προσπάθειας έναντι της Τουρκίας. Αν και οι προϋποθέσεις αναβίωσης της στρατηγικής του Ελσίνκι δεν υφίστανται πλέον, τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας είναι πιθανόν να «υποχρεώσουν» τον κ. Ερντογάν, ήδη από την επόμενη μέρα της εκλογής του, όχι μόνον σε αναδίπλωση αλλά και σε επαναδιαμόρφωση (repackaging) των σχέσεων της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ενεργητική και έγκαιρη παρουσία της Ελλάδας στην διαμόρφωση της μελλοντικής σχέσης Τουρκίας-ΕΕ -πιθανόν στην κατεύθυνση μιας «ειδικής σχέσης»- με τρόπο επωφελή για τα ελληνικά συμφέροντα αποτελεί υψηλή προτεραιότητα για την Ελλάδα και συστατικό στοιχείο μιας αποτελεσματικής ελληνικής στρατηγικής «εξωτερικής εξισορρόπησης» της Τουρκίας, κυρίως για το απώτερο μέλλον όπου ο συσχετισμός δυνάμεων, σε όλα σχεδόν τα μεγέθη, θα αναπτύσσεται ασύμμετρα υπέρ της Τουρκίας.

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 52 (Ιούνιος-Ιούλιος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Για την προσπάθεια της Ελλάδας να μετατρέψει τo ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε «προμηθευτές ασφάλειας» βλ. Panayotis J. Tsakonas & Antonis Tournikiotis, «Greece’s Elusive Quest for Security Providers: The Expectations-Reality Gap», Security Dialogue, 34(3), σελ. 301-314.
[2] Για μια αναλυτική συζήτηση και εξήγηση της στροφής που επιχείρησε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέσω της ανάπτυξης μιας «στρατηγικής κοινωνικοποίησης», βλ. Panayotis J. Tsakonas, The Incomplete Breakthrough in Greek-Turkish Relations. Grasping Greece’s Socialization Strategy (Palgrave MacMillan, New York, 2010).
[3] Η «στρατηγική εξισορροπητικής εμπλοκής» δεν έχει ως στόχο μόνον την συνέχιση της αποτελεσματικής αποτροπής της Τουρκίας από το να υιοθετεί επιθετική συμπεριφορά αλλά ενδιαφέρεται επίσης να απολαύσει τα οφέλη που θα προκύψουν από την παράλληλη εμπλοκή της Τουρκίας στην υποχρεωτική διαδικασία υιοθέτησης και εσωτερίκευσης των νορμών και των κανόνων συμπεριφοράς του διεθνούς θεσμού στον οποίο αυτή επιθυμεί να ενταχθεί. Βλέπε σχετικά Kostas Ifantis, «Greece’s Turkish Dilemmas: There and Back Again», Journal of Southeast European and Black Sea Studies, 5(3) σελ. 379-394.
[4] Σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών, η οποία εμφανίζεται στο εσωτερικό της Τουρκίας ως δυναμικός «παράγοντας αλλαγής», η μεταρρύθμιση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, η νομιμοποίηση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας μεταξύ διαφορών ΜΚΟ κ.ά. Ειδικότερα η περίοδος 2001-2004, έχει αξιολογηθεί ως «η χρυσή περίοδος της ευρωπαϊκής διαδικασίας ένταξης» της Τουρκίας.
[5] Όσον αφορά στο Κυπριακό, η αλλαγή που συντελείται στην τουρκική εξωτερική πολιτική είναι πράγματι «παραδειγματική», καθώς η Τουρκία επιλέγει συνειδητά και αποφασιστικά την πολιτική περιθωριοποίηση του σκληροπυρηνικού και αδιάλλακτου Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντενκτάς με στόχο να βγάλει το εμπόδιο του Κυπριακού από το δρόμο της ευρωπαϊκής της πορείας.
[6] Η στρατηγική του Ελσίνκι δεν αποτελούσε παρά την συνέχεια μιας στρατηγικής που επιχείρησε πρώτος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και μάλιστα υπό δυσκολότερες διεθνείς, περιφερειακές και εσωτερικές συνθήκες από εκείνες της κυβέρνησης Σημίτη. Πιστεύοντας ότι στις σχέσεις με την Τουρκία «είναι καλύτερο να επιδιώκεις μια ατελή λύση σήμερα από το να αναμένεις την τέλεια λύση αύριο», κατέδειξε ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας αλλά υπέρ εκείνου που θέτει συνεχείς αμφισβητήσεις˙ δρομολόγησε έτσι μια συγκροτημένη διαδικασία διαπραγματεύσεων με την Τουρκία που δεν περιοριζόταν στο ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά αφορούσε το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών, αναδεικνύοντας και τονίζοντας ταυτόχρονα την σημασία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ως κεντρικού εργαλείου προώθησης των ελληνικών συμφερόντων.
[7] Σύμφωνα με την άποψη ανώνυμου «έμπειρου παλαιού διπλωμάτη» και υποστηρικτή (ενδεχομένως και εμπνευστή;) της εν λόγω στρατηγικής, αυτή άδικα αξιολογήθηκε ως μια στρατηγική αδράνειας· θα πρέπει αντίθετα να ιδωθεί ως μια (ενεργή) «πολιτική του status quo», βλ. Παύλος Παπαδόπουλος, «Η καραμανλική στρατηγική απέναντι στο Ελσίνκι», Καθημερινή της Κυριακής,
 23 Απριλίου 2018 ( http://www.kathimerini.gr/960365/article/
epikairothta/politikh/h-karamanlikh-strathgikh-apenanti-sto-elsinki). Για μια αποδόμηση των σχετικών επιχειρημάτων βλέπε P. Tsakonas, The Incomplete Breakthrough in Greek-Turkish Relations, οπ. παρ. σελ. 119-172 και Παναγιώτης Τσάκωνας, «Η “νεο-καραμανλική” στρατηγική επανακάμπτει;», Τα Νέα, 8 Μαΐου 2018 ( https://www.tanea.gr/2018/05/07/opinions/i-neo-karamanliki-stratigiki-epanakamptei/).

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ 
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

26/09/2018