Κώστας Καρυωτάκης: «Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο»...


 «Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! 
είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο».

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε, στις 30 Οκτωβρίου 1896, στην Τρίπολη. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Αικατερίνης Σκάγιαννη. Πέρασε τα σχολικά του χρόνια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Το 1913 ολοκλήρωσε της γυμνασιακές σπουδές του στα Χανιά. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1917, με βαθμό λίαν καλώς. Το 1918 επισκέφτηκε την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη και συνελήφθη ως ανυπότακτος. Αναγκάστηκε να καταταγεί στον στρατό, όμως λίγο αργότερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και έλαβε αναστολή στράτευσης. Στις αρχές του 1919, προσπάθησε ασχοληθεί με τη δικηγορία, χωρίς όμως επιτυχία. Τον ίδιο χρόνο, στρατεύτηκε ξανά και τον Οκτώβριο διορίστηκε υπουργικός γραμματέας στη νομαρχία Θεσσαλονίκης, όπου έμεινε μέχρι το Φεβρουάριο του 1920. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, απαλλάχτηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα για λόγους υγείας και τον Νοέμβριο μετατέθηκε στη Άρτα.

Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχτεί τη γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την οποία και καυτηριάζει όποτε μπορεί, γι' αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσων, γνωρίζει την ανία της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει.

Η ενασχόληση του Καρυωτάκη με τη λογοτεχνία, ξεκίνησε ερασιτεχνικά, σε ηλικία 16 ετών, γύρω στο 1912, όταν άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε λαϊκές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ασχολήθηκε με το σκίτσο. Συνέχισε να δημοσιεύει στίχους και στα φοιτητικά του χρόνια και το 1916 πραγματοποίησε μια διάλεξη στην αίθουσα εμποροϋπαλλήλων για τον ποιητή Ζοζέ - Μαρία - ντ' Ερεντιά. Στις αρχές του 1919 ξεκίνησε τη συνεργασία του με το λογοτεχνικό περιοδικό «Νουμάς» και εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Τον ίδιο χρόνο, εξέδωσε μαζί με τον φίλο του Αγη Λεβέντη το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία, όμως απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία, μετά το έκτο τεύχος.

Το 1921 εξέδωσε τα  «Νηπενθή», τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, ενώ έγραψε και το χαμένο θεατρικό μονόπρακτο ο «Άρρωστος». Τελευταίο ποιητικό του βιβλίο είναι το «Ελεγεία και Σάτιρες», που εκδόθηκε το 1927.

«Τον εγνώρισα προσωπικά» γράφει ο Τέλλος Άγρας, σε κείμενό του για τον Καρυωτάκη το 1935 στο περιοδικό «Νέα Γράμματα». «Τον εγνώρισα» προσθέτει «σε ένα λαμπρό τουλάχιστον τότε και υπηρεσιακώς σχεδόν  ανεξάρτητο παράρτημα του Υπουργείου της Πρόνοιας στην Οδό Κοραή, μέσα σε ένα ευρύχωρο και αξιοπρεπέστατο γραφείο με χαλιά με καλοριφέρ με καινούρια έπιπλα με πέτσινες πολυθρόνες  και κείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος όπως πάντα άλλωστε, υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομιλητικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση. Τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Σχεδόν τίποτε πάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο η το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες. Ανεπιτήδευτη, κανονική, φωτιστική και απλή. Το γέλιο του, μόνο αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά, μα, παράξενο πράγμα, ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία. Χαμογελούσε μπορεί να πει κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Το άλλο μισό, έμενε όπως και πριν. Κι έτσι η φυσιογνωμία του γινόταν θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζε αμέσως τα μάτια, σα να έκανε αμαρτία».

Τον Απρίλιο του 1940, στο τεύχος 320 του περιοδικού Νέα Εστία, ο βιογράφος του ποιητή, Χαρίλαος Σακελαριάδης, γράφει για τον επιθεωρησιογράφο Καρυωτάκη και μάλιστα για μια επιθεώρηση που γράψανε μαζί το 1922 που βαφτίστηκε από τον Καρυωτάκη «Πελ Μελ». Ο Σακελαριάδης αναφέρει, μεταξύ άλλων, για το ξέσπασμα της έμφυτης σατιρικής διάθεσης του ποιητή, που στην περίσταση αυτή, ήταν μια παραπάνω εκδήλωση απόπειρας για απόδραση από το καταθλιπτικό του περιβάλλον, μια ελπίδα χειμερική, να ξεφύγει από την επαγγελματική του ρουτίνα. Ένα σημάδι τέλος, της παντοτινής προσπάθειας να ζει σε ατμόσφαιρα ονείρων. Πρέπει, μου έγραφε, λίγα χρόνια κατόπι, σε ένα γράμμα του, να αποβλέπουμε σε κάτι, έστω κι όταν έχουμε επίγνωση κατά βάθος της ματαιότητας του. Έτσι εγενηθήκαμε, έτσι εμεγαλωσαμε, τρώγοντας όνειρα, και θα παύσουμε να ζούμε όταν αλλάξουμε. Την επιθεώρηση αυτή, σημειώνει ο  Σακελαριάδης, την γράψαμε καθισμένοι στο καφενεδάκι του κήπου του Κλαυθμόνα, δίπλα στα γραφεία της Ακρόπολης, όπου σκαρώναμε μαζί στιχάκια, οραματιζόμενοι συγχρόνως και την ξένοιαστη μελλοντική ζωή μας. Εκείνη την εποχή, ο Καρυωτάκης περνούσε μια πολύ ανοιχτή ζωή, προσπαθώντας να την απολαύσει σε όλες της τις εκδηλώσεις. Στις διάφορες εξοχικές Μπύρες, ιδίως της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, που είχαν την επιγραφή «Αιθουσαι δια Οικογενείας», ήταν τακτικός πελάτης, γνωστός μάλιστα για τις πολλές του ιδιορρυθμίες, μια από τις οποίες ήταν, να θεωρεί καθήκον του απαραίτητο, να αναγκάζει τη συνοδό του, πριν φύγουν από το καμαρίνι, να αναγράφει και αυτή πάνω στον τοίχο το μικρό της όνομα, κάτω από το δικό του. 

«Αν δεν υπήρχε το δοκίμιο του Τέλλου Άγρα, «ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες το 1935, ο αποχαιρετισμός του Κλέωνα Παράσχου, μαζί με δυο τρεις ακόμη νεκρολογίες, ο Καρυωτάκης, θα είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητος» επισημαίνει ο Δημήτρης Ραφτόπουλος, στο τεύχος 175-176 του περιοδικού «Δέντρο». «Για τις δυο πρώτες συλλογές» προσθέτει, λίγα κριτικά σημειώματα επαινετικά. Μόνο η τρίτη συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες», το 1927, τράβηξε το πραγματικό ενδιαφέρον της κριτικής. Σε μια υποδοχή που ξεχώρισαν τα θετικά σχόλια του Κλέωνα Παράσχου, του Ι. Ζερβού. Αντίθετα, ο Βασίλης Ρώτας «μάλωνε» τον ποιητή, γιατί δεν έπαιξε τον ρόλο του οδηγού και του καλοκαρδιστή, αντί να είναι χωρίς λόγο άρρωστος, εγωπαθής, υποχονδριακός, θεατρίνος. Με περισσή άνεση, ο Θράσος Καστανάκης σνομπάρει την ποίηση του Καρυωτάκη, συνοψίζοντάς την, το εύκολο και το ασήμαντο, στιχουργημένα μέχρι αυτοκτονίας. Από κοντά ο Νίκος Παππάς, αρθρογραφώντας στην Καθημερινή, αναγγέλλει το τέλος του Καρυωτακισμού, το 1936 και την ανατολή του άδολου λυρισμού. Αλλά, η μεγάλη συζήτηση που κυριαρχήθηκε από την απόρριψη και την καταδίκη, ξέσπασε το 1938, πάνω στη δέκατη επέτειο της αυτοκτονίας, όταν εκδόθηκαν τα πρώτα Άπαντα, με επιμέλεια του βιογράφου του ποιητή Χαρίλαου Σακελαριάδη, που περιέλαβαν και ολοκληρωμένη τη μελέτη του Τελλου Αγρα. Η μεγαλύτερη ίσως ομοβροντία, αλλά κούφια της νεοελληνικής κριτικής, κατά της ποίησης του Καρυωτάκη, συγκεντρώνει αυτή τη φορά ονόματα κύρους, και περίπου όλες  τις ευδιάκριτες τάσεις, από τη συντήρηση, ως τη μαρξιστική αντίληψη της λογοτεχνίας. Την ανοίγει ο  Κ.Θ. Δημαράς. Ο Καρυωτάκης, γράφει, δεν ήταν μεγάλος ποιητής. Καλά, καλά, εγώ πιστεύω, πως δεν ήταν καν ποιητής. Μας συγκινεί ο Καρυωτάκης, αλλά όχι αισθητικά. Ματαίως θα προσπαθήσει κανείς να ανιχνεύσει ποίηση μέσα στους στίχους αυτούς. Κατά τον Δημαρά, που αργότερα μετρίασε κατά πολύ την άρνηση του, ο Καρυωτάκης ήταν περίπου λογοπλόκος, αλλά περιέργως, αυτός ο μη ποιητής, ήταν αντιπρόσωπος της γενιάς του. Τη σκυτάλη μετά τον Κ. Θ. Δημαρά, παίρνει ο Γ. Θεοτοκάς, συγχαίροντας τον προλαλήσαντα και βεβαιώνοντας ότι ο Καρυωτάκης, δεν έγραψε ούτε ένα αληθινό ποίημα. Θεωρεί λιγοστή, τη δημιουργική του πνοή, και την καλλιέργεια του ακόμη λιγότερη. Από κοντά και οι ελάσσονες ο Μήτσος Παπανικολάου και ο Γιάννης Χονδροκούκης, σιγοντάρουν στη αποκαθήλωση, αλλά αποστασιοποιούνται από τις υπερβολές Δημαρά, Θεοτικά.

Στις 20 Ιουλίου 1928, ο Καρυωτάκης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα, αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα το οποίο έγραφε: 

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

  Κώστας Φασουλάς

31/10/2018


             ΣΧΕΤΙΚΑ    ΚΕΙΜΕΝΑ                 



1.
Όταν ο Εμπειρίκος έγραψε για τον «άνθρωπο 
που εις την Πρέβεζα εχάθη».

Σαν σήμερα στις 30 Οκτωβρίου του 1896 γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης, ο σημαντικότερος ποιητής της Γενιάς του ’20, ο «μεγάλος ποιητής» όπως τον αποκάλεσε ο άλλοτε αρνητής του Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή στις 21 Ιουλίου 1928, σε ηλικία μόλις 32 ετών. «Μη πήτε ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλία μη την πήτε...», γράφει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο ποιήμα του «Όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες» για τον Καρυωτάκη.

Το tvxs.gr δημοσιεύει όλοκληρο το ποίημα του Εμπειρίκου για τον «σπουδαίο ποιητή, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων». Ένα «μνημόσυνον σε μαύρο μείζον με βαθυπράσινους κισσούς για έναν άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη»:

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών  και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια  ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν  και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με  ζέσιν ελπιζόντων: ”Ντόρτια!... Δυάρες!...Εξάρες!...” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών- πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνία- απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε- είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον , ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.

Ω , ναι, πάντα σε τέτοια μέρη- Κρανίου τόπος, Γολγοθάς ή χώρες της Στυγός - πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή,  που την δικαιώσι ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω απο σωρούς εγγράφων του δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο.

Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκία νοσταλγών την άλλην εκέινην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρή εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξη εν τη ανυπαρξία, που την oνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσή του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων  την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα. 

Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλία μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγετε Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρέβελ), τις πιστολιές εκείνες που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι  και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν  - ως παραδείγματος χάριν : «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του...Στο Λύκειον των Ελληνίδων εδόθη χτες μέγας χορός, αι νεάνιδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς, το φόρεμα της κυρίας Μ...από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος...Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας... Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν... Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης... Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν... κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ... μητέρα τριών τέκνων”.

Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών  τα εντελβάις), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμώγας της Οικουμένης, ενώ, μες την ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με  καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου κι αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας  θάναι.

Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με  αιμοπτύσεις και με φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχεις οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψη στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες : “Ο κύριος Νομάρχης έρχεται...δεν έρχεται...ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!...” και με  βαθεία , βαριά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.

Μην πείτε λοιπόν ποτέ λόγο κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη.Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’τους θεούς, όπως και η δάφνη.

Μην τον ξεχνάτε λοιπόν, τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτον λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου. Τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις- είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Αθήνα 9.12.1964»  

30/10/2018


2.
Κώστας Καρυωτάκης: 
Ένας «Ιδανικός Αυτόχειρας». 

Στις 21 Ιουλίου 1928, σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο σημαντικότερος ποιητής της Γενιάς του ’20, ο «μεγάλος ποιητής» όπως τον αποκάλεσε ο άλλοτε αρνητής του Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή.

Ένα μικρό βιογραφικό

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στη Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου του 1896. Ο πατέρας του, Γεώργιος Καρυωτάκης, ήταν νομομηχανικός. Μητέρα του ήταν η Κατήγκω Σκαγιάννη. Ο Καρυωτάκης ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας, είχε μια μεγαλύτερη αδερφή τη Νίτσα και ένα μικρότερο αδερφό το Θάνο. Ο πατέρας του ήταν φιλομοναρχικός. Στη ταραγμένη περίοδο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα ήταν πάγια πρακτική, η μετάθεση δημοσίων υπαλλήλων ανάλογα με τα πολιτικές τους θέσεις. Έτσι οι οικογένεια Καρυωτάκη άλλαζε συχνά τόπους διαμονής. Λευκάδα, Πάτρα, Λάρισα, Καλαμάτα, Αργοστόλι, Αθήνα και Χανιά ήταν οι πόλεις που ο Καρυωτάκης έζησε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1917.

Αρχικά προσπάθησε να ιδιωτεύσει στη δικηγορία, όμως οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά και έτσι οδηγήθηκε στη σιγουριά του δημοσίου, μια επιλογή που θα σημαδέψει τη ζωή του. Θεσσαλονίκη, Σύρος, Άρτα και Αθήνα ήταν η μετεφηβική και επαγγελματική του διαδρομή. Το 1928 αποσπάστηκε στη Πάτρα και λίγο αργότερα στη Πρέβεζα. Αυτός θα είναι και ο τελευταίος του σταθμός. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Καρυωτάκης γράφει τον επίλογο της ζωής του. Ο Καρυωτάκης πρόλαβε να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων» (1919), «Νηπενθή» (1921), «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927) αλλά και αρκετά πεζά και μεταφράσεις.

Βρείτε εδώ τις ποιητικές συλλογές του συγγραφέα.

Το 1928 ο Καρυωτάκης βρίσκεται σε μεγάλη απόγνωση. Ίσως να τον είχε επηρεάσει και το ότι έπασχε από σύφιλη. Η αλληλογραφία του με συγγενείς δείχνει την απέχθεια του προς την τοπική κοινωνία της Πρέβεζας και τον επαρχιώτικο τρόπο ζωής. Η απόφαση είχε παρθεί. Στις 21 Ιουλίου του 1928, αγόρασε ένα περίστροφο και επισκέφθηκε ένα τοπικό καφενείο. Πέρασε ώρες μόνος του, καπνίζοντας (Μια μέρα πριν, είχε επισκεφθεί το Μονολίθι και αποπειράθηκε, μάταια, επί 10 ώρες να πνιγεί). Φεύγει αποφασισμένος από το καφενείο και καταλήγει στη παρακείμενη παραλία του Άγιου Σπυρίδωνα. Κάθεται κάτω από έναν ευκάλυπτο και δίνει τέλος στη ζωή του. Στη τσέπη του βρέθηκε ένα σημείωμα που έγραφε:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. Κ.Γ.Κ. 

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Οι στίχοι του, κομμάτια της ζωής του

Στον Καρυωτάκη έχουν προσδώσει διάφορους χαρακτηρισμούς όπως μισάνθρωπος, πεσιμιστής και άλλα διόλου τιμητικά. Επιφανειακά και μόνο, κρύβεται μια αλήθεια σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Ο Καρυωτάκης σε αρκετές περιπτώσεις αποξενώθηκε, όχι όμως επειδή μίσησε τους ανθρώπους αλλά επειδή μίσησε την εποχή του. Ζητούσε την επανάσταση ακόμα και αν ήξερε πως «το λεύτερο που εσκέφτηκε τραγούδι ποτέ δε θα ειπωθεί». Η ζωή του ήταν μια συνεχής μάχη με την άρρωστη νοοτροπία εκείνης της περιόδου.

Βίωσε την Ελλάδα της «βρομιάς», του χαμηλού επιπέδου ζωής, των αξιοθρήνητων και οκνηρών δημοσίων υπαλλήλων που «παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους, σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους σηκώνοντας οι καημένοι». Ο ίδιος υπήρξε δημόσιος υπάλληλος και αυτό τον τσάκισε. Ο Καρυωτάκης ήθελε να αποτραβηχτεί από τη κοινωνία του, και αυτή συχνά του θύμιζε πως ζει μέσα της. Έπρεπε πρώτα να έρθει σε ρήξη με τον ίδιο του τον εαυτό.

«Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό, ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό, άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια» γράφει στο ποίημα του Ανδρείκελα. Δεν παραιτήθηκε από τη ζωή. Πάλεψε να γλεντήσει τη καθημερινότητα ακόμα και αν αυτή, φάνταζε οδυνηρή «Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό κι εμείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ,όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό και μέσα μας τον άδη».

Ο έρωτας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Η πρώτη του αγάπη ήταν η Άννα Σκοδρύλη, την οποία γνώρισε ως έφηβος στα Χανιά. Η δεύτερη, και πιο γνωστή, ήταν η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Με τη τελευταία συνδέθηκε ενώ ακόμα δεν είχε ξεχάσει τη πρώτη. Η Πολυδούρη, σε μια απόδειξη απόλυτης αγάπης του ζητάει να παντρευτούν ενώ γνώριζε πως ο Καρυωτάκης έπασχε από σύφιλη.

Υπήρχαν όμως και οι γυναίκες που του δημιουργούσαν αποστροφή «Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια. Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών. Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια». Η ποίηση του σκοτεινή, καταραμένη, όπως των ποιητών που αγάπησε «των Πόε των δυστυχισμένων και των Μπωντλαίρ που εζήσανε νεκροί».

«Φθονούσε» την αθανασία τους, πίστευε πως «μάταια στιχουργούσε» όμως ο Κώστας Καρυωτάκης άλλαξε μια για πάντα την Ελληνική ποίηση. Όσοι μέσα από τους στοίχους του ένιωσαν τι θα πει «νηπενθές» του έδωσαν μια θέση δίπλα στους ήρωές του.

Παναγιώτης Κωνσταντίνου

21/7/2018