Οι άντρες που αγάπησαν τις γάτες.


 Ο Έρνεστ Χέμινγουει έλεγε πως μια γάτα οδηγεί πάντα σε μια άλλη. 
Ο ίδιος απέκτησε πολλές.

Χωρίς τη γάτα, που πολλοί λατρεύουν, αλλά ουκ ολίγοι απεχθάνονται, δεν θα μπορούσατε να διαβάσετε αυτό το κείμενο. Ίσως να μην είχε αναπτυχθεί ούτε η ίδια η γραφή. Ο ανθρώπινος πολιτισμός μάλλον θα είχε καταρρεύσει προτού καλά καλά δημιουργηθεί, αφού η γεωργική επανάσταση θα ήταν αδύνατον να εξελιχθεί εξαιτίας των κάθε λογής τρωκτικών και των ασθενειών που θα θέριζαν τις πρώτες σταθερές κοινότητες. Είχαν άδικο οι Αιγύπτιοι που έφτασαν να δημιουργήσουν γάτα-θεά, την Μπαστέτ; Δυστυχώς, όμως, οι γάτες πλήρωσαν το μίσος των Ιουδαίων για τους Αιγυπτίους. Συνδέθηκαν με τη μαγεία και κυνηγήθηκαν αλύπητα στον Μεσαίωνα. Η Ευρώπη πλήρωσε οδυνηρό τίμημα, αφού η εξαφάνιση της γάτας από τις πόλεις επέτρεψε την εξάπλωση των τρωκτικών και της πανούκλας.

Felis catus ονόμασε το 1758 ο Σουηδός βοτανολόγος Λινναίος την κατοικίδια γάτα, που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, αποτελεί διασταύρωση των αγριόγατων της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης και ο πληθυσμός της υπερβαίνει σήμερα τα 400 εκατομμύρια. Η γάτα ακολουθεί την ανθρώπινη περιπέτεια από την αρχή του πολιτισμού – οι πρώτοι σκελετοί εντοπίστηκαν σε ανασκαφές στην Ιεριχώ (στο σημερινό Ισραήλ) σε οικισμό 9.000 ετών και στην Κύπρο σε οικισμό 7.000 ετών. Μοναχική, νυκτόβια, αθόρυβη και αινιγματική, επίμονη και παρατηρητική, υπερήφανη, ευαίσθητη και διακριτική, η γάτα είναι ένα πλάσμα που μοιάζει σαν να βρίσκεται διαρκώς σε κάποιου είδους διαλογισμό, σαν να περπατάει στον αέρα. Ίσως αυτή η συνειδησιακή κατάσταση να είναι εκείνο που της επιτρέπει όχι μόνο να έχει άριστη σχέση με τον εαυτό της και να είναι ανεξάρτητη, αλλά και να διαμορφώνει σχέσεις ισοτιμίας με τους ανθρώπους. 

Βεβαίως, επειδή τα στερεότυπα δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ, η γάτα συνδέεται συχνά με τη γυναίκα – και μάλιστα με τη μοναχική, την παράξενη, την ορκισμένη γεροντοκόρη. Όχι ότι οι ανεξάρτητες γυναίκες δεν είναι συχνά και λάτρεις των αιλουροειδών, αλλά ο κορυφαίος illustrator της Νέας Υόρκης Sam Kalda αποφάσισε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Έγραψε και σχεδίασε ένα θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο «Of Cats and Men», με το οποίο μας υπενθυμίζει ότι ιστορικά η γάτα αποτελεί το αγαπημένο κατοικίδιο αντρών με πλούσια εσωτερική ζωή, καλλιτεχνών, στοχαστών και ηγετών. Επιλέγουμε ενδεικτικά ορισμένους από αυτούς.   
 

Έρνεστ Χέμινγουεϊ:
 Γυναίκες, αλκοόλ και γάτες

Ο μεγάλος συγγραφέας ήταν ασυναγώνιστο πρότυπο συνδυασμού του στοχασμού με την αρρενωπότητα. Οι ανεξάντλητες περιπέτειες που χαρακτήριζαν τη ζωή του ήταν γεμάτες από γυναίκες, αλκοόλ, όπλα και ταξίδια σε όλο τον κόσμο για κυνήγι και ψάρεμα. Αυτή ήταν η ζωή ενός κορυφαίου ταλέντου που, όταν δεν έτρεχε σε κάποιο σαφάρι στην Αφρική, πρωταγωνιστούσε στις καλλιτεχνικές παρέες του Παρισιού του Μεσοπολέμου. Στο Παρίσι έφτασε μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και αμέσως έγινε επίλεκτο μέλος ενός φιλολογικού κύκλου που περιλάμβανε τη Γερτρούδη Στάιν, τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και τον Τζέιμς Τζόις. Όταν ζούσε στο Key West της Φλόριδα, ένας φίλος του καπετάνιος του χάρισε μια γάτα, και μάλιστα μια γάτα πολυδάκτυλη – με παραπάνω δάκτυλα και νύχια από το συνηθισμένο. Και όπως είπε αργότερα, «μια γάτα οδηγεί σε μια άλλη», αφού στην πορεία απέκτησε πολλές. Τις αποκαλούσε «εργοστάσια γουργουρητού» και «σπόγγους αγάπης», αποκαλύπτοντας ότι ακόμα και πίσω από ένα τετράγωνο, δασύτριχο και καλοχτισμένο στήθος μπορεί να κρύβεται μια ευαίσθητη καρδιά. Δυστυχώς η ευαίσθητη καρδιά δεν άντεξε μέχρι τέλους τα βάσανα, αφού ο Χέμινγουεϊ έδωσε μόνος του τέλος στη ζωή του. Οι «σπόγγοι αγάπης» βοηθούν πολύ, αλλά δεν είναι η λύση για όλα. 


Ουίνστον Τσόρτσιλ: 
Ένα γατόφιλο «μπουλντόγκ»

Ο πολιτικός που με την εμπνευσμένη ηγεσία του έσωσε τη Βρετανία από βέβαιη γερμανική εισβολή το 1940, που με τη ρητορική του ικανότητα ενέπνευσε τους ανθρώπους της πατρίδας του και πολλούς άλλους σε όλο τον κόσμο και που με τα τεχνάσματα και την εφευρετικότητά του κατόρθωσε να διαμορφώσει τις συνθήκες για τη νίκη των Συμμάχων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρομοιάζεται πάντα με μπουλντόγκ. Και όμως, το «μπουλντόγκ» περιστοιχιζόταν πάντα από γάτες, ακόμα και τις πιο δύσκολες και αβέβαιες στιγμές του πολέμου. Ο Τάνγκο, ο Μίκυ, ο Νέλσον ήταν ορισμένες μόνο από τις γάτες που μπλέκονταν στα πόδια του την ώρα που κάπνιζε πούρα και κατέβαζε μπουκάλια με ουίσκι, που έτρωγε τα μεσημέρια, που ζωγράφιζε ή έγραφε τις ομιλίες και τα βιβλία του. Όταν έκλεισε τα 88, έλαβε ως δώρο μια πορτοκαλί γάτα, τον Τζοκ. Όταν πέθανε, στα 90 του, η μεγάλη οικογενειακή έπαυλη, το Chartwell, πέρασε στο κράτος και λειτουργεί σήμερα ως επισκέψιμος χώρος υπό την εποπτεία του National Trust. Το βρετανικό κράτος απένειμε στον γάτο το προνόμιο να μένει μόνιμα στο σπίτι. Ο Τζοκ πέθανε σε ηλικία 13 ετών, το 1976, και αντικαταστάθηκε από ένα από τα παιδιά του, τον Τζοκ τον Δεύτερο. Ο σημερινός επισκέπτης του Chartwell μπορεί να συναντήσει τον Τζοκ τον Πέμπτο να σουλατσάρει με «ύφος μπουλντόγκ» στους διαδρόμους.      


Καρλ Λάγκερφελντ:
 Ένας γάμος που δεν έγινε ποτέ

Ποιος από τους έχοντες στοιχειώδη γνώση της μόδας δεν γνωρίζει τη Σουπέτ (Choupette, που σημαίνει «γλυκιά» στα γαλλικά); Πρόκειται για τη γάτα του μεγαλύτερου ίσως σχεδιαστή της εποχής μας, του τελευταίου μύθου της μόδας, του Καρλ Λάγκερφελντ. Ο δημιουργικός διευθυντής της Chanel μόνο γατόφιλος δεν ήταν, αλλά γνώρισε τη Choupette όταν δέχτηκε να κάνει cat-sitting για έναν φίλο του. Από τότε ο Λάγκερφελντ, που ήταν αφοσιωμένος λάτρης των σκυλιών, μεταβλήθηκε σε γατοπατέρα. Όταν ο μετρ βρίσκεται στο σπίτι του στο Παρίσι, η Choupette γευματίζει και δειπνεί μαζί του στο ίδιο τραπέζι, και μάλιστα σε αντίστοιχο σερβίτσιο, ενώ έχει δύο υπηρέτριες οι οποίες καταγράφουν ανελλιπώς τις δραστηριότητες και τις ευμετάβλητες διαθέσεις της. Προσοχή, όμως, μην την παρεξηγήσετε. Η Choupette δεν είναι μια οκνηρή και λάγνα γάτα, δεν είναι μια Λάνα Τάρνερ ή μια Μάρλεν Ντίτριχ του γατοβασιλείου, αλλά μια σκληρά εργαζόμενη προσωπικότητα της μόδας. Είναι η μούσα της Channel, διατηρεί δικούς της λογαριασμούς στα social media και το 2014 κέρδισε τρία εκατομμύρια δολάρια μόνο με δύο εμφανίσεις της στη πασαρέλα. Ο 85χρονος Λάγκερφελντ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο show της Channel στο Παρίσι την περασμένη Τρίτη εντείνοντας τις φήμες για την κατάσταση της υγείας του,  δεν δίστασε να δηλώσει στο παρελθόν ότι θα παντρευόταν τη Choupette, αν αυτό ήταν νόμιμο.


Ζαν Κοκτώ: 
Μία ακόμα φωτογραφία, παρακαλώ

Έφυγε από το σπίτι του στα δεκαπέντε και άρχισε να γράφει ποίηση και να ζει την μποέμ ζωή των καλλιτεχνών του Παρισιού σε αυτή τη χρυσή εποχή, όταν δεν υπήρχαν social media και οι απολαύσεις ήταν αποκλειστικά οριοθετημένες στην πραγματική ζωή, προορισμένες μόνο για τους εκλεκτούς και τους τολμηρούς. Θέλησε να γίνει ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης. Δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και ζωγράφος, χορογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης κινηματογράφου. Συχνά ανέβαζε παραστάσεις στις οποίες είχε γράψει το έργο, είχε ζωγραφίσει τα σκηνικά, είχε σκηνοθετήσει τους ηθοποιούς και είχε υπογράψει τη χορογραφία. Και βέβαια, ήταν επίλεκτο μέλος της παρισινής Λέσχης Φίλων της Γάτας. Φωτογραφιζόταν ασταμάτητα με γάτες, ενώ το τέρας στην ταινία του «Η Ωραία και το Τέρας» δεν ήταν ένα συνηθισμένο λυκόμορφο πλάσμα όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά μια υπερφυσική περσική γάτα με κοστούμι. Το 1947 αγόρασε ένα château στο Milly-la-Fôret στη Βόρεια Γαλλία και αμέσως βάλθηκε να ανακαινίσει το εγκαταλελειμμένο εκκλησάκι του 12ου αιώνα που βρισκόταν στην αυλή. Ζωγράφισε σκηνές από τη Σταύρωση, συνδυασμένες με μασονικά και αστρονομικά σύμβολα, που ανέκαθεν αποτελούσαν προσφιλή του θέματα. Και στην είσοδο δεν παρέλειψε να ζωγραφίσει μια γάτα. Σε αυτό το εκκλησάκι ετάφη, με τη γάτα να παρακολουθεί, όπως συνήθιζαν οι ευγενείς της αρχαίας Αιγύπτου.    



Μάρλον Μπράντο:
 Ένας «Νονός» με αδυναμίες

Στις πρώτες σκηνές του «Νονού», στο περιθώριο του ιταλικού γάμου, βλέπουμε τον Ντον Βίτο Κορλεόνε στο υποβλητικό γραφείο του σπιτιού του να κρατάει στην αγκαλιά του και να χαϊδεύει μια γκρίζα γάτα, την ώρα που, παρουσία των στενών συνεργατών του, συναντά έναν γνωστό του που του φιλάει το χέρι και του ζητάει μια χάρη. Η παρουσία της γάτας στα χέρια του μεγαλύτερου νονού της Νέας Υόρκης δεν υπήρχε στο σενάριο. Το κατοικίδιο κυκλοφορούσε μόνο του στο στούντιο της Paramount, όπου το εντόπισε ο σκηνοθέτης Φράνσις Φορντ Κόπολα, το έπιασε και το έδωσε στον Μπράντο, ο οποίος πρόθυμα το κράτησε κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Ο μύθος λέει ότι η γάτα γουργούριζε τόσο πολύ στα χέρια του Μπράντο, που τα λόγια του ηθοποιού δεν ηχογραφήθηκαν σωστά, με αποτέλεσμα να πρέπει να επαναλάβει την εγγραφή. Βεβαίως, η γάτα δεν ήταν παρά ένα ακόμα τέχνασμα του σκηνοθέτη, ο οποίος ήταν από τους ελάχιστους επαγγελματίες του Χόλιγουντ που μπορούσαν να συνεννοηθούν με τον οξύθυμο και αταίριαστο ηθοποιό του «Λιμανιού της αγωνίας», του «Λεωφορείου ο Πόθος» και του «Τελευταίου τανγκό στο Παρίσι». Ο Κόπολα γνώριζε ότι ο Μπράντο είχε αδυναμία στις γάτες, αφού ήδη από τη δεκαετία του ’50 είχε φωτογραφηθεί στο σπίτι του στο Λος Άντζελες σε έναν καναπέ, μπροστά σε μια γραφομηχανή, με μια γάτα στα πόδια του.  ■


28/1/2019




               ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ