Ειρήνη και πόλεμος στο Ισλάμ και στον Ιουδαϊσμό.


Τό δεύτερο μεγάλο θρησκευτικό ρεῦμα τῆς ἀνθρωπότητος, τό ἀποκαλούμενο μονοθεϊστικό, βλέπει τίς πηγές του σέ ἱστορική ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἐκτός ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό καί τόν Χριστιανισμό, σ᾽ αὐτό τό ρεῦμα ἀνήκουν και τό Ἰσλάμ, ὁ Ζωροαστρισμός, μέ ἐλάχιστους σήμερα ὀπαδούς, ἀλλά καί ὁ Σικχισμός, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά συγκεράσει τόν Ἰνδουισμό μέ τό Ἰσλάμ.

Στό ἱερό βιβλίο τοῦ Σικχισμοῦ, τό Adi Granth, τά θέματα τῆς ἀφοσιώσεως στόν Θεό καί τῆς  εἰρήνης ἔχουν δεσπόζουσα θέση: «Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ψάλλει γιά τόν Θεό καί τόν ἀκούει // καί ἀφήνει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά βλαστάνει μέσα του, // ὅλες οἱ θλίψεις του θά ἐξαφανισθοῦν // καί στόν νοῦ του ὁ Θεός θά τοῦ χαρίσει εἰρήνη» (Adi Granth, Tzapouyi, 5). Σέ ἄλλο τμῆμα τοῦ ἴδιου βιβλίου διαβάζουμε: «Τώρα διακηρύσσεται τό φιλεύσπλαχνο διάταγμα τοῦ Κυρίου. // Κανείς νά μήν προκαλέσει στόν ἄλλον πόνο ἤ ἀδικία. // Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα νά ζεῖ μαζί ἐν εἰρήνῃ» (Sri Raga, 5).

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον συγκεντρώνουν σήμερα οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἰσλάμ γιά τήν εἰρήνη. Καθοριστική σημασία καί γι᾽ αὐτό τό θέμα ἔχει τό Κοράνιο. Γιά τούς μουσουλμάνους, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Ἀλλάχ πού ἐστάλη αὐτούσιος ἀπό τόν οὐρανό. Ἕνας κλασικός λοιπόν κορανικός στίχος τονίζει: «Ὁ Θεὸς προσκαλεῖ πάντας εἰς ὁδὸν εἰρήνης, καὶ ὃν βούλεται, κατευθύνει ἐν ὁδῷ σωτηρίας» (Κοράνιο, 10:26).

Οἱ μουσουλμάνοι ὑπογραμμίζουν, σήμερα κυρίως, τόν κορανικό στίχο πού βεβαιώνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κοινή καταγωγή: «Ὦ ἄνθρωποι! φοβήθητε τὸν Κύριον ὑμῶν ὅστις ἔπλασεν ὑμᾶς ἐξ ἑνὸς μόνου ὄντος, πλάσας ἐξ αὐτοῦ τὴν σύντροφόν του καὶ ἐξ ἀμφοτέρων πολλοὺς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας» (Κοράνιο, 4:1). Ὁ μεγάλος μουφτής τῆς Συρίας σεΐχης Ahmed Kuftaro, σχολιάζει: «Ἐφόσον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀποτελοῦν μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ, τό Ἰσλάμ ἐπιμένει ὅτι θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει ἀπόλυτη ἰσότητα καί σέβας ἀνάμεσα σέ ὅλα τά ἀνθρώπινα ὄντα. Τό μόνο μέτρο ἀξιολογήσεως στό Ἰσλάμ δέν εἶναι ἡ φυλή, τό χρῶμα, ἡ ἐθνικότητα ἤ τά πλεονεκτήματα, ἀλλά μό νη ἡ δικαιοσύνη». Κάτι ὅμως πού συστηματικά ἀποσιωπᾶται σέ τέτοιες δηλώσεις εἶναι ὅτι αὐτά τό Ἰσλάμ τά δέχεται κυρίως ὅταν πρόκειται γιά τούς μουσουλμάνους.

Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς κορανικοί στίχοι πού ἀναφέρονται στήν εἰρήνη. Περίφημη ἔχει γίνει ἡ φράση: «Ἡ εἰρήνη εἶναι μέγιστον ἀγαθὸν» (Κοράνιο, 4:127). Ὅμως ἡ συνάφεια ἀποκαλύπτει μιά ἰδιάζουσα ἀπόχρωση: Πρίν ἀκριβῶς ἀπό τήν ὄμορφη ρήση, διαβάζουμε: «Ἐὰν γυνή τις φοβεῖται τὴν ὀργὴν τοῦ συζύγου αὐτῆς καὶ τὸ πρὸς αὐτὴν μῖσος αὐτοῦ, καλὸν εἶναι ἡ φιλικὴ συμβίβασις. Ἡ εἰρήνη εἶναι μέγιστον ἀγαθὸν» (Κοράνιο, 4:127).

Μερικοί παραπέμπουν στόν κορανικό στίχο πού σχολιάζει τή γνωστή ἱστορία τῶν Κάιν καί Ἄβελ: «Ὁ φονεύων τινὰ μὴ διαπράξαντα φόνον, ἢ μὴ διαφθείραντα τὴν χώραν, θεωρεῖται ὡς φονεὺς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ δὲ δίδων ζωήν εἴς τινα ἄνθρωπον, θεωρεῖται ὡς δοὺς ζωὴν εἰς ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον γένος» (Κοράνιο, 5:35). Ὅσοι θέλουν νά καταδικάσουν σήμερα τήν τρομοκρατία ἀπομονώνουν τό πρῶτο μέρος τοῦ στίχου: «ὁ φονεύων τινὰ μὴ διαπράξαντα φόνον». Οἱ ἀντίθετοι ὅμως πού τή θεωροῦν ὡς ἀντίσταση σέ καταχρήσεις, μποροῦν νά ἐπικαλεσθοῦν τή συνέχεια: «ἢ μὴ διαφθείραντα τὴν χώραν».

Μαχητική ἀντιμετώπιση τῶν «ἀπίστων»

Στήν ἐποχή μας ἀρκετοί διανοούμενοι μουσουλμάνοι ἀποφεύγουν νά ἀναφέρουν τά κορανικά χωρία πού μιλοῦν γιά «ἱερό πόλεμο», τόν τζιχάντ («jihad» στά ἀραβικά ἡ λέξη εἶναι ἀρσενικοῦ γένους). Ἐντούτοις παραμένουν μέ ἰσάξιο κύρος μέσα στό ἀποκεκαλυμμένο ἱερό τους βιβλίο καί παροτρύνουν σέ μαχητική ἀντιμετώπιση τῶν «ἀπίστων». Π.χ., «Ὁπόταν συναντᾶτε τοὺς ἀπίστους φονεύετε καὶ κατασφάζετε, συγκρατοῦντες στερεῶς τὰ δεσμὰ τοῦ αἰχμαλώτου… Ὅσοι πιστοί! Ἐὰν συνδράμητε τὸν Θεὸν ἐν τῇ μάχῃ αὐτοῦ κατὰ τῶν ἀπίστων, καὶ ὁ Θεὸς θὰ συνδράμῃ ὑμᾶς, κατευθύνων τὰ ὑμέτερα διαβήματα…» (Κοράνιο, 47:4-10).

Ἀπό πολλούς, ἐντούτοις, μουσουλμάνους εἰδήμονες ἔχει δοθεῖ εὐρύτερη ἑρμηνεία στόν «τζιχάντ», στόν ἱερό πόλεμο, ὅπως διαμαρτυρία κατά τῶν καταχρήσεων μουσουλμάνων ἀρχόντων. Ἡ κλασική πάντως σημασία τῆς ἐντολῆς παραμένει ἰσχυρή. Οἱ ἐκτός τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἰσλάμ χῶρες ὀνομάζονται «Οἶκος πολέμου» (Dar al Harb), σέ ἀντιδιαστολή
μέ τόν «Οἶκο τοῦ Ἰσλάμ» (Dar al Islam). Ἱστορικά εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ὁρμή τοῦ ἱεροῦ πολέμου νεύρωσε τό Ἰσλάμ στίς περιόδους τῆς ἐπεκτάσεώς του. Σήμερα, οἱ μετριοπαθεῖς μουσουλμάνοι τονίζουν ὅτι τά κορανικά αὐτά ἐδάφια πρέπει νά ἰδωθοῦν καί νά ἑρμηνευθοῦν στό ἱστορικό τους πλαίσιο, στό πότε ἐλέχθησαν, γιατί καί σέ τί ἀπέβλεπαν.

Οἱ ἀπόψεις τοῦ σύγχρονου Ἰουδαϊσμοῦ, καθόσον στηρίζονται στήν Παλαιά Διαθήκη, σέ βασικές γραμμές συμπορεύονται μέ τίς ἀνάλογες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀπορρίπτοντας ὅμως τήν Καινή Διαθήκη, μένουν ἀπορροφημένες ἀπό τήν ἰσραηλοκεντρική τάση. Καί τά μεταγενέστερα βιβλία τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπογραμμίζουν τή σημασία τῆς εἰρήνης.

Τό Ταλμούδ (Κίττινγκ 59, Β), π.χ., λέει ὅτι «ὅλος ὁ νόμος (ἡ Τορά) ὑπάρχει γιά τόν σκοπό τῆς προωθήσεως τῆς εἰρήνης». Βασικός χαιρετισμός τῶν θρησκευομένων Ἑβραίων εἶναι ἡ λέξη «σαλώμ» (salom). Αὐτή συμπυκνώνει, σάν χαιρετισμός καί εὐχή, καθετί ἀγαθό, σέ ἀντίθεση μέ καθετί κακό. Δέν σημαίνει μόνον ἀπουσία πολέμου καί ἀναταραχῆς, ἀλλά καί εὐλογία, δόξα, πλοῦτο, ἀνάπαυση, σωτηρία, ζωή.

Σύγχρονοι ἐκπρόσωποι τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, μέ τίς δηλώσεις τους σέ ἐπίσημες διαθρησκειακές συναντήσεις, ἑρμηνεύουν τήν ἄποψή τους. Ὁ ἀρχιραββίνος τοῦ Ἰσραήλ Meir Lau γράφει: «Ὅλοι μας ἔχουμε ἕναν Πατέρα, ἕναν Δημιουργό, ὁ ὁποῖος μᾶς δημιούργησε. Σκοπός ἐντούτοις δέν εἶναι νά δημιουργηθεῖ μιά παγκόσμια ἀνθρωπότητα καί ἔτσι νά ἀμαυρωθεῖ ἡ ἀτομική ἰδιοτυπία… Ὅπως μᾶς λέει ὁ προφήτης Μιχαίας στή Βίβλο: “ἄφησε ὅλους τούς λαούς νά βαδίζουν, ὁ καθένας στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ του, καί ἐμεῖς θά βαδίσουμε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου”» [“ὅτι πάντες οἱ λαοὶ πορεύσονται ἕκαστος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲ πορευσόμεθα ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ἐπέκεινα” − Μιχ. 4:5].

Ὁ γνωστός π.χ. ραββίνος Israel Singer τόνισε: Ἐμεῖς οἱ Ἑβραῖοι, «ὅταν δίναμε μάχη, κοιτάζαμε τίς Γραφές μας ὄχι ὡς δικαιολογία γιά τόν πόλεμο, ἀλλά ὡς τή θρησκευτική βάση γιά τίς πράξεις μας. Ἡ Βίβλος εἶναι γεμάτη ἀπό ἐντολές πρός τούς Ἰουδαίους, νά δίνουν μάχες ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τους ὅταν εἶναι ἀνάγκη». Καί δέν δυσκολεύεται νά ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει «ἐντολή κηρύξεως ἑνός ἀμετάκλητου πολέμου ἐναντίον ἑνός ἀμετάκλητου κακοῦ, πού ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τόν Ἀμαλήκ, ἑνός πολέμου ὅπου δέν συλλαμβάνονται αἰχμάλωτοι καί πού ὅλοι πρέπει νά σκοτωθοῦν». Γιά νά καταλήξει ἠπιότερα: «Ὁ στρατιωτικός πόλεμος δέν εἶναι ὁ πυρήνας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ἡ ἰουδαϊκή Βίβλος, ὁ προφορικός Νόμος, τό Ταλμούδ, τά μιδραϊτικά καί τά ραββινικά μας γραπτά, ὅλα αὐτά τονίζουν τή σημασία τῆς εἰρήνης ἀνάμεσα σέ μᾶς καί ἀνάμεσα στούς γείτονές μας».

Ἀπό τά ὅσα ἕως τώρα ἀναφέραμε γίνεται σαφές ὅτι μελετώντας τίς εἰρηνικές φωνές, πού προέρχονται ἀπό τούς πνεύμονες τῶν θρησκειῶν, διακρίνουμε:

Πρῶτον, μιά ἀναζήτηση γιά ἐσωτερική εἰρήνη.
Δεύτερον, προσπάθεια χαλιναγωγήσεως τῆς ἐπιθετικότητος τοῦ ἀνθρώπου.
Τρίτον, ἐπιδίωξη εἰρηνικῆς σχέσεως μέ τήν Ὑπέρτατη Πραγματικότητα, εἴτε αὐτή
νοεῖται ἀπρόσωπη εἴτε ὡς προσωπικός Θεός.
Τέταρτον, θέσπιση ἀρχῶν πού διευκολύνουν τήν εἰρηνική διαβίωση στό συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο.
Πέμπτον, ὑποστήριξη τῆς εἰρήνης σέ κάθε ἀνθρώπινο σύνολο, περιορισμένο ἤ εὐρύτερο.


Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος) γεννήθηκε το 1929. Μετά τις σπουδές και τη χειροτόνησή του, πραγματοποίησε ιεραποστολικό έργο στην Αφρική. Μεταπτυχιακές σπουδές στην θρησκειολογία και την εθνολογία στη φιλοσοφική σχολή του Αμβούργου και του Μαρβούργου στη Γερμανία, όπου και δίδαξε Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία. Από το 1976 τακτικός καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και διετέλεσε κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής. Το 1981 επέστρεψε στην Αφρική ως Μητροπολίτης Ανατολικής Αφρικής. Στη δεκαετία που παρέμεινε εκεί πραγματοποίησε πολυσχιδές έργο. Έχει διατελέσει επίσκοπος Ανδρούσης και Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τον Ιανουάριο 1991 ορίσθηκε Πατριαρχικός Έξαρχος στην Αλβανία. Λίγο αργότερα εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας. Από τη θέση αυτή αναστήλωσε εκ των ερειπίων την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, πραγματοποιώντας ένα πρωτοφανές εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο σε αντίξοες συνθήκες. Παραλλήλως είχε έντονη διεθνή δράση, συμμετέχοντας σε κορυφαίες επιτροπές και στην Κεντρική Επιτροπή του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Λόγω του έργου του το 2000 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Έχει τιμηθεί με πολλές διεθνείς διακρίσεις. Είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και συγγραφέας πολλών βιβλίων.

 2 Ιανουαρίου 2019