Επαρχιώτες και κοσμοπολίτες.


Σκίτσα του Μ.ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ

Γ​​ια μια ακόμα φορά οι Ελληνες είμαστε επικίνδυνα και επώδυνα διχασμένοι. Διαφέρει ο διχασμός για το Σκοπιανό από άλλους προγενέστερους; Ναι, διαφέρει. Αλλοτε μας δίχαζαν υποκειμενικές εντυπώσεις, ψυχολογικές αγκυλώσεις, η τυφλή στράτευση σε ιδεολογίες και σε κόμματα. Αυτή η επιπολαιότητα δεν εξέλιπε, συνοδεύει και την περιπέτειά μας με τα Σκόπια. Ομως τούτη τη φορά βαραίνει πρωταρχικά η κατακέφαλη πρόκληση: Πόσοι από εμάς βλέπουν και πόσοι πεισματικά αγνοούν την κατάλυση της αυτεξουσιότητας του κράτους.

Οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, οι «Αγορές» (ή τα Διευθυντήρια των Βρυξελλών) απαιτούν να συμπεριλάβουν στη ζώνη κυριαρχίας τους τα Σκόπια – να μην τα κερδίσει η Ρωσία. Και το συγκυριακό πληθυσμικό συμπίλημα Αλβανών και Σλάβων, του άλλοτε FYROM, αντιλαμβάνεται ότι τώρα μπορεί να εκβιάσει αποτελεσματικά τους Ισχυρούς: Να πετύχει διεθνή αναγνώριση το κωμικό αλλά και δολιότατο παραμύθι της «μακεδονικής» καταγωγής των Σκοπιανών.

Οι Ελληνες θα μπορούσαμε να έχουμε αντιπαρέλθει συγκαταβατικά, σαν παιδαριώδη ανοησία, τη σκοπιανή επιδίωξη. Υπάρχουν όμως δύο ρεαλιστικότατα δεδομένα, που καθιστούν ανέφικτη μια τέτοια ψυχραιμία:

Πρώτο δεδομένο, είναι οι σχετικά νωπές μνήμες ανάλογων περιπτώσεων, που εξελίχθηκαν σε τραγωδία κακουργηματικού ακρωτηριασμού της εδαφικής, από τα πανάρχαια χρόνια, υπόστασης του Ελληνισμού. Η προσάρτηση της Βόρειας Κύπρου στην Τουρκία και της Βόρειας Ηπείρου στην Αλβανία απέδειξαν αδίστακτο τον αμοραλισμό των «πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων της Εσπερίας εθνών». Και είχε προηγηθεί η δίχως προσχήματα «εθνοκάθαρση», η εξολόθρευση των ελληνικών πληθυσμών, πάλι με τη συνέργεια των Ευρωπαίων, στην ελληνικότερη του ελληνικού χώρου πανάρχαια γη της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου.

Δεύτερο δεδομένο, είναι η κατεστημένη, σαν πολίτευμα της χώρας μας, κομματοκρατία. Δηλαδή, η αυτονόμηση των κομμάτων και της πολιτικής εξουσίας από το κοινωνικό σώμα και τις ανάγκες του, η εκδοχή και η άσκηση της εξουσίας ως ηδονικής αυταξίας. Προκειμένου να ικανοποιήσουν οι κομματάνθρωποι την ψυχοπαθολογική εξουσιολαγνεία τους, είναι έτοιμοι να ξεπουλήσουν ατίμητα προικιά του Γένους των Ελλήνων στον καιροσκοπισμό ξένων κρατών και διεθνών «παραγόντων». Οχι μόνο λιμάνια, αεροδρόμια, οδικό δίκτυο, τρένα, ύδρευση, ηλεκτροδότηση, ιατρική περίθαλψη τα παραδίνουν οι μανιακοί της εξουσίας στον διεθνή υπόκοσμο της κερδοσκοπίας, αλλά και την πατρώα γη την παραχωρούν για πολεμικές βάσεις των «Υπερδυνάμεων».

Μας τρομάζει, ναι, η φτηνιάρικη «γαλαντομία» του κομματικού συρφετού. Γιατί ξέρουμε, στο πετσί μας, ότι δεν λογαριάζουν καμιά κοινωνική αρετή, ποιότητα ή αξία ζωής, όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί η εξουσιολαγνεία τους. Γεννάει τρόμο και πανικό η πανουργία τους να απαξιώσουν μεθοδικά το σχολειό και το πανεπιστήμιο, να μεταβάλουν σε εργαλείο εσκεμμένης αποβλάκωσης του πληθυσμού την κρατική τηλεόραση. Η πιο προκλητική επιβεβαίωση του ολοκληρωτισμού στην Ελλάδα σήμερα, με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, είναι τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια. Που μέρα νύχτα υποβάλλουν στον πολίτη σαν αυτονόητη τη βεβαιότητα ότι κάθε επιφύλαξη, κριτική αντίρρηση ή διαφωνία του για τη «Συμφωνία των Πρεσπών» τον καθιστά αυτομάτως «Χρυσαυγίτη», ακροδεξιό, σχεδόν φασίστα. Αντίθετα, ο ενδοτισμός, η «κωλοτούμπα» από τη «ριζοσπαστική Αριστερά» στη χαμέρπεια των λακέδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προσπορίζει τα εύσημα του «προοδευτικού» – «πρόοδος» για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ο συνεπής μηδενισμός.

Οι Ελληνες σήμερα είμαστε βαθειά διχασμένοι. Και ο διχασμός μας δεν είναι ιδεολογικός, δεν αντιπαρατάσσονται «πεποιθήσεις». Ο διχασμός αντιθέτει τη μειονεξία-κακομοιριά-στενοκεφαλιά του επαρχιώτη στην ευρύτητα των οριζόντων, την αυτοπεποίθηση και τη συνείδηση αρχοντιάς του κοσμοπολίτη.
Η αναμέτρηση των αντιτιθέμενων ποιοτήτων και μεγεθών είναι δραματικά άνιση. Ο επαρχιωτισμός είναι πανίσχυρος και ακαταμάχητος. Σαρκώνεται στο μεταπρατικό μας κράτος – στο συγκεντρωτικό διοικητικό μοντέλο που αντιγράψαμε, στον πελατειακό κοινοβουλευτισμό που μιμηθήκαμε, στις ξενόφερτες ιδεολογίες που παπαγαλίζουμε, στα οικονομικά συστήματα που αλόγιστα κοπιάρουμε, στους θεσμούς Παιδείας, Δικαιοσύνης, σωφρονισμού, συνδικαλισμού που εξευτελιστικά μαϊμουδίζουμε.

Η αντίπαλη στον μιμητικό επαρχιωτισμό «παράταξη» δεν έχει, δεν πρόλαβε ποτέ να έχει θεσμικά μορφώματα να αντιπαραθέσει. Υπήρχε πάντοτε η εναλλακτική πρόταση, αλλά σαρκωνόταν όχι σε θεσμούς ή σε ιδεολογήματα, ήταν, από καταβολής νεοελληνικού κράτους, σαρκωμένη σε πρόσωπα. Αυτή τη διαπίστωση την κρατάμε φυλαχτό, γιατί μας επιτρέπει να ελπίζουμε – η ελληνική συνέχεια ήταν πάντοτε σαρκωμένη σε πρόσωπα. Ακόμα κι όταν αχρηστεύονταν ή ακυρώνονταν οι θεσμοί (η «πόλις», η «κοινότητα», η «εκκλησία» του δήμου ή της ενορίας), βαδίζαμε με την περπατησιά των προσωπικοτήτων, των χαρισματικών Ελλήνων.

Η ελληνικότητα, ως ιστορική ετερότητα, δεν σαρκώθηκε σε βασιλιάδες και πρωθυπουργούς ούτε σε κόμματα. Γι’ αυτό και στη φαρσοκωμωδία του «αντιπροσωπευτικού συστήματος» δεν αντιτάσσουμε θεωρίες, αλλά τον Καποδίστρια, τον Τρικούπη, τον Σοκόλη, τον Ροΐδη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ιωνα Δραγούμη, τον Κωνσταντίνο Καραβίδα. Στην «προοδευτική» ξεφτίλα αντιστεκόμαστε με Στρατηγό Μακρυγιάννη, Περικλή Γιαννόπουλο, Γιώργο Θεοτοκά. Η Ελλάδα προχωράει με ραχοκοκαλιά τον Πικιώνη, τον Παπαλουκά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Μάνο Χατζιδάκι.

Και τα ονόματα που ακόμα σήμερα τη σπονδυλώνουν, πολλά, αθόρυβα – ιερά.


4/2/2019