USA Vs Huawei: Εμπορικός πόλεμος για τη δημιουργία του μέλλοντος.



Τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους, έξι κορυφαίες υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών στις Ηνωμένες Πολιτείες - συμπεριλαμβανομένων της CIA, του FBI και της NSA - προειδοποίησαν τους Αμερικανούς πολίτες να μην χρησιμοποιούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κολοσσών της κινεζικής τεχνολογίας, όπως είναι η Huawei και η ZTE, με τον ισχυρισμό ότι αποτελούν απειλή για την αμερικανική εθνική ασφάλεια. Κατέστη έτσι σαφές σε όλο τον κόσμο πως το μακροχρόνιο έπος του πολέμου των ηλεκτρονικών κατασκόπων μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, εισερχόταν πλέον σε μια νέα κρίσιμη φάση.

Οι εντάσεις μεταξύ των δύο αντίπαλων παγκόσμιων δυνάμεων έχουν αυξηθεί περαιτέρω με την πρόσφατη σύλληψη της αντιπροέδρου και οικονομικής διευθύντριας της κινεζικής εταιρείας Huawei, της Meng Vanζοu, κόρης του ιδρυτή αυτού του ομίλου, του Ren Jengfei, η οποία συνελήφθη, έπειτα από ένταλμα των ΗΠΑ προς στον Καναδά, με την κατηγορία ότι παραβίασε τις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν.

Ο νέος πληροφορικός Ψυχρός Πόλεμος

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Δύση δέχονται όλο και περισσότερες πιέσεις από την Ουάσιγκτον ώστε να εκτοπίσουν εντελώς από τις αγορές τους τις κινεζικές εταιρείες πληροφορικής, τις οποίες κατηγορούν ότι εργάζονται προς όφελος των παγκόσμιων φιλοδοξιών της Κίνας για την επίτευξη τεχνολογικής υπεροχής στον κόσμο του 21ου αιώνα.

Αυτή η τεχνολογική σύγκρουση παρουσιάζεται όλο και πιο συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης  ως μια “νέα κούρσα εξοπλισμών” μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και θα μπορούσε κάλλιστα να λάβει τη μορφή σοβαρού πολιτικού και οικονομικού πολέμου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ως μια νέα  έκδοση ενός “Ψυχρού Πολέμου 2.0”, (η πρώτη φάση ήταν ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Σοβιετική Ένωση), αλλά αυτή τη φορά με την Κίνα ως τον κύριο γεωπολιτικό ανταγωνιστή της Αμερικής. Με βάση τις σημερινές τεταμένες σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου, οι ειδικοί προειδοποιούν πως μια τέτοια σύγκρουση “χαμηλής έντασης” θα μπορούσε να διαρκέσει δεκαετίες εξουθενώνοντας τους αντιπάλους.

Επίκεντρο των τελευταίων εξελίξεων αποτελεί η Huawei, μια ισχυρή κινεζική εταιρεία με επίσης ισχυρούς δεσμούς με το πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.  Η εν λόγω εταιρεία, η οποία πριν από ένα χρόνο έγινε η δεύτερη σε πωλήσεις smartphones στον κόσμο, ξεπερνώντας την αμερικανική Apple, και πίσω μόνο από το Νοτιοκορεατικό γίγαντα που ακούει στο όνομα Samsung, είναι επίσης και ο μεγαλύτερος κατασκευαστής στον κόσμο του εξοπλισμού τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Η κινέζικη Huawei αναμένει για το 2019 έσοδα άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα σημαντικό τμήμα αυτών των εσόδων θα προέλθουν από τη λεγόμενη πέμπτη γενιά κινητής τηλεφωνίας (γνωστή και ως 5G). Ο κινεζικός κολοσσός ανακοίνωσε πρόσφατα πως έχει ήδη εξασφαλίσει 25 εμπορικές συμβάσεις και θα παραδώσει πάνω από 10.000 σταθμούς βάσης για το δίκτυο 5G, κάτι που θα εντείνει το σχετικό ανταγωνισμό.

5G: Ταχύς, ταχύτερος, ταχύτατος

Η λεγόμενη πέμπτη γενιά (5G) κινητών τηλεφωνίας, τόσο οικονομικά όσο και σε επίπεδο ασφάλειας, πυροδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση γεωπολιτικών ανακατατάξεων και είναι σε θέση να προκαλέσει νέες δυναμικές αντιπαραθέσεις στις ήδη υπάρχουσες διεθνείς εμπορικές διενέξεις. Ως γνωστόν, μέχρι τώρα, σχεδόν κάθε δεκαετία η βιομηχανία των τηλεπικοινωνιών μετακινούταν σε κάποιο νέο και πιο αναβαθμισμένο τεχνολογικά δίκτυο και σύστημα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην ταχύτερη ροή πληροφοριών, παρέχοντας ταυτόχρονα ένα όλο και μεγαλύτερο φάσμα υπηρεσιών.

Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, από την εισαγωγή της ψηφιακής κινητής τεχνολογίας GSM μέχρι σήμερα, είχαμε τις “τεχνολογικές γενιές” 2G, 3G, και σήμερα διαθέτουμε τα 4G συστήματα, που επιτρέπουν καλύτερη τηλεπικοινωνία, ταχύτερους ρυθμούς ροής δεδομένων και πολλές άλλες υπηρεσίες. Η πέμπτη γενιά (5G) της κινητής τηλεφωνίας, που είναι έτοιμη να εξαπολυθεί το 2019, θα προσφέρει στους χρήστες της πολύ πιο γρήγορα έξυπνα τηλέφωνα (η μέγιστη ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων θα είναι 10 Gb/s), πράγμα που σημαίνει ότι, σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά, ολόκληρες ταινίες θα μπορούν πλέον να "κατεβαστούν" σε διάφορες έξυπνες συσκευές μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αντί για κάποια λεπτά, όπως μέχρι τώρα. Και δεν είναι μόνον αυτό. Αυτή η πλανητική μετάβαση από το 4G στο 5G έχει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα εφαρμογών σε πλήθος τομέων υψηλής τεχνολογίας καθώς και στις προηγμένες μεταποιητικές βιομηχανίες. Κυρίως όμως στον χρηματοπιστωτικό τομέα αλλά και στη βιομηχανία του θεάματος και του ηλεκτρονικού εμπορίου, κι επίσης σε τομείς όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), η ρομποτική, κυβερνητική, βιοπληροφορική, ακόμα και συστήματα ασφαλείας (drones, υπερ-αισθητήρες, κάμερες, αυτο-οδήγηση αυτοκινήτων κ.ά).

Έτσι, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα New York Times, “οι εργαζόμενοι τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και στην Κίνα, θα δουν το δίκτυο 5G ως ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα” των χωρών τους, που θα τους βοηθήσουν στον τομέα των σύγχρονων τηλεπικοινωνιών, και, κατά συνέπεια, σε άλλες ευαίσθητες κυβερνητικές υποθέσεις (Τεχνητή Νοημοσύνη εργασία, κατασκοπεία, επιτήρηση, κρυπτοανάλυση κ.λπ.), ώστε να καταστεί δυνατή η τεχνολογική τους κυριαρχία τα επόμενα χρόνια.

Χρήμα και Εξουσία

Με δεδομένο ότι η μετάβαση από το “παλιό” στο νέο δίκτυο και σύστημα κινητής τηλεφωνίας  απαιτεί μια σημαντική και συστηματική οικονομική επένδυση σε υποδομές και σε λογισμικό, το γεγονός αυτό ανοίγει νέες δυνατότητες για τεράστια κέρδη από μια παγκόσμια αγορά που διψά για όλη και μεγαλύτερη ταχύτητα. Γι' αυτό και το αυξημένο ενδιαφέρον όλων των κορυφαίων κατασκευαστών τηλεπικοινωνιακών συστημάτων για να καλύψουν τη ζήτηση στις ανεπτυγμένες χώρες για την κατασκευή δικτύων 5G. Για παράδειγμα το συνολικό κόστος εγκατάστασης του δικτύου 5G μόνο στη Γερμανία θα μπορούσε να ανέλθει σε 80 δισεκατομμύρια Ευρώ. Ως εκ τούτου, μόνον η ιδέα ότι μια κινεζική εταιρεία θα μπορούσε να αναλάβει να κατασκευάσει τις υποδομές δικτύου και νέα τεχνολογικά κέντρα του Δυτικού πολιτισμού, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στο εγγύς μέλλον για να συνδεθούμε μ' ένα ευρύ φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, είναι ένας πραγματικός εφιάλτης για την Αμερική και τους συμμάχους της στην Ευρώπη. 

Χακάροντας την Huawei: η περίπτωση Σνόυοντεν

Ως γνωστόν, εδώ και πολλά χρόνια οι αρχές των ΗΠΑ κατηγορούν την Κίνα για επιχειρήσεις τεχνολογικής και βιομηχανικής  κατασκοπείας εις βάρος Δυτικών εταιρειών. Ειδικά κατηγορούν         κατ 'επανάληψη την κινεζική Huawei για αντιγραφή της προηγμένης αμερικανικής τεχνολογίας, και αυτό δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Ωστόσο ο Edward Snowden, πρώην στέλεχος της CIA και της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA) και πλέον ένας από τους πιο διάσημους πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος στον κόσμο (καταζητούμενος πλέον γι' αυτό από τις αμερικανικές αρχές), έχει αποκαλύψει ότι πριν από λίγα χρόνια εργαζόταν πάνω στην κατασκοπεία και στο “χακάρισμα” για λογαριασμό της NSA και κατά της κινεζικής εταιρείας Huawei.

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στη New York Times αναφερόταν πως η NSA επιχείρησε να σπάσει τον κεντρικό διακομιστή της Huawei στο Shenzhen, όπου βρίσκονται και τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας), προσπαθώντας, όχι μόνο να αποδείξει τη σχέση μεταξύ της κινεζικής εταιρείας και της κινεζικής κυβέρνησης και του στρατού, αλλά και να ανακαλύψει τα τελευταία τεχνολογικά επιτεύγματα της Huawei, τα οποία η εταιρεία πουλούσε σε άλλες χώρες. Με άλλα λόγια οι ΗΠΑ έκαναν τότε στην Huawei ακριβώς αυτό που σήμερα κατηγορούν την Κίνα. Κατά ειρωνικό τρόπο όλοι οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί γίγαντες της Αμερικής (Google, Microsoft, Facebook, Yahoo κ.ά.) εξαναγκάζονταν να συμμετέχουν σε τέτοιες μυστικές επιχειρήσεις κατασκοπείας και απόρρητα τεχνολογικά προγράμματα της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Αντικινεζικός συνασπισμός

Στο πλευρό των ΗΠΑ, στην αναμέτρησή τους με την Κίνα, συντάχθηκαν η Μεγάλη Βρετανία, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Επίσης και η Ε.Ε. καθώς ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Επίτροπος για την Ψηφιοποίηση, Andrus Ansip, δήλωσε πως η Huawei θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά και η ιαπωνική κυβέρνηση σχεδιάζει να απαγορεύσει στους υπαλλήλους της να χρησιμοποιούν τις συσκευές των κινεζικών εταιρειών Huawei και ZTE.

Σε αυτή την αντικινεζική συμμαχία συμπεριελήφθη προσφάτως και η Πολωνία, η οποία, έπειτα από την σύλληψη Κινέζου υπαλλήλου στη χώρα, εξετάζει επίσης την απαγόρευση της χρήσης κινεζικών τεχνολογικών προϊόντων, τα οποία κατηγορεί ως “εργαλεία κατασκοπείας”. Η Βαρσοβία υποστηρίζει επίσης την κοινή θέση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σχετικά με τον αποκλεισμό της Huawei από την ευρωπαϊκή αγορά.

Απαντώντας στην αυξανόμενη πίεση και σε αυτή την “κοινή εκστρατεία” κατά των επιχειρήσεων της, η Κίνα κάλεσε τις ΗΠΑ να σταματήσουν αυτή την “παράλογη επίδειξη δύναμης” σε βάρος της εταιρείας Huawei και να αποσύρουν την αίτηση για την έκδοση από τον Καναδά, της οικονομικής διευθύντριας της εταιρείας Meng Vanzo. “Καλούμε τις ΗΠΑ να σταματήσουν την παράλογη διαμάχη με τις κινεζικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της Huawei, και να αποκαταστήσει το δίκαιο για τις κινεζικές εταιρείες”, ήταν η ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας.

Προς μια “ιστορική συμφωνία” ΗΠΑ-Κίνας;

Από την πλευρά του ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συμπεριφέρεται σαν να μη συμβαίνει τίποτε το ιδιαίτερο στις σχέσεις με την Κίνα, καθώς εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι οι δύο μεγάλες οικονομίες θα πετύχουν σύντομα “τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στην ιστορία”. Αυτό δήλωσε κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε στο Λευκό Οίκο με τον Κινέζο αντιπρόεδρο Liu Heo και μετά από νέο γύρο εμπορικών συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών. Η κινεζική αντιπροσωπεία, με την ευκαιρία αυτή, παρέδωσε στον Τραμπ μια επιστολή από τον αρχηγό του κινεζικού κράτους, στην οποία ο Xi Jinping εξέφρασε την ελπίδα ότι οι δύο πλευρές θα είναι σε θέση να “συναντηθούν στα μισά του δρόμου” για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας για το εμπόριο, πριν από τη λήξη της προθεσμίας την 1η Μαρτίου 2019.

Για την ώρα εφαρμόζεται και από τις δύο πλευρές μια περίοδος “εκεχειρίας”, διάρκειας 90 ημερών, στο μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, Κίνα και Αμερική, θα πρέπει να επιτύχουν μια τελική συμφωνία η οποία θα μειώσει τις εντάσεις μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη μας, αλλά και να μειώσουν από κοινού και το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα.

Ο Λευκός Οίκος πάντως προειδοποίησε ότι εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέχρι την 1η Μαρτίου 2019, τότε, την επόμενη κιόλας μέρα, θα ενεργοποιηθεί η προγραμματισμένη από τις ΗΠΑ αύξηση κατά 25% των τελωνειακών δασμών σε βάρος κινεζικών προϊόντων αξίας  200 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό επιβεβαιώνεται κι από τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον, ο οποίος δήλωσε στην Washington Post ότι ο σκοπός της πολιτικής του Τραμπ προς την Κίνα είναι να προωθήσει “όχι μόνο την οικονομική ισορροπία, αναγκάζοντας την Κίνα να παίξει με βάση τους κανόνες, αλλά και προλάβει τις μελλοντικές ανισορροπίες στην πολιτική και στρατιωτική ισχύ". Ο τρίτος γύρος των εμπορικών συνομιλιών ΗΠΑ-Κίνας θα γίνει στα μέσα Φεβρουαρίου στο Πεκίνο. Κανείς, για την ώρα, δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμά τους. 

10/2/2019




      ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ - ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ      

CHINA-USA

GEOPOLITICS

 GLOBAL Economy

 Trade war

 TRUMP-CHINA 

USA-CHINA:Trade War