Το τέλος ενός κόσμου.


Υπήρξαν περίοδοι της ανθρώπινης ιστορίας, στις οποίες επικρατούσε μια δημιουργική ορμή, στραμμένη προς τον οραματισμό και την οικοδόμηση του μέλλοντος. Οπως υπήρξαν και εποχές στις οποίες κυριαρχούσαν η νοσταλγία για το παρελθόν και ο αναμηρυκασμός των παραδόσεων. Ο ορίζοντας της δικής μας εποχής φαίνεται να αρχίζει και να τελειώνει στο παρόν. Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι βρισκόμαστε στη δίνη μιας ταραχώδους μετάβασης, της οποίας δεν μπορούμε ούτε να προβλέψουμε ούτε και να ελέγξουμε τις εκβάσεις.

Η επιτάχυνση των αλλαγών στην τεχνολογία, στις κοινωνικές δομές, στις συλλογικές νοοτροπίες, μας αποκόβει από ένα παρελθόν που μοιάζει οριστικά ξεπερασμένο και ταυτόχρονα μας εμποδίζει να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε ένα φωτεινότερο μέλλον. Το παρελθόν φαίνεται ανήμπορο να μας προμηθεύσει μια πυξίδα ικανή να προσανατολίζει την πορεία μας, ενώ το μέλλον, από χρόνος και τόπος της ελπίδας, έχει μετατραπεί σε πηγή φόβου και αγωνίας.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταβατικής περιόδου που διανύουμε σκιαγραφεί, σε ένα πρόσφατο κείμενό του, ο Γάλλος ιστορικός και ακαδημαϊκός Πιερ Νορά. Γεννημένος το 1931 στο Παρίσι, ο Νορά ήταν επί πολλά χρόνια διευθυντής σπουδών στην École des hautes études en sciences sociales. Το 1980, μαζί με τον φιλόσοφο Μαρσέλ Γκοσέ, ίδρυσαν την περιοδική επιθεώρηση Le Débat.

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde.

Η ανθρώπινη ιστορία έχει γνωρίσει πολλές καταστροφές, κρίσεις, επιδημίες και άλλες αναστατώσεις. Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό, και έχει τέτοιο χαρακτήρα ώστε να τροφοδοτεί ένα προαίσθημα Αποκάλυψης, είναι η συγκλίνουσα επιτάχυνση της σειράς των παγκόσμιων ή δυτικών φαινομένων, που έχουμε ζήσει εδώ και τριάντα ή σαράντα χρόνια –χωρίς να τα έχουμε αντιληφθεί πολύ καλά–, καθένα από τα οποία ισοδυναμεί με μιαν επανάσταση. Δημογραφική επανάσταση πρώτα απ’ όλα. Στο χρονικό διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής, ο παγκόσμιος πληθυσμός πέρασε από τα 2,5 στα 7,7 δισεκατομμύρια, με προοπτική τα 10 δισεκατομμύρια στα επόμενα τριάντα χρόνια. Οικολογική επανάσταση: Μετά τον Ντεκάρτ, ζήσαμε με την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι «κύριος και κάτοχος της φύσης».

Η φύση μας έδωσε το σκληρό μάθημα ότι ο άνθρωπος κοντεύει να ολοκληρώσει την καταστροφή της. Κλιματική επανάσταση, η οποία επιταχύνει αναστατώσεις τις οποίες η Γη δεν είχε γνωρίσει εδώ και 120.000 χρόνια. Σε αυτά τα παγκόσμια φαινόμενα πρέπει να προσθέσουμε μια γεωστρατηγική επανάσταση με ανυπολόγιστες για μας συνέπειες: η Δύση έχασε τη διακυβέρνηση του κόσμου. Σε αυτό το γεγονός έρχεται να προστεθεί μια οικονομική επανάσταση, συνδεόμενη με την κατάρρευση του βιομηχανικού πολιτισμού, της οποίας η άμεση συνέπεια είναι η επιβλητική εμφάνιση του φαινομένου που υποδηλώνει ο όρος «λαϊκισμός». Κι έπειτα μια πολιτική επανάσταση, με συνέπεια την εξάντληση των δημοκρατικών συστημάτων, τα οποία, στα δικά μας μάτια, είχαν αντιπροσωπεύσει την επιτυχημένη συνταγή των τρόπων κοινωνικής συμβίωσης, εθνικών και διεθνών.

Χωρίς να λησμονούμε μια θρησκευτική επανάσταση, που εκδηλώνεται με την άνοδο της δύναμης του Ισλάμ, την οποία κανείς δεν θα φανταζόταν πριν από τριάντα μόλις χρόνια. Και μια τελευταία επανάσταση, αλλά ίσως η πιο σημαντική: η έλευση μιας κοινωνίας ατόμων, που αντικαθιστά μιαν «ολιστική» κοινωνία στην οποία το κοινωνικό σύνολο, ιδίως το εθνικό, επικρατούσε σε σχέση με τα επιμέρους συμφέροντα. Αυτή η ανατροπή συνεπάγεται μια ρήξη της αλληλεγγύης και της ιστορικής συνέχειας προς όφελος ενός παντοδύναμου «παροντισμού»· η νέα έννοια του «παροντισμού» επιβλήθηκε για να χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τον χρόνο, τη σχέση μας με το παρελθόν και με το μέλλον.

Προκειμένου να κατανοούμε το παρελθόν και να προσεγγίζουμε το μέλλον, διαθέταμε μέχρι πρόσφατα αναλυτικά εργαλεία, που έδιναν στον καθένα από μας μιαν αίσθηση της ιστορίας, μιας ιστορίας στην οποία αισθανόμασταν ενταγμένοι. Μέχρι και τη δεκαετία του 1970, μπορούσε πράγματι κανείς να πιστεύει ότι ήταν ακόμη δυνατή η αναστήλωση μιας προηγούμενης τάξης πραγμάτων, η επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση. Αλλοι μπορούσαν να πιστεύουν –βοηθούσης και της επιστήμης– στην ιδέα μιας γενικής προόδου της ανθρωπότητας. Αλλοι, τέλος, ήλπιζαν σε μια μορφή παγκόσμιας επανάστασης, που θα μετέτρεπε το παρελθόν σε tabula rasa.

Αυτά τα τρία μοτίβα κατανόησης του παρελθόντος και προσέγγισης του μέλλοντος χάθηκαν και αυτά σχεδόν ταυτόχρονα. Η έλευση της οικολογικής συνείδησης σήμανε την ώρα του τέλους μιας πιθανής αναστήλωσης. Το Αουσβιτς και η Χιροσίμα σηματοδότησαν το τέλος της πίστης σε μια γενική πρόοδο της ανθρωπότητας, έστω και αν τμηματικές πρόοδοι συντελούνται στις μέρες μας σε όλα τα πεδία.

Ηδη οι ανθρωπολόγοι, όπως λ.χ. ο Κλοντ Λεβί-Στρος, καταδείκνυαν σχετικά με αυτό το ζήτημα ότι κάθε πρόοδος είχε και την αντίστροφη όψη της, που σκίαζε τα πλεονεκτήματά της. Ετσι, για παράδειγμα, η αύξηση της μέσης διάρκειας της ανθρώπινης ζωής –στα σίγουρα η μεγαλύτερη από τις πρόσφατες προόδους, καθώς είναι μια νίκη στη μάχη εναντίον του θανάτου– συνοδεύεται από το τίμημα άλυτων κοινωνικών και υγειονομικών δυσκολιών, όπως είναι οι οδύνες του υπερβολικά μεγάλου τέλους της ζωής.

Οσο για την ιδέα της επανάστασης, με την ελπίδα που τη συνόδευε, αυτή πέθανε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, ή και πολύ νωρίτερα, από το 1956, με την εισήγηση του Χρουστσόφ στο εικοστό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης. Το βασίλειο της ιστορίας και των ιδεών το διαδέχθηκε το βασίλειο της οικονομίας, η οποία πήρε το πηδάλιο του κυβερνήτη. Η οικονομία ξανασχεδίασε τον χάρτη του κόσμου και τις συλλογικές νοοτροπίες.

Και είδε και η ίδια τον εαυτό της να διαπερνιέται και να μετασχηματίζεται στο εσωτερικό της και στο εξωτερικό της περιβάλλον από όλα όσα παρήγαγαν οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τις τηλεπικοινωνίες και τα δίκτυα μέχρι τα ρομπότ και την τεχνητή νοημοσύνη. Ολες τους ψηφιακές τεχνολογίες, φορείς όχι μόνον μιας νέας καπιταλιστικής οικονομίας, που αναδιαρθρώνεται από ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, αλλά και μιας επανάστασης αυτή τη φορά πιο επαναστατικής από όλες τις προηγούμενες, η οποία οδηγεί σε έναν άλλο τύπο πολιτισμού. Πρόκειται για απλά εργαλεία στην υπηρεσία της ανθρώπινης νόησης;

Ή μήπως μας κατασκευάζουν αυτές οι τεχνολογίες έναν άλλο τρόπο ζωής ή ακόμη και έναν άλλον άνθρωπο, ένα μετα-ανθρώπινο σύμπαν; Αυτό είναι το πιο θεμελιώδες ερώτημα των καιρών μας. Το μέλλον θα απαντήσει σε εκείνους που θα γεννηθούν μετά από μας. Προς το παρόν, οι ειδήμονες συζητούν διαφωνώντας γύρω από αυτό το θέμα. Ενας απλός θνητός, όπως εγώ, τείνει να σκέφτεται ότι οι άνθρωποι είναι εκείνοι που επινόησαν τα ρομπότ και όχι το αντίστροφο· ότι αυτό που διακρίνει τη «φυσική» νοημοσύνη είναι μια δημιουργική ικανότητα την οποία δεν διαθέτει η τεχνητή νοημοσύνη, που είναι καθαρά μηχανική παρά τις επιδόσεις της. Μετά τον Πολ Βαλερί, γνωρίζουμε ότι οι πολιτισμοί είναι θνητοί. Γνωρίζουμε επίσης, μετά τον Αγγλο ιστορικό Αρνολντ Τόινμπι, ότι το τέλος ενός κόσμου δεν είναι το τέλος του κόσμου.


12/5/2019