Ο διάδοχος του Ντράγκι είναι «άοπλος».


H θητεία του Μάριο Ντράγκι, του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο. Ηταν μια ταραγμένη θητεία, καθώς στη διάρκειά της μεταξύ άλλων κατόρθωσε πραγματικά να διασώσει το ευρώ από την καταστροφή, και συγκεκριμένα το 2012-2013, και αυτό τον καθιστά τον σημαντικότερο διοικητή κεντρικής τράπεζας στη σύγχρονη ιστορία. Ωστόσο, δεν προσέρχομαι εδώ για να αποτίσω φόρο τιμής, αλλά να αναρωτηθώ για την κατάσταση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, καθώς η εποχή Ντράγκι φθάνει στο τέλος της. Δεν πρόκειται για ξέσπασμα. Επί μακρόν είχα τις επιφυλάξεις μου για το ευρώ, εξαιτίας του οποίου η Ελλάδα πέρασε πάρα πολύ δύσκολα, ενώ δεινά αντιμετώπισαν η Ισπανία και η Πορτογαλία αλλά σε μικρότερο βαθμό.  Εντούτοις, η συνολική επίδοση της οικονομίας της Ευρωζώνης, από τη διεθνή οικονομική κρίση του 2008 και μέχρι σήμερα, αποδεικνύεται πολύ καλύτερη σε σχέση με αυτό που οι περισσότεροι παρατηρητές στις ΗΠΑ έχουν αντιληφθεί. Σήμερα, όμως, το μείζον θέμα είναι το πόσο υπερβολικά ευάλωτη φαντάζει η Ευρώπη υπό το πρίσμα των πιθανών κραδασμών που θα υποστεί στο μέλλον. Αφ’ ης στιγμής ανέλαβε πρόεδρος ο Μάριο Ντράγκι, η Ζώνη του Ευρώ τα κατάφερε πάρα πολύ καλά, προς έκπληξη πολλών, και μπόρεσε να κάνει την ανάπτυξη να ορθοποδήσει και να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στην απασχόληση. Ομως, αυτή της η επιτυχία απορρέει από τα χαμηλότατα επιτόκια και το υποτιμημένο ευρώ.

Οπερ έστι μεθερμηνευόμενον ότι η Ευρώπη δεν έχει πλέον άλλο χώρο για ελιγμούς στη νομισματική πολιτική της. Τι θα συμβεί εάν εμφανιστεί ύφεση στην Κίνα, εάν ο Ντόναλντ Τραμπ επιβάλει δασμούς στα γερμανικά αυτοκίνητα ή εάν συμβεί οτιδήποτε άλλο; Η ΕΚΤ δεν μπορεί ουσιαστικά να χαλαρώσει περαιτέρω τη νομισματική της πολιτική. Αλλά νομίζω πως αξίζει να δούμε πώς εξελίχθηκαν μέχρι σήμερα τα πράγματα. Είναι καλύτερα από όσο πολλοί φαντάζονται. Τρία πράγματα φαίνονται προφανή. Το πρώτο είναι πως η Ευρωζώνη έκανε λάθος στην πορεία της το 2011 και αυτό εν μέρει οφείλεται στην κρίση χρέους και εν μέρει στην απίστευτα κακή απόφαση του τότε προέδρου της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ να απαντήσει στην άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων με αύξηση επιτοκίων, παρά την υψηλή ανεργία. Το δεύτερο είναι πως η κατάσταση σταθεροποιήθηκε από τότε που πρόφερε τις φημισμένες δύο λέξεις ο Μάριο Ντράγκι (θα κάνω) «οτιδήποτε χρειαστεί» (για να σώσω το ευρώ) και εφάρμοσε μια βιώσιμη πολιτική νομισματικής χαλάρωσης. Το τρίτο έχει να κάνει με το ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας υστερεί κατά πολύ σε σύγκριση με την οικονομία των ΗΠΑ.

Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία διαπίστωση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ψευδαίσθηση. Η Ευρώπη εμφανίζει πολύ βραδύτερη ανάπτυξη με κριτήριο τους ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία από ό,τι οι ΗΠΑ, αλλά, αφότου γίνουν προσαρμογές στα δημογραφικά δεδομένα, η απόδοση των δύο οικονομιών δεν έχει και μεγάλη διαφορά. Επιπλέον, ενώ η ανεργία στην Ευρωζώνη παραμένει αμετακίνητα υψηλότερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη στις ΗΠΑ, ολοένα και περισσότερο μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι ο υπολογισμός της ανεργίας είναι από μόνος του προβληματικός. Είναι προτιμότερο να εξετάσει κανείς την απασχόληση στην ηλικιακή ομάδα από 24 έως 54 ετών. Κι εδώ η Ευρώπη τα πηγαίνει τόσο καλά όσο και η Αμερική, αλλά το κατόρθωσε μόνο και μόνο επειδή είχε πολύ χαμηλά επιτόκια και ουσιαστικά αρνητικά σε ορισμένες περιπτώσεις, καθώς και ένα υψηλό εμπορικό πλεόνασμα χάρις στο υποτιμημένο ευρώ. Τι το κακό έχει αυτό; Η κατάσταση στην Αμερική δεν είναι περίφημη, αλλά σε περίπτωση ύφεσης η Fed έχει περιθώρια μείωσης επιτοκίων και το Κογκρέσο μπορεί να λάβει μέτρα στήριξης. Η ΕΚΤ δεν έχει τέτοια περιθώρια, το πλεόνασμα μάλλον δεν μπορεί να διογκωθεί περισσότερο και δεν λειτουργεί κεντρική κυβέρνηση στην Ευρωζώνη για λήψη ανάλογων μέτρων.

PAUL KRUGMAN / THE NEW YORK TIMES

30/5/2019