«Ύπνος, αυτές οι μικρές φέτες θανάτου - πώς τις απεχθάνομαι»

  


Οταν γεννιούνται τα όνειρα: 
Αναλύοντας τον χρόνο του ύπνου.

Περνάμε το ένα τρίτο της ζωής μας κοιμώμενοι, ωστόσο για το διάστημα αυτό της ζωής μας τα ερωτήματα παραμένουν πολλά. Τι συμβαίνει στο σώμα όταν κοιμόμαστε; Πόσο σημαντικός είναι ο ύπνος για την υγεία και ποιοι κίνδυνοι συνοδεύουν την έλλειψή του; Πόσα γνωρίζουμε για τα όνειρα και τον ρόλο τους; Ο Θανάσης Ντινόπουλος, καθηγητής Ανατομικής, Ιστολογίας και Εμβρυολογίας του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ, μιλάει στο «Πρίσμα» και στη Λήδα Αρνέλλου για την έρευνα σχετικά με τον ύπνο και τα όνειρα.

Τι συμβαίνει στο σώμα κατά τη διάρκεια του ύπνου; 
Ποια είναι η λειτουργική σημασία του;

Παλιότερα ο ύπνος θεωρούνταν παθητικό μέρος της καθημερινής ζωής, μια περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εγκέφαλος ξεκουραζόταν από τα γεγονότα της ημέρας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος είναι πολύ δραστήριος κατά τον ύπνο και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των ονείρων, αν και υπάρχει έκπτωση του επιπέδου συνείδησης. Ο ύπνος ελέγχεται από πυρήνες του εγκεφαλικού στελέχους και άλλες περιοχές του εγκεφάλου. Όταν ονειρευόμαστε, άλλες περιοχές του εγκεφάλου υπολειτουργούν και άλλες υπερλειτουργούν. Αλλάζει επίσης, η «χημεία» του εγκεφάλου.

Ο ύπνος διαχωρίζεται σε δύο διακριτές καταστάσεις του εγκεφάλου, τον ύπνο βραδέων κυμάτων (μη REM) και τον παράδοξο ύπνο (ύπνο REM). Κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου επέρχεται πλήρης μυοχάλαση, δηλαδή καταργείται ο τόνος όλων των μυών του σώματος. Εξαίρεση αποτελούν οι μύες που εκτελούν τις καρδιοαναπνευστικές λειτουργίες και άλλες βασικές λειτουργίες για τη διατήρησή μας στη ζωή, καθώς και οι μύες που κινούν τα μάτια μας. Κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου, και ενώ τα βλέφαρα παραμένουν κλειστά, τα μάτια διαγράφουν ταχείες οριζόντιες και κάθετες κινήσεις. Από τις ταχείες αυτές οφθαλμικές κινήσεις (Rapid Eye Movements) ο παράδοξος ύπνος ονομάζεται και ύπνος REM. Η μυοχάλαση κατά τον ύπνο REM, που παραδόξως επέρχεται κατά τις περιόδους αυξημένης εγκεφαλικής δραστηριότητας, έδωσε και τον όρο παράδοξος ύπνος. Ο παράδοξος ύπνος είναι, επίσης, παράδοξος διότι δεν συμβαδίζει το επίπεδο συμπεριφοριστικής εγρήγορσης, που είναι χαμηλό, με το επίπεδο εγκεφαλικής ενεργοποίησης, που είναι υψηλό. Τέλος, στον ύπνο REM μπλοκάρονται όλα τα αισθητηριακά ερεθίσματα (οπτικά, ακουστικά, απτικά, οσφρητικά και γευστικά) στον θάλαμο και δεν φτάνουν στον φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Γενικά, με την έναρξη του ύπνου διαπιστώνεται επιβράδυνση όλων των σωματικών λειτουργιών, που διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα όσο διαρκεί ο ύπνος μη REM. Με την εμφάνιση του ύπνου REM η φυσιολογική δραστηριότητα αυξάνεται σε επίπεδα υψηλότερα του ύπνου μη REM και ορισμένες στιγμές φτάνει στα επίπεδα της εγρήγορσης.

Οι υποστηρικτές των μεταβολικών θεωριών για τη λειτουργική σημασία του ύπνου υποστηρίζουν ότι ο βασικός ρόλος του είναι η αποκατάσταση των ενεργειακών απωλειών του οργανισμού, που οφείλονται στις καθημερινές δραστηριότητες. Οι υποστηρικτές των πληροφορικών θεωριών υποστηρίζουν ότι κατά τον ύπνο γίνεται εκκαθάριση και ταξινόμηση των πληροφοριών που συλλέχθηκαν κατά την εγρήγορση. Οι υποστηρικτές των οντογενετικών θεωριών, πάλι, θεωρούν ότι ιδιαίτερα ο ύπνος REM υποβοηθάει την ωρίμαση του εγκεφάλου.

Υπάρχουν και άλλες θεωρίες. Ωστόσο, παρά τις νέες γνώσεις για τον εγκέφαλο, τα αναπάντητα ερωτήματα είναι πολλά. Ακόμη δεν γνωρίζουμε γιατί περνάμε το ένα τρίτο της ζωής μας κοιμώμενοι και το ένα δέκατο ονειρευόμενοι.

Τι γνωρίζουμε για τις διαταραχές του ύπνου; 
Ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις τους στην υγεία του ανθρώπου;

Η κλινική σημασία του ύπνου είναι εμφανής από τις επιπτώσεις που έχουν οι διαταραχές του ύπνου και κυρίως οι αϋπνίες. Η έλλειψη ύπνου έχει ως αποτέλεσμα ελαττωμένη μνημονική και γνωστική ικανότητα, αδυναμία εστίασης της προσοχής και άγχος, ενώ όταν η έλλειψη συνεχίζεται, έχει ως συνέπεια διαταραχές της διάθεσης και συχνά ψευδαισθήσεις. Τα άτομα που παραπονιούνται για αϋπνίες για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους έχουν είκοσι φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν σοβαρή κατάθλιψη σε σύγκριση με άτομα που δεν υποφέρουν από αϋπνίες. Οι μεγάλοι λευκοί αρουραίοι του εργαστηρίου πεθαίνουν σε διάστημα λίγων εβδομάδων αν στερηθούν τελείως τον ύπνο. Άτομα που πάσχουν από θανατηφόρο οικογενή αϋπνία (μια γενετική νόσο), πεθαίνουν λίγα χρόνια μετά την έναρξη της ασθένειας.

Αν δυσλειτουργεί ο ανασταλτικός μηχανισμός που προκαλεί ατονία κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, οι ασθενείς εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά, η οποία είναι η εκδήλωση των νοητικών κινητικών παραστάσεων που ονειρεύονται. Τα άτομα που υποφέρουν από οξείς ή χρόνιους εφιάλτες παραπονιούνται ότι έχουν διαταραχές του ύπνου: φοβούνται να πάνε για ύπνο, ξυπνούν κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο ύπνος δεν τους ξεκουράζει, εμφανίζουν υπνηλία και κούραση κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Ποιος είναι ο βιολογικός ρόλος των ονείρων; 
Υπάρχει εξελικτική βάση σ’ αυτόν;

Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η βιολογική λειτουργία των ονείρων είναι να προσομοιώσουμε απειλητικά γεγονότα και να τα «προβάρουμε» προκειμένου να τα αποφύγουμε ή να τα αντιμετωπίσουμε. Κάθε συμπεριφοριστικό πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση επικίνδυνων καταστάσεων θα αύξανε τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους μας, αναπτύσσοντας και διατηρώντας δεξιότητες αποφυγής των απειλών. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό το πόσο αντιστοιχεί το πρότυπο του κόσμου που δημιουργείται κατά τη διάρκεια των ονείρων στις καταστάσεις που υπάρχουν στην καθημερινή ζωή. Η αντιστοιχία αυτή είναι τόσο πιστή, ώστε η προσομοίωση να είναι αποτελεσματική και να λειτουργήσει ως εξάσκηση για πραγματικά γεγονότα˙ η προσομοίωση είναι εξαιρετικά καλό αντίγραφο της πραγματικότητας.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι ερευνητές στη μελέτη των ονείρων;

Το πρώτο πρόβλημα είναι η αναγκαστική εξάρτηση και εμπιστοσύνη που πρέπει να δείξει ο ερευνητής στις αναφορές των εθελοντών. Ωστόσο, υπάρχει δυσκολία να περιγράψει κανείς με λέξεις το αλλόκοτο και το ακατανόητο και κυρίως τις οπτικές υποκειμενικές εμπειρίες, όπως είναι εκείνες που έχουμε στα όνειρα (σύνθετες σκηνές, εξωπραγματικά αντικείμενα και αλλόκοτες εμπειρίες και συναισθήματα). Επιπλέον, η αφήγηση γίνεται κατά την εγρήγορση και, κατά συνέπεια, είναι πολύ πιθανόν στην αφήγηση να αναμειγνύεται, αν όχι να νοθεύεται, το όνειρο με την πραγματικότητα. Πολύ συχνά οι εθελοντές περιγράφουν περισσότερες λεπτομέρειες από εκείνες που πράγματι έχουν δει ή αλλάζουν τη σειρά των γεγονότων. Άλλες φορές, οι αναφορές των εθελοντών είναι ελλιπείς, διότι ξεχνούν πράγματα σε βαθμό ανάλογο του χρόνου που έχει μεσολαβήσει μεταξύ του ονείρου και της περιγραφής του. Οι εθελοντές, μάλιστα, ίσως σκόπιμα αναφέρουν ελλιπώς «ανήθικες» ονειρικές εμπειρίες που μπορεί να τους φέρουν σε δύσκολη θέση.

Υπάρχουν, όμως, και πιο πρακτικά προβλήματα. Το περιβάλλον του «εργαστηρίου ύπνου», όπου γίνονται οι σχετικές μελέτες, είναι αφύσικο και άβολο και, επειδή είναι πάντοτε νοσοκομειακό, προκαλεί άγχος στους εξεταζόμενους (ο ύπνος είναι πιο δύσκολος και λιγότερο βαθύς και το περιεχόμενο των ονείρων διαφορετικό από το περιεχόμενο των ονείρων που βλέπει κανείς στο σπίτι του). Το στατιστικό δείγμα σε τέτοιου είδους μελέτες είναι συνήθως μικρό. Τέλος, υπάρχουν και τεχνολογικοί περιορισμοί. Οι μετρήσεις της συνολικής εγκεφαλικής δραστηριότητας (με το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) ή της αιματικής ροής (με απεικονιστικές τεχνικές) δεν επιτρέπουν την εξέταση μικρών, αλλά καθοριστικών ομάδων νευρώνων οι οποίοι αποκαλύπτουν σημαντικές λειτουργικές λεπτομέρειες του ονειρικού μηχανισμού.

Αν μου επιτρέπεται να συνοψίσω, κατά τη διάρκεια του ονείρου, ο εγκέφαλος κατασκευάζει ένα σύνθετο πρότυπο του κόσμου, στο οποίο συγκεκριμένα στοιχεία, όταν συγκρίνονται με τη ζωή μας, αναπαριστάνονται (και τονίζονται) λιγότερο, ενώ άλλα αναπαριστάνονται (και τονίζονται) πολύ περισσότερο. Σύμφωνα με μια άποψη, το περιεχόμενο των ονείρων επηρεάζεται σταθερά και πολύ ισχυρά από τις εμπειρίες της καθημερινής ζωής. Τα όνειρα είναι πιο ρεαλιστικά από ό,τι υποστηριζόταν μέχρι σήμερα από τις πιο παραδοσιακές θεωρίες. Επιπλέον, σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο των ονείρων είναι πιο προφανές απ’ ό,τι θα μπορούσε να αναμένει κανείς διαβάζοντας τις θεωρίες στις οποίες δίνεται βαρύτητα στον συμβολισμό και στη μεταμφίεση για την κατανόησή τους. Ωστόσο, όπως πετυχημένα έχει ειπωθεί, όσο μεγαλώνει το νησί της γνώσης μας τόσο μεγαλώνουν οι ακτές της άγνοιάς μας και η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα αληθινή για τον ύπνο και τα όνειρα.

Οι επικρατέστεροι μύθοι στη δημόσια σφαίρα 
σχετικά με τον ύπνο και τα όνειρα.

Μία από τις πιο δημοφιλείς απόψεις είναι ότι τα όνειρα μας βοηθούν να επιλύσουμε προβλήματα της καθημερινής ζωής, ιδιαίτερα τα συναισθηματικώς φορτισμένα. Ακόμη και διαισθητικά, όμως, μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι το να ζει κανείς στα όνειρα ένα συναισθηματικό σοκ ξανά και ξανά, έχοντας επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, δεν είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται ένα άτομο που έχει υποστεί μια τραυματική εμπειρία. Υπάρχουν πολλές εμπειρικές παρατηρήσεις για τα όνειρα που δεν ταιριάζουν με τη θεωρία επίλυσης προβλημάτων. Οι περισσότεροι άνθρωποι θυμούνται λιγότερο από το 1% των ονείρων τους. Ακόμη και εκείνοι που έχουν ξεχωριστή προς τούτο ικανότητα θυμούνται ένα μικρό ποσοστό μόνο.

Σε μια μελέτη δόθηκε σε 500 φοιτητές ένα πρόβλημα· οι φοιτητές αφιέρωσαν 15 λεπτά προσπαθώντας να το λύσουν πριν πάνε για ύπνο. Το πρωί έγραψαν τα όνειρα που είδαν το βράδυ, και, αν δεν είχαν λύσει το πρόβλημα, διέθεσαν άλλα 15 λεπτά για την επίλυσή του. Από 1.148 προσπάθειες το πρόβλημα είχε λυθεί σε όνειρο μόνο σε επτά περιπτώσεις (λιγότερο από 1%).

Ένας άλλος μύθος είναι ότι τα όνειρα είναι δυνατόν να ερμηνευτούν. Αυτό είναι αλήθεια για τα πολύ ρεαλιστικά όνειρα. Ωστόσο, πολλά όνειρα είναι εντελώς αλλόκοτα και παράξενα. Άλλωστε, η ίδια εικόνα μπορεί να έχει διαφορετική σημασία για διαφορετικούς ανθρώπους, κάτι που έχει σχέση με τις προσωπικές τους εμπειρίες και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ζωή τους. Μπορεί να ανακαλύψει κανείς στα όνειρα τόσους πολλούς συμβολισμούς, που η ερμηνεία τους γίνεται ανέφικτη. Όπως είχε επισημάνει ο Κωστής Παπαγιώργης, «απέναντι σε αυτή την ακούσια δραματοποίηση στοιχείων του παρελθόντος μας δεν είμαστε απλώς ανίκανοι ερμηνευτές, αλλά και αθέλητοι μάρτυρες».

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν, επίσης, ότι τα όνειρα προλέγουν τα γεγονότα. Οι εμπειρίες αυτές ερμηνεύονται ως προκαταλήψεις της μνήμης, δηλαδή ως επιλεκτική μνήμη για τις ακριβείς προβλέψεις, και ως διαστρεβλωμένη μνήμη, ώστε τα όνειρα να ταιριάζουν με τις εμπειρίες μας αναδρομικά. Η πολύπλευρη φύση των ονείρων διευκολύνει την ανεύρεση συσχετισμών μεταξύ του περιεχομένου των ονείρων και των πραγματικών γεγονότων. Κάτι που μπορεί να κάνει ο καθένας μας προκειμένου να διαψεύσει τον εδραιωμένο αυτό μύθο είναι να καταγράφει τα όνειρά του. Η απλή αυτή ενέργεια εμποδίζει τις συνέπειες της επιλεκτικής μνήμης και τότε γίνεται ξεκάθαρο ότι τα όνειρα δεν είναι δυνατόν να προβλέψουν το μέλλον.

Τα πρώτα καταγεγραμμένα όνειρα πάνω σε πλακίδια από πηλό χρονολογούνται πριν από 5.000 χρόνια περίπου στη Μεσοποταμία. Οι Βαβυλώνιοι πίστευαν ότι τα όνειρα ήταν μηνύματα από υπερφυσικά όντα· τα καλά όνειρα τα έστελναν οι θεοί, τα κακά οι δαίμονες. Οι Κινέζοι, το 2000 π.Χ. περίπου, αποτύπωναν με ιδεογράμματα πάνω σε κελύφη χελώνων στοιχεία για την ανατομία του ανθρώπου, συμπτώματα και θεραπείες για ασθένειες, οδηγίες για τον φυσιολογικό τοκετό και ερμηνείες ονείρων με τη συμμετοχή πνευμάτων. Κατά τον Όμηρο, τόπος κατοικίας του Ύπνου ήταν η Λήμνος, ενώ για μεταγενέστερους συγγραφείς η φανταστική πατρίδα του ήταν η «Νήσος των Ονείρων». Αναφορές για όνειρα που βιώνουν διάφοροι χαρακτήρες υπάρχουν τόσο στην «Ιλιάδα» όσο και στην «Οδύσσεια». Ο Όμηρος αποκαλεί τον ύπνο νήδυμο (γλυκύ) - αν και λίγους στίχους πιο κάτω χαρακτηρίζει τον ύπνο νηλεή (ανηλεή, σκληρό, άσπλαχνο). Στην «Οδύσσεια», οι ήρωες κοιμούνται πολύ συχνά και ο ύπνος μνημονεύεται, σχεδόν πάντοτε, σαν δώρο των θεών, που σκορπάει τις έγνοιες της ψυχής και χαλαρώνει το σώμα. Ο ύπνος και το όνειρο παρουσιάζονται ως λυτρωτική, καθαρτήρια ψυχική λειτουργία (όπως και το κλάμα). Τα δάκρυα και τα όνειρα, ωστόσο, δεν είναι τρόπος φυγής των ανθρώπων. Αντίθετα, είναι τρόποι ενδυνάμωσης της αντοχής τους στις δυσκολίες της ζωής. Συμπαραστέκονται στον αγώνα τους, τους αναπαύουν από την αγωνία τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Θανάση Ντινόπουλου «Ύπνος και όνειρα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press.

Λήδα Αρνέλλου

  4 Ιουνίου 2019