Πλάτωνας:"Συμπόσιο" ή "Περί Έρωτος".

«Τι είναι ο 'Ερωτας;»
 (1) Το Συμπόσιο του Πλάτωνα και ο στρατός από εραστές 
Εισαγωγή στο Συμπόσιο και το εγκώμιο του Φαίδρου.
(2) Η ομοφυλοφιλία στον πλατωνικό μύθο.Το εγκώμιο του Αριστοφάνη.  
(3) Ηθική και νομιμότητα του έρωτα.Το εγκώμιο του Παυσανία.
(4) Η Απατηλή Γοητεία του Αιθεροβάμονα Έρωτα.  
   Το εγκώμιο του Ερυξίμαχου
 (5) Η χρήση του μύθου στο Συμπόσιο του Πλάτωνα.  
   Εγκώμιο του Αγάθωνα και σχόλια του Σωκράτη
  (6) Ο Σωκράτης για τον Ιδανικό εραστή.Το εγκώμιο του Σωκράτη.  
    (7) Ο Συκουτρής για το εγκώμιο της Διοτίμας    (pdf) 
  (8) Ο έρωτας του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη. Το εγκώμιο του Αλκιβιάδη. 
(9) Πλάτωνος ''Συμπόσιο''- Ολόκληρο το  πρότυπο κείμενο

Anselm Feuerbach - Plato's Symposium (1873)

  1.  Εισαγωγή στο Συμπόσιο   

 και το εγκώμιο του Φαίδρου    

«Ποιος υποστηρίζει τους στρατιώτες;
 Οι στρατιώτες υποστηρίζουν τους στρατιώτες.»
                    Clint Van Winkle, πεζοναύτης

 «Όλες οι αμαρτίες που έκανα, τις έκανα με έναν στόχο: 
να κρατήσω τους άντρες μου ζωντανούς»
                             David Bellavia, βετεράνος του πολέμου στο Ιράκ

Το Συμπόσιο του Πλάτωνα γράφτηκε μεταξύ 385 και 370 π.Χ.. Διαδραματίζεται το 416 π.Χ., χρονιά που ο τραγικός ποιητής Αγάθων κέρδισε τον διαγωνισμό των Λήναιων. Καλεί λοιπόν φίλους στο σπίτι του, όπου σε ατμόσφαιρα ευθυμίας και πίνοντας κρασί, ο ένας μετά τον άλλο πλέκουν το εγκώμιο του έρωτα.

Το κείμενο έχει έντονο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και υπάρχει πολύ μικρή αμφιβολία για το αν το περιεχόμενο είναι επινόηση του Πλάτωνα. Τα πρόσωπα που μιλάνε είναι οχτώ (ο αριστοκράτης Φαίδρος, ο ειδικός στα νομικά Παυσανίας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο κωμικός ποιητής Αριστοφάνης, ο τραγικός ποιητής Αγάθων, ο φιλόσοφος Σωκράτης, η φιλόσοφος και μάντισσα Διοτίμα και ο πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός Αλκιβιάδης), η επαγγελματική ιδιότητα των οποίων συχνά συνάδει με το περιεχόμενο των λόγων τους. Δεδομένου ότι συμμετέχει ο Αλκιβιάδης, αξίζει να σημειωθεί ότι η καταστροφική Σικελική Εκστρατεία που αυτός ηγήθηκε έλαβε χώρα έναν χρόνο μετά το εν λόγω συμπόσιο. Παρόλα αυτά, το κείμενο γράφτηκε αργότερα, και μάλιστα μετά την καταδίκη σε θάνατο του Σωκράτη, η οποία αποδίδεται εν μέρει στην κακοφημία που είχε εξαιτίας της σχέσης του με τον Αλκιβιάδη και με άλλους. Το δικό του εγκώμιο λοιπόν, όπου αφηγείται περιστατικά που έζησε με τον Σωκράτη, χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα (που δεν ήταν παρόν στο γλέντι) για να δείξει, άλλη μια φορά, ότι ο Σωκράτης δεν ευθύνεται για τον κακό χαρακτήρα του πολιτικού, καθώς τον παρουσιάζει να προσπαθεί να βελτιώσει τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη και να απέχει από τις δικές του υπερβολές.

Όλοι οι εγκωμιαστές χρησιμοποιούν το μύθο στον λόγο τους (ο Ερυξίμαχος λιγότερο από όλους), είτε για να αποφανθούν ότι οι «προφανείς» αρετές του θεού Έρωτα αποδίδονται και στον έρωτα όπως τον βιώνουν οι άνθρωποι στη ζωή τους είτε για να «αποδείξουν» όσα υποστηρίζουν για τα χαρακτηριστικά και τις αρετές του έρωτα, με το να τα παρουσιάσουν σαν αναγκαίες εκφάνσεις του μυθικού Έρωτα (κυρίως ο Αριστοφάνης).

Ανάμεσα στα εγκώμια, ο Πλάτωνας παραθέτει σύντομους διαλόγους μεταξύ των συμποτών, που στόχο έχουν να ελαφρύνουν τη διάθεση και να παρουσιάσουν την ευτράπελη και φιλική ατμόσφαιρα των ομιλητών που μαζεύτηκαν για να γιορτάσουν τη νίκη του Αγάθωνα. Όταν, για παράδειγμα, έρχεται η σειρά του Αριστοφάνη να πλέξει το δικό του εγκώμιο, του παίρνει το λόγο ο Ερυξίμαχος, καθώς τον Αριστοφάνη τον πιάνει λόξυγκας και δεν μπορεί να μιλήσει. Ο γιατρός Ερυξίμαχος λοιπόν του δίνει συμβουλές για να ξεπεράσει τη δυσκολία (να κρατήσει την αναπνοή του όσο μπορεί, να κάνει γαργάρες με νερό ή να ερεθίσει τη μύτη του για να φταρνιστεί) μέχρι να τελειώσει πρώτα αυτός. Το περιστατικό αυτό, όπως και το γεγονός ότι ο Πλάτωνας διάλεξε τον Αριστοφάνη για να πει αυτά που τον παρουσιάζει να λέει, και δεδομένου ότι το περιεχόμενο του εγκώμιού του αναφέρεται εκτεταμένα στην ομοφυλοφιλία (και όχι μόνο το δικό του), έδωσε την αφορμή σε διάφορους μελετητές ανά καιρούς, για παράδειγμα στον καταξιωμένο A.E. Taylor (που θεωρείται ακόμα σημείο αναφοράς στη μελέτη του Πλάτωνα), να αγνοήσουν αυτά που λέει σαν αστεία, ειρωνείες ή προφανώς λανθασμένα, ως τις γελοιότητες ενός ρηχού γελωτοποιού. Ειδικότερα, η διάθεση εκχριστιανισμού του Πλάτωνα, έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να διαβάζουν το Συμπόσιο με παρωπίδες ή να προχωρήσουν σε εκλογικεύσεις, και να αναφέρονται στον λεγόμενο «πλατωνικό έρωτα» εννοώντας την πνευματική σχέση μεταξύ δύο ερωτευμένων που ποτέ δεν εκφράζεται σωματικά, μια έννοια που, τουλάχιστον στο Συμπόσιο, δεν παρουσιάζεται με αυτόν τον τρόπο.

Κατά καιρούς το Συμπόσιο έχει ερμηνευτεί υπό διάφορες οπτικές, ακολουθώντας τα ήθη της εποχής. Ο ίδιος ο Taylor (που γράφει τη δεκαετία του 1920) κατηγορεί με τη σειρά του την δική του και την προηγούμενη γενιά, αυτούς που ονομάζει «δακρύβρεχτους ρομαντικούς» οι οποίοι «με το δηλητήριο του ρομαντισμού στις φλέβες τους» παρερμήνευσαν το κείμενο κατά το δοκούν, ιδιαίτερα αναφερόμενος στα λεγόμενα του Παυσανία, που υποστηρίζει πως ο σώφρον νέος οφείλει να βάζει σε δοκιμασίες και να αποτρέπει τον επίδοξο εραστή, ώστε να καταλάβει, με το πέρασμα του χρόνου και την επίδειξη επιμονής του, αν είναι όντως άξιος του έρωτά του. Σε αυτούς τους ρομαντικούς αποδίδει ο Taylor και την εφεύρεση του όρου «πλατωνικός έρωτας που δεν υπάρχει πουθενά στο έργο του φιλοσόφου, ούτε στο Συμπόσιο ούτε αλλού. Συνεχίζει όμως κατακεραυνώνοντας τον λόγο του Αριστοφάνη, με το επιχείρημα πως «το γεγονός και μόνο ότι ο περίφημος αυτός λόγος ‘απονέμεται’ στον μεγάλο γελωτοποιό» αρκεί για να αποδείξει στον «κάθε νοήμονα αναγνώστη» ότι ο μύθος που περιγράφει ο Αριστοφάνης, και άρα ό,τι συνεπάγεται αυτός, είναι γελοιότητες (χρησιμοποιεί τον όρο «πανταγκρουελισμός»). Αδυνατώ να εντοπίσω σοβαρότητα σε αυτό το σχόλιο˙ αν μη τι άλλο θα έπρεπε να είναι προφανές πως αν το γεγονός και μόνο ότι κάτι γράφτηκε από τον Αριστοφάνη είναι αρκετό για να θεωρηθεί αυτό γελοίο, πρέπει ως γελοία να θεωρηθούν και όλα του τα έργα. Ο Αριστοφάνης όμως δεν ήταν ούτε «γελοίος» ούτε «γελωτοποιός». Σατιρικός ποιητής ήτανε, που έγραφε βέβαια κωμικά έργα, τα οποία όμως αντιμετώπιζαν σημαντικά ζητήματα της ανθρώπινης κατάστασης και της σύγχρονής του κοινωνίας. Κάποιοι επίσης θεώρησαν ύποπτη την επιλογή του Αριστοφάνη να παρίσταται σε συμπόσιο μαζί με τον Σωκράτη, δεδομένης της αντιπαλότητάς τους (οι Νεφέλες είναι χτύπημα στην εικόνα του φιλοσόφου), όμως η αλήθεια είναι (όπως υποστηρίζει και ο Συκουτρής) ότι ο κωμικός ανήκε στον κύκλο των συμποτών και είχε κάθε λόγο να επιλεγεί από τον Πλάτωνα να μιλήσει για τον Έρωτα, δεδομένων όσων ξέρουμε για τον βίο και το έργο του.

Εδώ, και στα κείμενα που θα ακολουθήσουν, θα επιχειρηθεί μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση του Συμποσίου, και συσχέτιση των ιδεών των συμποτών με τον σημερινό προβληματισμό.

Αυλήτρια ψυχαγωγεί άνδρες σε συμπόσιο (420 π.Χ.)

Πρώτος παίρνει το λόγο ο Φαίδρος (τον ξέρουμε και από άλλον, ομότιτλο, πλατωνικό διάλογο). Το δικό του εγκώμιο χρησιμοποιείται πιο πολύ εισαγωγικά. Είναι σύντομο, πεζό, και στερείται βάθους και διαλεκτικής ή λογοτεχνικής αξίας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όσα λέγονται στερούνται περιεχομένου ή το δικαίωμα μιας σοβαρής αντιμετώπισης. Στον λόγο του, η μυθολογική αρχαιότητα του θεού Έρωτα συναντά τη χρησιμότητα του ερωτικού αισθήματος, σαν προτερήματά του. Πιστεύει πως ο Έρωτας είναι ο καλύτερος από τους θεούς, και τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό θεωρεί το ότι είναι ο αρχαιότερος από αυτούς. Γονείς του «ούτε υπήρξαν ούτε μνημονεύονται από κάποιον ποιητή ή πεζογράφο»σελ.107. Ο Ησίοδος, ο Ακουσίλαος κι ο Παρμενίδης συμφωνούν ότι η δημιουργία του Έρωτα προηγήθηκε των θεών. Συγκεκριμένα, στην Θεογονία του Ησίοδου περιγράφεται πως, μέσα στη «Νύχτα», δημιουργήθηκε το Χάος, μετά η Γαία, ο Τάρταρος, και τέταρτος ο Έρως. Από αυτούς προήλθαν οι υπόλοιποι θεοί της μυθολογίας. Έτσι, ο Έρως είναι πιο ψηλά στην ιεραρχία από τους θεούς, και άρα ανώτερος και καλύτερος. Να σημειωθεί πως η αρχαιότητα ενός θεού σαν ένδειξη ανωτερότητάς του και προτίμησης στη λατρεία του, δεν ήταν κοινή αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων.

Την αρχαιότητά του θεωρεί ο Φαίδρος την αιτία των μεγάλων ευεργεσιών του προς τους ανθρώπους. «Προσωπικά εγώ δε θα μπορούσα να αναφέρω πολυτιμότερο αγαθό για ένα νέο από έναν αξιόλογο εραστή, και για τον εραστή άλλο από το αγαπημένο αγόρι. Διότι, για όποιον θέλει να διαγράψει μια επίγεια διαδρομή ανώτερη, εκείνο που πρέπει να κατευθύνει τη ζωή του ολόκληρη, ούτε οι διακεκριμένοι συγγενικοί δεσμοί μπορούν να το καλλιεργήσουν μέσα του αποτελεσματικά, ούτε οι τιμές, ούτε ο πλούτος, ούτε οτιδήποτε άλλο, μόνο ο Έρωτας»σελ.109.

Αν μπορούσε, λέει ο Φαίδρος, να συγκροτηθεί στρατός φτιαγμένος από εραστές, θα μπορούσε να νικήσει όλους τους στρατούς του κόσμου. Γιατί «για τον εραστή τίποτα δεν θα ήταν πιο ντροπιαστικό από το να λιποτακτήσει ή να πετάξει τα όπλα μπροστά στα μάτια του αγαπημένου αγοριού». Τους άλλους θα τους ντρεπόταν πολύ λιγότερο και θα ήταν πιο εύκολο να εγκαταλείψει τη μάχη ή να προδώσει την πατρίδα, ενώ μπροστά στον εραστή θα προτιμούσε να πεθάνει χίλιες φορές. «Κι όσο για να εγκαταλείψει ο εραστής τον αγαπημένο του ή να του αρνηθεί τη συμπαράσταση την ώρα του κινδύνου, κανείς δεν είναι τόσο δειλός που ούτε ο Έρωτας να μην μπορεί να του εμπνεύσει θεϊκή ορμή και ανδρεία, ώστε να εξομοιωθεί με αυτόν που είναι γεννημένος παλικάρι». Είναι αναγνωρισμένη και αξιοποιείται μέχρι και σήμερα η χρησιμότητα της συντροφικότητας των στρατιωτών. Στο πεδίο της μάχης, τα ιδανικά συχνά εξαφανίζονται, και το μόνο που μένει είναι ο φόβος και η φιλία, οπότε και οι στρατιώτες θεωρείται πως δεν πολεμούν ούτε για την πατρίδα ούτε για την ελευθερία (ή για όποιον άλλο σκοπό του εκάστοτε πολέμου) ούτε τυφλά υπακούοντας στις εντολές των ανωτέρων τους, αλλά για τους διπλανούς τους. Για τους συμπολεμιστές είναι που θα θυσιαστεί ένας ήρωας, και για χάρη τους δεν θα ενδώσει στον τρόμο αυτός που είναι έτοιμος να παραδοθεί. Είναι ένα φαινόμενο που αναγνωρίζουν και οι αξιωματικοί για τους στρατιώτες τους αλλά και οι εκπαιδευτές, οι οποίοι, στον βαθμό και κατά περίπτωση που τους συμφέρει, ενθαρρύνουν τη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ τους, είτε φανερά είτε κρυφά (σε αυτό το φαινόμενο οφείλεται και η φράση «Κανένας πεζοναύτης δεν εγκαταλείπεται πίσω»/«no marine left behind» που έχει μετατραπεί σε σλόγκαν του αμερικάνικου στρατού, χρησιμοθηρικά εκμεταλλευόμενος τα ισχυρά αισθήματα φιλίας που αναπτύσσονται ήδη από την περίοδο εκπαίδευσης – ακόμα και στον Ελληνικό Στρατό κατά τη διάρκεια της θητείας στρατιωτών που δεν πρόκειται να βιώσουν ποτέ τον πόλεμο).

Σκηνή από επίσημο γεύμα, από Ναό της Αθηνάς
 στην Άσσο της Μικράς Ασίας (6ος αιώνας π.Χ.)

Για τον Φαίδρο όμως, ο έρωτας στέκεται πιο ψηλά ακόμα και από αυτήν την συντροφικότητα των συμπολεμιστών, όπως και από την αγάπη για την πόλη ή τους άμαχους συμπολίτες τους στα μετόπισθεν. Έτσι, το μόνο που κάνει ο Φαίδρος είναι να υπερβάλλει τα υπαρκτά οφέλη ενός πραγματικού φαινομένου, που οι αρχαίοι Έλληνες σίγουρα ήξεραν πολύ καλά (χωρίς όμως να φτάνει και στην εξιδανίκευση του μετέπειτα λόγου του Σωκράτη). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αθήνα ήταν μια κοινωνία που, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, «εκτιμούσε πάνω απ’ όλα τη στρατιωτική δόξα», και ότι το συμπόσιο έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν πως για να κερδηθεί ένας πόλεμος έπρεπε εξασφαλιστεί η εύνοια των θεών και η αφοσίωση των στρατιωτών στην πατρίδα τους. Και τι μας παρουσιάζει ο Φαίδρος; Τον Έρωτα σαν τον ανώτερο θεό που κυριαρχεί σε όλους τους υπόλοιπους, και που εμπνέει στους στρατιώτες το απόλυτο αίσθημα τιμής και αυτοθυσίας. Αυτό δηλαδή που οι Αθηναίοι πρέπει να εκτιμούν πάνω απ’ όλα, αφού αυτό θα οδηγήσει στη νίκη την πόλη, και στη δόξα τους πολεμιστές.

Στον πόλεμο αλλά και στην ειρήνη, σε προσωπικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικό σύνολο, «ντροπή για κάθε τι πρόστυχο, φιλοτιμία για κάθε τι ωραίο», αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τα άτομα και τις πόλεις να κάνουν σπουδαία και ωραία έργα. Η ντροπή που σε σταματάει από το να κάνεις κάτι που δεν θα άρεσε στον εραστή και η φιλοτιμία που σε ωθεί σε ωραίες πράξεις, εμπνευσμένες από τον Έρωτα.

Γι’ αυτό οι θεοί αντάμειψαν τον Αχιλλέα οδηγώντας τον στις Νήσους των Μακάρων**, επειδή έτρεξε να βοηθήσει τον εραστή του, Πάτροκλο, εκδικούμενος τον χαμό του με κίνδυνο να πεθάνει και με αποτέλεσμα να τον ακολουθήσει στον τάφο. Και για τον ίδιο λόγο αντάμειψαν την Άλκηστη που προθυμοποιήθηκε να πάρει τη θέση του άντρα της στον Άδη, και της χάρισαν τη ζωή ώστε να επιστρέψει από τον Άδη στη ζωή. Ο άντρας της ο Άδμητος είχε και μάνα και πατέρα, αλλά αυτή που προσφέρθηκε ήταν η γυναίκα του, εμπνευσμένη από τον Έρωτα. Ο Ορφέας από την άλλη, που προσπάθησε να γλιτώσει τη γυναίκα του με τέχνασμα, και όχι με πραγματική αυτοθυσία (δεν προσφέρθηκε να πάρει τη θέση της αλλά επιχείρησε να τη φέρει πίσω από τον Άδη με τα μάγια της λύρας του), όχι μόνο δεν τον αντάμειψαν, αλλά τα κανόνισαν έτσι ώστε να βρει αργότερα τον θάνατο, και μάλιστα από γυναίκα.

«Είναι αλήθεια πως οι θεοί τιμούν κατεξοχήν την αρετή των ερωτευμένων˙ όμως θαυμάζουν ιδιαίτερα και ανταμείβουν πλουσιοπάροχα την αφοσίωση του ερωμένου προς τον εραστή και λιγότερο του εραστή προς τον ερωμένο. Κι αυτό γιατί ο εραστής είναι πιο κοντά στους θεούς από τον αγαπημένο του, είναι ένας μικρός θεός.»σελ.111. Η Άλκηστης εξάλλου (που προφανώς θεωρείται από τον Φαίδρο πως παίζει το ρόλο του εραστή) ανταμείφθηκε μόνο με επιστροφή στη ζωή, ενώ ο Αχιλλέας (ερωμένος του Πάτροκλου) στάλθηκε στις Νήσους των Μακάρων, ένα πολύ μεγαλύτερο δώρο.

Pietro Testa - The Symposium of Plato (1648)

Ο Φαίδρος λοιπόν, για να επαινέσει τον έρωτα κάνει χρήση, μυθικών και μη, παραδειγμάτων, μετά από μια πολύ σύντομη αναφορά στην μυθολογική προέλευση του θεού Έρωτα. Το ότι κάνει εκτενή αναφορά στα οφέλη που θα προσέφερε ένας στρατός από εραστές δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι επιχειρεί τον εγκωμιασμό του ομοφυλοφιλικού έρωτα συγκεκριμένα˙ εξάλλου αναφέρεται και στα ζεύγη Ορφέα-Ευρυδίκης και Άλκηστης-Άδμητου. Εγκωμιάζει αδιάκριτα τον έρωτα, χωρίς να κάνει ποιοτική διαφοροποίηση μεταξύ ομοφυλοφιλικού και ετεροφυλοφιλικού. Ο έρωτας είναι διαθέσιμος σε όλους, και μπορεί όλους να μας ωφελήσει, αρκεί να τον δεχτούμε γι’ αυτό που είναι. Μένει στο άτομο η ευθύνη να τηρήσει τους όρους του – να μην κοροϊδέψει ώστε με τεχνάσματα να κερδίσει τα οφέλη του – αλλά ειλικρινά να τον ακολουθήσει μέχρι και την υπέρτατη θυσία, και τα οφέλη του θα είναι τα μέγιστα δυνατά.

«Ο Έρως είναι ο αρχαιότερος των θεών, ο πιο αξιοσέβαστος, αυτός που εξασφαλίζει στους ανθρώπους την προσωπική αξία και την ευτυχία, σε τούτη τη ζωή και στη μεταθανάτια»σελ.111.

* Κάποιοι αποδίδουν την ιδέα του «πλατωνικού έρωτα» στον William Davenant, με το βιβλίο του The Platonic Lovers (1635), ενώ άλλοι στον Marsilio Ficino με το βιβλίο De Amore (1484).

** Σύμφωνα με τον Ησίοδο, οι Νήσοι των Μακάρων βρίσκονταν στην άκρη του κόσμου, και εκεί πήγαιναν οι ήρωες, οι οποίοι δεν πέθαιναν ποτέ, αλλά ζούσαν παντοτινά εκεί, όπου δεν υπήρχε χειμώνας, και τα εδάφη ήταν πολύ γόνιμα. Άλλοι λέγανε ότι εκεί μετέβαινε όποιος μετεμψυχωνόταν σε τρεις ζωές και κατάφερνε να αποδειχθεί ιδιαιτέρως αγνός και τις τρεις φορές.

 Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος


11/2/2015


Τα αρχικά, δίφυλα γένη του Αριστοφάνη 


  2.  Η ομοφυλοφιλία στον πλατωνικό μύθο.   

    Το εγκώμιο του Αριστοφάνη      

«Για να γίνεις τέλειος, πρέπει να αισθάνεσαι τέλειος για τον εαυτό σου
-απέφευγε να προσπαθείς να είσαι κάτι που δεν είσαι»
                                                Rick Riordan, The Lost Hero

Μετά τον ρηχό και επιστημονικοφανή εγκωμιασμό του έρωτα από τον Ερυξίμαχο, ο Πλάτωνας δίνει τον λόγο στον Αριστοφάνη, ο οποίος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον προηγούμενο. Ο λόγος του είναι εύθυμος, ουσιαστικός, συνοπτικός χωρίς να μένει στην επιφάνεια, ενώ χρησιμοποιεί τον μύθο, όχι για να επικαλεστεί μια δήθεν αυθεντία, αλλά για να εξηγήσει τις θέσεις του. Η ευτραπελία της μυθικής προέλευσης της αναγκαιότητας και της αξίας του έρωτα, γρήγορα μετατρέπεται σε ουσιώδες σχόλιο της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Αριστοφάνης περιγράφει τον ευρέως γνωστό πλατωνικό μύθο των δίφυλων όντων. «Στην αρχή της δημιουργίας τα γένη των ανθρώπων ήταν τρία και όχι όπως σήμερα δύο, δηλαδή το αρσενικό και το θηλυκό»σελ.139. Τα τρία γένη ήταν διπλά σε σχέση με τα σημερινά. Υπήρχε το διπλό αρσενικό, το διπλό θηλυκό και το αρσενοθήλυκο. Το τρίτο γένος αυτό δε υφίσταται σήμερα και υπάρχει μόνο στο όνομα, και μάλιστα «σαν βρισιά». Τα τρία γένη είχαν τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια, δύο πρόσωπα σε στρογγυλό κεφάλι και διπλά γεννητικά όργανα. Το αρσενικό ήταν γέννημα του ήλιου, το θηλυκό της γης και το αρσενοθήλυκο της σελήνης, που έχει στοιχεία και της γης και του ήλιου.

Αυτά τα ολόκληρα όντα είχαν μεγάλη δύναμη που ανταγωνιζόταν την θεϊκή. Είχαν μεγάλη αντοχή και ταχύτητα, αλλά και έπαρση. Τόλμησαν να τα βάλουν και με τους θεούς, επιχειρώντας να ανεβούν στον ουρανό και να καταλύσουν την εξουσία τους. Λόγω των πολλών ικανοτήτων τους λοιπόν, οι θεοί ήθελαν να τα τιμωρήσουν και να μετριάσουν τις δυνάμεις τους. Δεν ήξεραν όμως τι τιμωρία να τους επιβάλλουν, αφού δεν ήθελαν να τα σκοτώσουν γιατί θα έχαναν τις θυσίες που αυτά προσέφεραν. «Δεν μπορούσαν όμως και να ανεχτούν την προκλητική τους συμπεριφορά. Εν τέλει ο Δίας, αφού το σκέφτηκε πολύ, βρήκε τη λύση: ‘Νομίζω πως βρήκα τον τρόπο, και οι άνθρωποι να επιζήσουν και τα απαράδεκτα καμώματά τους να σταματήσουν. Προτείνω να χάσουν ένα μέρος της δύναμής τους. Με μια κάθετη τομή θα τους διχοτομήσω όλους. Έτσι θα γίνουν λιγότερο δυνατοί, αλλά περισσότερο χρήσιμοι για μας, αφού ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί. Θα βαδίζουν όρθιοι στα δυο τους πόδια. Αν πάλι εξακολουθούν να μη σέβονται τίποτα και δεν ησυχάσουν, θα τους διχοτομήσω για δεύτερη φορά, ώστε μετά να περπατούν στο ένα πόδι, σαν να παίζουν κουτσό’»σελ.141. Έτσι, με τη διχοτόμηση μειώθηκε η δύναμή τους και αυξήθηκε το πλήθος τους και άρα και οι προσφορές και οι θυσίες τους.

Καταδικασμένα πλέον στην ημιτέλεια αυτά τα όντα, ξόδευαν όλο τους τον χρόνο ψάχνοντας το άλλο τους μισό, και όταν το έβρισκαν «έσφιγγαν τα χέρια γύρω απ΄ τα κορμιά τους κι αγκαλιάζονταν λαχταρώντας να ξανασμίξουν»σελ.141. Έτσι, πέθαιναν από την πείνα και την αδράνεια, αφού δεν ήταν πρόθυμα να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο εκτός από το να βρίσκονται με το άλλο μισό πλάσμα. Όταν πέθαινε το ένα από τα δύο αυτά μισά (που προέρχονταν από ένα αρχικό δίφυλο), το ζωντανό έψαχνε αγωνιωδώς να βρει ένα οποιοδήποτε άλλο μισό, ακόμα και από διαφορετικό γένος προέλευσης. Έτσι όμως, κόντευαν να οδηγηθούν στον αφανισμό, καθώς μετά τη διχοτόμηση τα γεννητικά όργανα ήταν στο πίσω μέρος του σώματος, οπότε με τον εναγκαλισμό δεν γινόταν τεκνοποίηση. Ο Δίας τα λυπήθηκε, και μετατόπισε τα γεννητικά όργανα στο μπροστινό μέρος, δίνοντάς τους την δυνατότητα να τεκνοποιούν όταν σμίγουν με το αντίθετο φύλο και να διαιωνίζουν έτσι το είδος. Όταν όμως ένας άντρας αγκάλιαζε άλλον άντρα, «προκαλούνταν κορεσμός από τη συνουσία, και έτσι σταματούσαν για λίγο, για να δουλέψουν και να εξοικονομήσουν τη ζωή τους»σελ.143. Το μέσο για να επιτευχθεί η σωστή σύζευξη μεταξύ δύο όντων ήταν ο έρωτας. «Από τη μακρινή εκείνη εποχή, ο έρωτας είναι έμφυτος στην ανθρώπινη φύση και τείνει να την επαναφέρει στην πρωταρχική της ενιαία μορφή. Σκοπός είναι να σχηματίσει από τα δύο μισά ένα ολόκληρο και να αποκαταστήσει την υγεία των ανθρώπων»σελ.143.

Γι’ αυτό και ο Αριστοφάνης εκθειάζει τον Έρωτα λέγοντας: «Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι δεν συνειδητοποίησαν καθόλου μα καθόλου τη δύναμη του Έρωτα. Αν την είχαν αντιληφθεί πραγματικά, θα είχαν χτίσει μεγαλοπρεπέστατους ναούς και βωμούς και για να τον τιμήσουν θα προσέφεραν τις λαμπρότερες θυσίες. Όχι όπως συμβαίνει σήμερα, που δεν ισχύει τίποτα από τα προηγούμενα, ενώ κανονικά του πρέπουν περισσότερα από ό,τι σε όλους τους θεούς μαζί»σελ.137.

Τοιχογραφία στην Πομπηία, 1ος αι π.Χ. (τέτοιες μάσκες κοσμούσαν χώρους συμποσίων στον Οίκο του Χρυσού Βραχιολιού) 

Όλοι μας λοιπόν αποτελούμε το ήμισυ ενός ολόκληρου ανθρώπου, και γι’ αυτό μια ζωή αναζητούμε το άλλο μας μισό. Οι άντρες και οι γυναίκες που προέρχονται από τα αρσενοθήλυκα ερωτεύονται έντονα το αντίθετο γένος, γιατί αυτό ήταν το αρχικό φύλο που ολοκλήρωνε τον πρόγονό του, και συχνά απατάνε τους συζύγους τους. Άνδρες που προέρχονται από διπλά αρσενικά έλκονται από άλλους άντρες και αντίστοιχα γυναίκες από άλλες γυναίκες. Αυτοί οι άντρες, «χαίρονται να σφιχταγκαλιάζονται και να πλαγιάζουν μαζί τους» και «ξεχωρίζουν ανάμεσα στα παιδιά και τους εφήβους, μια και από τη φύση τους είναι πιο ανδροπρεπή. Μερικοί διατείνονται πως είναι αδιάντροπα, αλλά κάνουν λάθος, γιατί αυτή η συμπεριφορά δεν είναι αποτέλεσμα ξεδιαντροπιάς. Κάθε άλλο, από θάρρος, ανδρεία και αρρενωπότητα προκρίνουν το όμοιό τους. Και τη μεγαλύτερη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι είναι τα μόνα που όταν ενηλικιωθούν εξελίσσονται σε ικανούς πολιτικούς»σελ.145. Όταν ανδρωθούν γίνονται εραστές νέων και από τη φύση τους δεν ενδιαφέρονται για γάμους και παιδιά.

Αυτός ο έρωτας, μας λέει ο Αριστοφάνης, που φέρνει κοντά δύο ανθρώπους που προορίζονταν να είναι μαζί, δεν κάνει λάθη, όποιος τον βιώσει μόνο να ωφεληθεί μπορεί, και όφελος θα έρθει και στον εραστή και στον ερωμένο. Γιατί όταν κάποιος «συναντήσει αυτό που πραγματικά ήταν το άλλο του μισό, είναι αδύνατο να περιγραφεί η συγκίνηση που νιώθει από την αγάπη, τη στοργή, τον έρωτα, και μάλιστα ούτε στιγμή δε θέλει να αποχωριστεί ο ένας από τον άλλο. Αυτοί οι άνθρωποι σ’ όλη τους τη ζωή είναι στενά δεμένοι μεταξύ τους, παρότι δε θα μπορούσαν να εκφράσουν τι ακριβώς ελπίζει ο ένας από τον άλλο. Γιατί κανένας δεν πιστεύει ότι το κίνητρο που τους ωθεί, να χαίρονται και να αποζητούν με τόσο καημό τη συντροφική τους ζωή, είναι η αισθησιακή απόλαυση. Όχι, είναι φανερό ότι κάτι άλλο αποζητά η ψυχή του καθενός, κάτι που δεν μπορεί να το εκφράσει, αλλά το διαισθάνεται και το λέει υπαινικτικά»σελ.145.

Ο Αριστοφάνης δεν αφήνει χώρο για ημίμετρα, περιορισμούς ή εκλογικεύσεις. Ο Έρωτας έρχεται όταν βρεις το άλλο σου μισό, είτε προέρχεσαι από διπλό αρσενικό είτε από διπλό θηλυκό είτε από αρσενοθήλυκο. Κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί έλκεται από το αντικείμενο του έρωτά του ούτε η λογική θα του περιγράψει ποιο θα είναι το όφελος της σχέσης. Κανένας δεν ξέρει καν τι ελπίζει από τον έρωτα, άρα ούτε η χρησιμοθηρία του ταιριάζει. Υπάρχουν μόνο τα συναισθήματα, η αγάπη, η στοργή και η αδιάλλακτη έλξη. Δεν περιορίζεται στην σαρκική απόλαυση (χωρίς να την αρνείται) ούτε μπορεί να καθοριστεί, παρά μόνο υπαινικτικά και διαισθητικά. Ούτε μπορεί να σμίξει κανείς με άνθρωπο που δεν προέρχεται από το αρχικό ολόκληρο του γένους του˙ αυτό είχε οδηγήσει αυτούς που το δοκίμασαν, προσπαθώντας με αγωνία να βρουν οποιοδήποτε άλλο ταίρι, κοντά στον αφανισμό. Ούτε επιλογή υπάρχει λοιπόν για τον Αριστοφάνη ούτε εναλλακτική. Υπάρχει μόνο η έμφυτη συντροφικότητα που αισθάνεται ο καθένας για το άλλο μισό του, όποιο άτομο κι αν προκύψει να είναι αυτό, σε όποιο φύλο κι αν ανήκει.


Ο Αριστοφάνης λέει πως αυτό που όλοι μας επιθυμούμε είναι η επανένωση, και αν ο Ήφαιστος εμφανιζόταν και μας ρωτούσε αν θα θέλαμε να μας λιώσει στο καμίνι και να μας σφυρηλατήσει για να ξαναγίνουμε ένα, ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε ότι θα είχαμε κοινό βίο, αλλά και κοινό θάνατο, κανείς δε θα αρνιόταν την προσφορά του αυτήν ούτε θα δήλωνε πως επιθυμεί κάτι διαφορετικό. «Απεναντίας θα είχε την αίσθηση ότι άκουσε αυτό που από παλιά ποθούσε, να σμίξει και να συγχωνευτεί με τον αγαπημένο του, να είναι ένας αντί δύο. Κι αυτό έχει να κάνει με την πανάρχαια φύση μας, με το ότι οι δύο ήμασταν κάποτε ένα πλάσμα. Άρα έρωτας ονομάζεται η επιθυμία και η επιδίωξη της επανένωσης και της ολοκλήρωσής μας»σελ.147.

Ο κωμικός κάνει ένα πολύ καίριο σχόλιο για την ανθρώπινη φύση, και το κάνει, όπως θα περίμενε κανείς από τον σατυρικό ποιητή, χρησιμοποιώντας έναν δικής του επινόησης μύθο που σε σημεία φαντάζει αστείος. Γιατί η εικόνα των δίφυλων όντων, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο κείμενο, είναι ίσως όντως κωμική, και η «δικαιολόγηση» της ομοφυλοφιλίας – ή, καλύτερα, η εξήγηση της φύσης της – μέσα από τον μύθο προέλευσής της, αλλά και παρατηρήσεις όπως αυτή για την μεγαλύτερη αρρενωπότητα ανδρών που έλκονται από άλλους άνδρες στη βάση του ότι προέρχονται από διπλά αρσενικά, και το ότι αυτοί φτιάχνουν τους καλύτερους πολιτικούς και τους πιο πιστούς συζύγους, είναι υπερβολές που δοκιμάζουν τα όρια της ιλαρότητας. Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να αγνοήσουμε αυτά που λέει ως γελοία. Ο Αριστοφάνης κάνει αυτό που έκανε πάντα˙ χρησιμοποιεί μια ευτράπελη αφήγηση για να κεντράρει σε μια όψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εν προκειμένω της ερωτικής. Γιατί είναι η λογική (όση λογική χωράει σε έναν μύθο) που γίνεται το εργαλείο του Αριστοφάνη για να δείξει ότι δεν μπορεί να βαφτιστεί χυδαίος ένας έρωτας, αν απευθύνεται στο πραγματικό άλλο μισό. Αντιθέτως, είναι η άρνηση αυτής της πραγματικότητας, δηλαδή το να αρνηθούμε την φύση μας, που θα μας οδηγήσει στον αφανισμό, αν άκριτα αναζητούμε το οποιοδήποτε άλλο μισό για να στεριώσουμε μαζί του.



 Η χρήση του μύθου προφανώς δεν αποτελεί προσπάθεια βιολογικής ή φυσιολατρικής εξήγησης της ομοφυλοφιλίας, αλλά καθορισμό της ως ηθικής επιλογής. Ηθικής επιλογής όχι με την έννοια της διαλογής του κατάλληλου εραστή ανάμεσα σε όλους τους επίδοξους χρησιμοποιώντας ποιοτικά κριτήρια, όπως έκανε ο Παυσανίας. Γιατί δεν μπορείς να επιλέξεις ποιο θα είναι το άλλο σου μισό – αυτό προκαθορίζεται από το γένος προέλευσής σου (θα λέγαμε, είναι γραμμένο στη μοίρα σου). Η ηθική έγκειται στην αποδοχή αυτού ακριβώς του γεγονότος, ότι μόνο το πραγματικό άλλο μισό θα οδηγήσει τον καθένα μας στην αρετή και την ευτυχία. Αυτή είναι η καλή επιλογή. Η άρνηση της φύσης μας (η άρνηση της αλήθειας) θα μας οδηγήσει στο αδιέξοδο της ατέλειας και στην δυστυχία. Γι’ αυτό και ο Αριστοφάνης δεν κάνει διαχωρισμό μεταξύ Ουράνιου (ενάρετου) Έρωτα και Πάνδημου (χυδαίου), όπως τον ξεκίνησε ο Παυσανίας και τον χρησιμοποίησαν και άλλοι στο Πλατωνικό Συμπόσιο. Ο έρωτας είναι εξ ορισμού ενάρετος, γιατί δεν μένει στις σαρκικές απολαύσεις, αλλά περιλαμβάνει εκ των πραγμάτων την πνευματική επικοινωνία και ένωση. Αν δεν το κάνει, δεν είναι έρωτας.

«Δίκαια θα αφιερώναμε ένα εγκώμιο στον Έρωτα, που σήμερα μας ευεργετεί γενναιόδωρα, αφού μας οδηγεί σ’ αυτούς που μας ταιριάζουν, και ταυτόχρονα, αν είμαστε ευσεβείς, μας δίνει πολλές ελπίδες για το μέλλον, πως θα μας αποκαταστήσει στην αρχαία μας φύση, θα μας χαρίσει υγεία και θα μας αξιώσει να γίνουμε καλότυχοι κι ευτυχισμένοι»σελ.149.

Χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Δημήτρη Κοσμά από το:

Για ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν:



Wikipedia

 Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης


5/3/2015


Ρωμαϊκό μωσαϊκό του 1ου αιώνα π.Χ. από την Πομπηία. 
Ίσως αναπαριστά την Ακαδημία του Πλάτωνα.


  3. Ηθική και νομιμότητα του έρωτα    

    Το εγκώμιο του Παυσανία.  

Αφού ολοκληρώνεται το εγκώμιο του Φαίδρου, ακολουθούν κάποιοι που ο αφηγητής του Συμποσίου δεν καλοθυμάται, κι ύστερα τον λόγο παίρνει ο Παυσανίας (ο ειδικός στα νομικά της παρέας και μάλλον εραστής του Αγάθωνα), που διαφοροποιεί τον Έρωτα σε δύο κατηγορίες. Καμία πράξη από μόνη της δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσχημη, αλλά εξαρτάται από τα κίνητρα και τη μορφή της (μια από τις γενικές θέσεις του Σωκράτη). Άρα και ο έρωτας πρέπει να διαχωρίζεται σε ωραίο και άσχημο.

Η επιβεβαίωση έρχεται μέσα από τον μύθο και τη σύνδεση του θεού Έρωτα με την Αφροδίτη, αφού Αφροδίτη χωρίς Έρωτα δε νοείται. Αφού λοιπόν υπάρχουν δύο Αφροδίτες, αναγκαστικά θα υπάρχουν και δύο Έρωτες. Η μία Αφροδίτη είναι η Πάνδημη (κόρη του Δία και της Διώνης) και η άλλη η Ουρανία (κόρη του Ουρανού, χωρίς μητέρα). Ο Έρωτας της Πάνδημης είναι ο έρωτας των παρακατιανών, αυτών που ερωτεύονται στην τύχη αγόρια και γυναίκες, που αισθάνονται έλξη για τα σώματα περισσότερο από ό,τι για τις ψυχές, και μάλιστα για άτομα κατώτερου πνευματικού επιπέδου. Χωρίς λοιπόν να ενδιαφέρονται για το αν αυτά που κάνουν είναι για το καλό ή για το κακό, αφήνονται στην τύχη, και αυτό οφείλεται στο ότι η Πάνδημη Αφροδίτη είναι νεότερη από την Ουρανία, και στο ότι η σύλληψή της έγινε από αρσενικό και θηλυκό μαζί. Όπως ο Φαίδρος, ο Παυσανίας θεωρεί πως η αρχαιότητα ενός θεού του δίνει αξία (αργότερα θα δούμε τον Αγάθωνα να λέει το αντίθετο), πως αυτό από μόνο του είναι απόδειξη της ανωτερότητας ενός θεού από έναν άλλο. Και όπως και σε άλλους πολιτισμούς και άλλες θρησκείες (όπως και στον Χριστιανισμό), η συμμετοχή δύο γονέων στη γέννηση της θεότητας θεωρείται μολυσματική, ή καλύτερα, η απουσία του ενός γονέα θεωρείται απόδειξη καθαρότητας και αρετής. Όμως, ενώ συνήθως η παρθενογένεση σημαίνει απουσία πατέρα (έστω ανθρώπινου), όπου αυτή συνεπάγεται κάποια χαρίσματα του γόνου (και την έχουν αξιωθεί όχι μόνο θεοί όπως ο Ιησούς αλλά και άνθρωποι, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Τζένγκις Χαν), εδώ έχουμε μιαν αντιστροφή, αφού κατά τη γέννηση αξιώνεται απουσία της μητέρας.

Επειδή λοιπόν δεν συμμετείχε θηλυκό στη σύλληψη της Ουρανίας, αλλά μόνο ο Δίας, γι’ αυτό και ο Ουράνιος Έρωτας είναι ο έρωτας προς τα αγόρια. Όσοι εμπνέονται από αυτόν, «στρέφονται προς το αρσενικό, που από τη φύση του είναι προικισμένο με περισσότερη ρώμη και περισσότερο νου»σελ.117 (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κείμενο γράφτηκε σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν μορφώνονταν). Αλλά και από αυτούς που εμπνέονται από αυτόν, δεν είναι όλοι ενάρετοι, γιατί κάποιοι στρέφονται προς παιδιά, ενώ άλλοι προς νέους, «που το μυαλό τους αρχίζει να ωριμάζει, πράγμα που συμπίπτει με την ώρα που φυτρώνει στα μάγουλα το πρώτο χνούδι» (να παρατηρήσουμε κι εδώ ότι δεν πρέπει να μας ξενίζει το νεαρό της ηλικίας στην συγκεκριμένη αυτή αναφορά, αφού στην αρχαία Ελλάδα και οι γυναίκες θεωρούνταν φυσιολογικό να παντρεύονται από τα 14 τους χρόνια). Όσοι ερωτεύονται αυτούς (τους νέους, όχι τα παιδιά) είναι έτοιμοι για κοινή παντοτινή συμβίωση και δεν θα κοροϊδέψουν τον νέο εκμεταλλευόμενοι την ανωριμότητά του. Οι άλλοι, που δεν έχουν ανώτερο ήθος, σπαταλούν ενέργεια σε αστάθμητες και απρόβλεπτες σχέσεις που κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν την εξέλιξη των παιδιών και αν θα υιοθετήσουν ανώτερη ή κατώτερη ζωή σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Προτείνει μάλιστα «να απαγορευτεί με νόμο η σύναψη ερωτικών σχέσεων με παιδιά» (πάντα εννοώντας αυτά που δεν έχουν βγάλει το πρώτο χνούδι στα μάγουλα). Η απονομιμοποίηση είναι απαραίτητη, γιατί οι «αγοραίοι» αυτοί εραστές έχουν γίνει η αιτία να διαβληθεί εξολοκλήρου ο έρωτας για νέους και να θεωρούν κάποιοι αξιοκατάκριτη την αφοσίωση στον νέο εραστή. Όμως «πώς είναι δυνατόν μια πράξη που εκδηλώνεται με τρόπο ευπρεπή και νόμιμο, να επισύρει την κατάκριση;»σελ.117.


Οι Τυραννοκτόνοι, Αριστογείτονας και Αρμόδιος

Ενώ λοιπόν στην Αθήνα και στην Σπάρτη το θέμα του έρωτα θεωρείται εξ ορισμού περίπλοκο, άλλες πόλεις το βλέπουν πολύ απλοϊκά, και γι’ αυτό οι νόμοι τους είναι κακοί. Στην Ήλιδα και στη Βοιωτία «ο ισχύων κανόνας προβλέπει ότι είναι ωραίο να ενδίδει ο νέος στην επιθυμία του εραστή, πράγμα που κανείς, νέος ή ηλικιωμένος, δε θα χαρακτήριζε πρόστυχο». Ο Παυσανίας λέει πως αυτό συμβαίνει επειδή οι εκεί πολίτες δεν μπορούν να χειριστούν ικανοποιητικά τον λόγο, και άρα δεν θέλουν να «υποβάλλονται στον κόπο» να πείθουν οι εραστές τον νέο για τις καλές προθέσεις τους, αφού δεν είναι καλοί σε αυτό. Γι’ αυτό υπάρχει και η καθ’ όλα αποδοχή των ερωτικών σχέσεων. Αντιθέτως, στην Ιωνία οι ερωτικές σχέσεις (με παιδιά αλλά και με νέους) θεωρείται ντροπή, εξαιτίας του αυταρχικού καθεστώτος, όπως ντροπή θεωρούνται και η φιλοσοφία και η επίδοση στον αθλητισμό. «Πιστεύω πως δε συμφέρει στους εξουσιαστές να διαθέτουν οι υπήκοοί τους υψηλά φρονήματα, ούτε και να καλλιεργούν ισχυρούς φιλικούς και κοινωνικούς δεσμούς, σαν αυτούς που σφυρηλατεί ο έρωτας, όπως άλλωστε η φιλοσοφία και η άθληση. Κι αυτό οι τύραννοι το έχουν συνειδητοποιήσει μέσα από την ίδια τη ζωή»σελ.117. Σαν παράδειγμα ο Παυσανίας φέρνει τους Τυραννοκτόνους, Αριστογείτονα και Αρμόδιο, που όταν στέριωσαν από έρωτα κατέλυσαν την εξουσία των τυράννων.

Όπου λοιπόν καθιερώθηκε αδιακρίτως ως προστυχιά η αφοσίωση του νέου στον εραστή, αυτό έγινε εξαιτίας της ηθικής κατωτερότητας των αρχόντων και της ανανδρίας των αρχομένων, και όπου θεωρήθηκε ανεπιφύλακτα ωραία, έγινε από την διανοητική οκνηρία των νομοθετών. Όπως είδαμε και στον λόγο του Φαίδρου, οι άνθρωποι αποφεύγουν τις αδικίες και προβαίνουν σε πράξεις αρετής πιο πολύ χάρη στη συντροφικότητα (και ακόμα περισσότερο χάρη στον έρωτα) παρά χάρη στα ιδανικά ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Άρα, σύμφωνα με όσα μας λέει ο Παυσανίας, αν οι πολίτες αφεθούν να γνωρίζουν ελεύθερα ο ένας τον άλλον, να επιχειρούν να γίνονται οι καλύτεροι που μπορούν και θέλουν να γίνουν, να αθλούνται και να φιλοσοφούν, δηλαδή να βελτιώνουν νου και σώμα – αν αφεθούν λοιπόν να ερωτεύονται ελεύθερα – δε θα μείνει χώρος για τους τυράννους να ζητάνε θυσίες από τον λαό και την πλήρη αφοσίωση των υπηκόων τους. Αυτός ο ελεύθερος έρωτας, με όσα συνεπάγεται και όσα απαιτεί (τιμή και αυτοθυσία, ειλικρίνεια και ορθό λόγο), θα καταπνίξει τα κάλπικα ιδανικά, θα υπερνικήσει ακόμα και τα ενάρετα, και θα αποτρέψει την εκμετάλλευση από τον άρχοντα. Πραγματικός έρωτας χωρίς ελευθερία και αυτονομία δε νοείται.


Christian Griepenkerl – Ουρανία Αφροδίτη (1878)

Στην Αθήνα, συνεχίζει ο Παυσανίας, ο κώδικας ερωτικής συμπεριφοράς είναι πιο προχωρημένος από αλλού, κάτι που οφείλεται στις κοινές αντιλήψεις των συμπολιτών του: Πρώτον, κοσμιότερη επιλογή θεωρείται να ερωτεύεται κανείς στα φανερά παρά στα κρυφά, και μάλιστα τα πιο ευγενή και σημαντικά πρόσωπα, ασχέτως του πόσο ευπαρουσίαστα είναι. Δεύτερον, ο εραστής ενθαρρύνεται και η ερωτική επιτυχία θεωρείται τιμή ενώ η αποτυχία εξευτελισμός. Εδώ προφανώς εννοείται όχι η εφήμερη επιτυχία μιας ερωτικής επιδίωξης, αλλά το ταίριασμα με αυτόν που αληθινά αρμόζει στον επίδοξο εραστή. Τρίτον, ο εραστής έχει την ελευθερία, στην προσπάθειά του να κατακτήσει έναν νέο, να προβεί στα πιο εξωφρενικά καμώματα και σε γελοία τερτίπια, χωρίς εξευτελισμό, και μάλιστα με επιβράβευση. Για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός της κατάκτησης ενός νέου, ούτε εχθροί ούτε φίλοι θα του συγχωρούσαν συμπεριφορές όπως αυτές του εραστή, που ικετεύει και θερμοπαρακαλεί, παίρνει ταπεινωτικούς όρκους, ξαγρυπνά μπροστά σε πόρτες και ξεπέφτει σαν δούλος τόσο που ούτε δούλοι θα καταδέχονταν, με τους μεν να τον κατηγορούν για κολακεία και δουλική συμπεριφορά, ενώ τους δε να τον νουθετούν και να ντρέπονται για λογαριασμό του. Αν σκοπός κάποιου ήταν να αφαιρέσει χρήματα από άλλο, να επιδιώξει αξιώματα ή να ασκήσει επιρροή, όλα αυτά θα ήταν ανεπίτρεπτα, αλλά ο άτυπος νόμος αφήνει τον εραστή να τα κάνει σαν να έκανε κάτι υπέροχο, χωρίς τον κίνδυνο κατάκρισης. Τέταρτο, ακόμα και επίορκος να γίνει κάποιος, αν το κάνει επειδή είναι ερωτευμένος, ο κόσμος θεωρεί ότι και οι θεοί θα τον συγχωρήσουν. Θεοί και άνθρωποι φαίνεται να έχουν παραχωρήσει στον εραστή απεριόριστα δικαιώματα, και μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στην Αθήνα ο πραγματικός έρωτας «θεωρείται υπέροχο πράγμα»σελ.121, και μάλιστα ασχέτως σε ποιο φύλο απευθύνεται.
Charles Gleyre – Πάνδημη Αφροδίτη (1854)

 Όταν όμως ο έρωτας είναι χυδαίος, γονείς και φίλοι του νέου προσπαθούν να τον προστατέψουν από τον επίδοξο εραστή. Χυδαίος ή πρόστυχος, είναι ο έρωτας ο στραμένος στο σώμα και όχι στην ψυχή. Ο χυδαίος αυτός εραστής είναι αναγκαστικά και άπιστος, αφού ο έρωτας για το σώμα, η ομορφιά του οποίου είναι εφήμερη, θα χαθεί μόλις το σώμα φθαρθεί. Ενώ ο εραστής με ήθος μένει πιστός μια ζωή, αφού θα είναι σαν οι δύο να ενώθηκαν αξεδιάλυτα. Ο περίγυρος του νέου λοιπόν προσπαθεί να αποφεύγονται οι χυδαίοι εραστές και να βρίσκουν ανταπόκριση οι ευπρεπείς, γι’ αυτό και ενθαρρύνονται μέσα από δοκιμασίες και αγώνες, για να διαπιστώνεται σε ποια κατηγορία όντως ανήκουν. Και γι’ αυτό κρίνεται πρόστυχο να ενδίδει κάποιος πολύ γρήγορα, αφού ο χρόνος είναι η καλύτερη δοκιμασία γνησιότητας.

Έτσι, αν κάποιος εραστής έχει αποδείξει ότι έχει καλό σκοπό, και αν ο ερωμένος επιλέξει εθελοντικά να «υποδουλωθεί» σε αυτόν, περιμένοντας ότι από εκείνον θα βελτιωθεί σε κάποιον πνευματικό ή αισθητικό τομέα, αυτό δεν αποτελεί ούτε εξευτελισμό ούτε κολακεία, αλλά είναι όφελος και για τους δύο. Οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου είναι σαφείς: «ο πρώτος προσφέρει νόμιμα οποιαδήποτε ερωτική εκδούλευση στον αφοσιωμένο ερωμένο και ο δεύτερος εξυπηρετεί νόμιμα τον εραστή που ενδιαφέρεται για την ηθική και πνευματική του προαγωγή. Αν ο πρώτος μπορεί να συμβάλει στην καλλιέργεια της φρόνησης και τη συγκρότηση του νέου, και αν ο δεύτερος θέλει να πλουτίσει την παιδεία και τις γνώσεις του, τότε και μόνο τότε, αφού οι αρχές τους συμπίπτουν, καταξιώνεται η αφοσίωση του νέου στον εραστή, σε καμιά άλλη περίπτωση. Με αυτές τις προϋποθέσεις και να πέσει κανείς θύμα απάτης δεν είναι ντροπή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όμως, είτε εξαπατηθεί είτε όχι, ο εξευτελισμός είναι δεδομένος»σελ.125. Αν κάποιος ερωμένος ικανοποιεί τον εραστή επειδή τον νομίζει πλούσιο ενώ δεν είναι, και αργότερα εξαπατηθεί μην λαμβάνοντας χρήματα, στα οποία αποκλειστικά απέβλεπε, τότε η ντροπή πέφτει και στους δύο. Στον έναν γιατί εξαπάτησε με την επίφαση πλούτου και στον άλλο γιατί έδειξε ότι θα έκανε τα πάντα για τα χρήματα. Αν από την άλλη, κάποιος νέος δοθεί σε εραστή για τα πνευματικά του χαρίσματα, που τελικά αποδειχτεί ότι δεν έχει, η ντροπή ανήκει μόνο στον εραστή, γιατί ο νέος αποδείχτηκε θύμα, και έδειξε ότι είναι έτοιμος να προσφέρει τα πάντα για να γίνει καλύτερος και να κατακτήσει την αρετή.


Τετράπυλο εισόδου στο Ναό της Αφροδίτης, 
στην αρχαία «Ἀφροδισιάς», Τουρκία.

Όπως έλεγε και ο Σωκράτης, η αδικία βλάπτει περισσότερο αυτόν που την πράττει παρά τον αδικημένο. Ο αδικημένος θα δεχτεί άμεσο πλήγμα στο παρόν, αλλά σε βάθος χρόνου θα βγει κερδισμένος γιατί θα έχει δείξει τον πραγματικό του εαυτό. Κανένας αγώνας για σοφία δεν στερείται κινδύνων, και οι προδοσίες δείχνουν την αρετή αυτού που τις δέχεται, καθότι μόνο αυτός που είναι διατεθειμένος να ριψοκινδυνέψει για να αποκτήσει την αρετή, και είναι άρα ευάλωτος σε κινδύνους, θα κερδίσει εμπειρίες και γνώσεις που θα τον πλησιάσουν στον στόχο του. «Είναι γενναιότερο και ωραιότερο ν’ αδικηθείς παρά ν’ αδικήσεις, να εξαπατηθείς παρά να εξαπατήσεις» όπως έγραψε ο Συκουτρής στην Ηρωική Αντίληψη Της Ζωής.

«Άρα, τίποτα δεν είναι πιο αξιέπαινο από το να ανταποκρίνεται κανείς στον πόθο για χάρη της αρετής. Αυτός είναι ο αυθεντικός Έρωτας της Ουρανίας Αφροδίτης, ένας έρωτας ουράνιος και ανεκτίμητος για τις πολιτείες και τους πολίτες, αφού προάγει την αρετή τόσο των εραστών όσο και των ερωμένων»σελ.125.

Αν σήμερα όλα αυτά μας ακούγονται σε πρώτη ανάγνωση ξένα ή απαρχαιωμένα, ακόμα και σοκαριστικά ή και, για κάποιους, «επικίνδυνα», δεδομένης της έμφασης που δίνεται στην ομοφυλοφιλία, αυτό πιστεύω οφείλεται περισσότερο στο ότι δεν έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τον έρωτα, παρά στον, φαινομενικό μόνο, προοδευτισμό των λεγομένων του Παυσανία. Ο Παυσανίας εγκωμιάζει τον έρωτα γενικά, όχι συγκεκριμένα τον ομοφυλοφιλικό, τον οποίο καταλήγει να επαινεί αποκλειστικά, επειδή ο διαχωρισμός που κάνει στον έρωτα είναι πρωτίστως ηθικός. Γιατί μόνο ο ενάρετος έρωτας (που είναι και ο μόνος αυθεντικός) θα ωφελήσει τους ερωτευμένους για να τους οδηγήσει στην πνευματική ανόρθωση. Η θέση της γυναίκας όμως στην αρχαία Ελλάδα κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν, με ελάχιστες να μορφώνονται και άρα να περνάνε την παραπάνω δοκιμασία του άξιου εραστή που έχει σκοπό τη βελτίωση του πνεύματος των ερωτευμένων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο έρωτας μεταξύ των δύο φύλων μπορεί να νοηθεί από τον Παυσανία μόνο ως σαρκική έλξη*. Ο μόνος λόγος τελικά που ξεχωρίζει ηθικά τον ομοφυλοφιλικό έρωτα είναι περιστασιακός και όχι ουσιαστικός.


Ναός της Αφροδίτης στη Ρόδο

Στην πραγματικότητα όμως, ο Παυσανίας αποδεικνύεται, στον σημερινό αναγνώστη, αρκετά συντηρητικός, αφού αναδεικνύει ως άξιους «πολιορκούμενους» ερωμένους, αυτούς που αρνούνται την ερωτική σχέση μέχρι ο επίδοξος εραστής να αποδείξει την ποιότητά του, μέσα από δοκιμασίες και με την πάροδο του χρόνου, που θα φανερώσουν αν έχει καλό σκοπό ή όχι. Προδίδεται έτσι η αντίληψή του για τον έρωτα, σαρκικό ή πνευματικό, πως είναι κάτι «ιερό», που αν δεν γίνει με το κατάλληλο άτομο, οι συμμετέχοντες κατά κάποιον τρόπο θα μολυνθούν, όχι απλά χάνοντας την ευκαιρία μιας πιο ουσιαστικής σχέσης, αλλά αμαυρώνοντας τον εραστή και ταυτόχρονα τον ερωμένο κατά την ερωτική πράξη. Τι πιο μακρινό από τη σημερινή αντίληψη του γρήγορου έρωτα και της συλλογής «εμπειριών», μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος σύντροφος που θα επιβεβαιώσει την προσπάθεια και θα χαρίσει «ευδαιμονία», όπως κι αν την εννοεί ο καθένας; Το μοναδικό προκλητικό της οπτικής του Παυσανία τελικά, είναι το πόσο εύκολα και άμεσα μεταφέρει τη συζήτηση στον ομόφυλο έρωτα, όταν διαπιστώνει την αδυναμία του ενός φύλου να ανταποκριθεί στα δικά του πρότυπα. Τι προκλητικό υπάρχει όμως σε αυτό; Μόνο ο άκρατος συντηρητισμός θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στη δυσαρέσκεια, όταν έρχεται αντιμέτωπος με μία τόσο ιδεαλιστική ή ιδανική (τελικά ρομαντική) εικόνα του έρωτα.

----------------------------------
* Θα μπορούσαμε εδώ βέβαια να κατηγορήσουμε τον Παυσανία με χαρακτηρισμούς όπως «σεξιστής» ή και «μισογύνης», και για την αποτυχία του να εντοπίσει το προφανές, ότι ο μόνος λόγος που οι γυναίκες της εποχής ήταν αμόρφωτες, ήταν άνδρες όπως ο ίδιος που δεν αναγνώριζαν το αυτονόητο της ισότητας των δύο φύλων – αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας του Συμποσίου χρησιμοποιεί γυναικείο πρόσωπο, τη Διοτίμα, για να δώσει το τελευταίο εγκώμιο του κειμένου, που καθορίζει και οριστικοποιεί τη συζήτηση.

  Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

http://eranistis.net/wordpress/
2015/02/19/symposium-pausanias/


 19 Φεβρουαρίου 2015 



Δανάη και Έρως (1544) 


  4. Η Απατηλή Γοητεία του Αιθεροβάμονα Έρωτα.  

   Το εγκώμιο του Ερυξίμαχου.    

«Μια καρδιά που αγαπά μένει πάντα νέα»
                 ελληνικό γνωμικό

Ο Παυσανίας τελειώνει το εγκώμιό του στον έρωτα, έχοντας κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ χυδαίου έρωτα (του Πάνδημου, του σαρκικού, που έχει αντικείμενο το σώμα) και ενάρετου (του Ουράνιου, που έχει σκοπό την πνευματική ανόρθωση, και αντικείμενο την ψυχή).

Ο Ερυξίμαχος (γιατρός) συμπληρώνει στον Παυσανία, αφού θεωρεί ότι ξεκίνησε σωστά αλλά δεν ανέλυσε το θέμα επαρκώς. «Ο Έρωτας δεν περιορίζεται μόνο στις ψυχές των ανθρώπων…μα εντοπίζεται και στα ζώα, στα φυτά της γης και σε όλα τα όντα»σελ.127. Ο έρωτας, με τις δύο υποστάσεις του, αποτελεί φυσική κληρονομιά όλων των σωμάτων. Και αφού η υγεία του σώματος είναι διαφορετική από τη νοσηρότητα, και τα ανόμοια πράγματα ποθούν και ερωτεύονται με ανόμοιο τρόπο (δηλαδή τα διαφορετικά όντα έχουν διαφορετικές επιθυμίες), άλλος έρωτας γεννιέται στο υγιές σώμα, και άλλος στο άρρωστο. Και όπως είναι ωραίο να ανταποκρίνεται κανείς στους αξιόλογους ανθρώπους και ντροπή να ενδίδει στους ακόλαστους, έτσι συμβαίνει και με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Για να είναι κάποιος υγιής πρέπει να ικανοποιεί τα καλά και υγιή στοιχεία και να πολεμά τα κακά και νοσηρά. Άρα ιατρική είναι η επιστήμη των ερωτικών σχέσεων του σώματος, που αποσκοπούν στον κορεσμό και την εκτόνωση. «Αποστολή του γιατρού είναι να συμφιλιώνει τα αλληλομισούμενα στοιχεία του οργανισμού, ώστε να αισθανθούν αμοιβαίο έρωτα»σελ.129. Σκοπός του καλύτερου εκπροσώπου της εφαρμοσμένης ιατρικής γίνεται αυτή η παρέμβαση, η οποία θα αποβάλει τον αισχρό έρωτα για να υιοθετηθεί ο αξιοπρεπής, καθώς και η έμπνευση του έρωτα σε σώμα που δεν έχει.

Αλληλομισούμενα στοιχεία στον οργανισμό είναι τα διαμετρικά αντίθετα: ψυχρό-θερμό, πικρό-γλυκό, ξηρό-υγρό κλπ. Ο Ασκληπιός, ο θεός της Ιατρικής, αυτό το θεμέλιο έβαλε στην επιστήμη, την έμπνευση έρωτα και ομόνοιας σε αυτά τα στοιχεία. «Η ιατρική στο σύνολό της λειτουργεί υπό τη διεύθυνση του θεού Έρωτα, όπως επίσης και η γυμναστική και η γεωργία»σελ.129, αλλά και η μουσική. Η αρμονία στη μουσική δημιουργείται με την «συμφωνία» των ψηλών και χαμηλών τόνων, και ο ρυθμός από τη συμφωνία των γρήγορων και των αργών. Η συμφωνία αυτή δημιουργείται από τη μουσική όταν εμπνέει έρωτα και ομόνοια μεταξύ των τόνων και των ρυθμών. Άρα, η μουσική είναι επιστήμη των ερωτικών σχέσεων στις αρμονίες και στους ρυθμούς.

Μέχρι εδώ στο εγκώμιο του Ερυξίμαχου δεν εμφανίζεται θέμα δισυπόστατου του έρωτα. Αυτό προκύπτει όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, για την καλλιέργεια του ανθρώπου, να αξιοποιηθεί ο ρυθμός και η αρμονία είτε με τη σύνθεση είτε με την εκτέλεση. Δίκιο έχει ο Παυσανίας, λέει ο Ερυξίμαχος, ότι πρέπει να ικανοποιούμε την επιθυμία και να συντηρούμε τον έρωτα των αξιοπρεπών και όσων θέλουν να γίνουν αξιοπρεπείς. Αυτός είναι ο Ουράνιος Έρωτας, ενώ ο Πάνδημος πρέπει να προσφέρεται με περίσκεψη μόνο, ώστε να απολαμβάνει κανείς την ηδονή, χωρίς να πέφτει σε ακολασία. Έτσι και στην ιατρική, πρέπει να εξασφαλίσουμε τη σωστή χρήση της γευστικής ευχαρίστησης, ώστε να γευόμαστε απολαύσεις χωρίς τις βλαβερές συνέπειες. «Επομένως και στη μουσική και στην ιατρική και σε όλα τα άλλα, ανθρώπινα και θεϊκά, όσο είναι εφικτό, πρέπει να επιμένουμε στη διάκριση των δύο μορφών του έρωτα, γιατί και οι δύο υπάρχουν παντού»σελ.133.

Η κυριαρχία του Έρωτα επεκτείνεται σε όλη τη φύση, καθώς όταν τα στοιχεία (θερμά-ψυχρά κλπ) συναντήσουν τον κόσμιο έρωτα και εναρμονιστούν, οι εποχές του έτους φέρνουν άφθονη σοδειά και υγεία στους ανθρώπους και τα ζώα, όταν όμως υπερισχύσει ο αλαζονικός έρωτας, προκαλούνται καταστροφές και απώλειες, λοιμοί και ασθένειες. «Οι παγετοί και το χαλάζι και η ερυσίβη χτυπούν τα φυτά και τα ζώα, γιατί σε αυτού του είδους τις ερωτικές σχέσεις ανατρέπεται η ισορροπία, και επικρατεί η βάναυση παραβίαση του μέτρου»σελ.133. Και οι τροχιές των άστρων που μελετά η αστρονομία και οι θυσίες των μάντεων, και γενικότερα η επικοινωνία ανθρώπων και θεών, αποβλέπουν στη φροντίδα του Έρωτα. «Γιατί η ασέβεια προκύπτει συνήθως από εκείνον που αρνείται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του κόσμιου Έρωτα».


Σκηνή συμποσίου σε τοιχογραφία από τάφο 
στο Paestum Ιταλίας, 475 π.Χ.

Ο Έρωτας λοιπόν, με τις δύο υποστάσεις του, θα έλεγε κανείς πως είναι παντοδύναμος. «Ο Έρωτας που υπηρετείται από ανθρώπους με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, και στον κόσμο των θεών και στο δικό μας, αυτός είναι πραγματικά παντοδύναμος και μας χαρίζει κάθε ευτυχία, ενώ συγχρόνως μας εξασφαλίζει την απρόσκοπτη επικοινωνία και την αμοιβαία αγάπη, ακόμη και με τους θεούς που είναι ανώτεροί μας»σελ.135. Όπως η ιατρική εναρμονίζει τα οργανικά μέρη του σώματος, έτσι και ο Έρωτας θα εναρμονίσει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων με τους θεούς.

Ο Ερυξίμαχος αποδεικνύεται επιφανειακός, αφού το μόνο που φαίνεται ότι θέλει να προσθέσει με το εγκώμιό του, είναι ότι στον έρωτα πρέπει να τηρείται το μέτρο, όπως και σε όλα τα άλλα πράγματα, περιγράφοντας μια εικόνα του κόσμου που είναι μάλλον μεταφυσική, ενώ ταυτόχρονα η γλώσσα του έχει την επίφαση επιστημοσύνης, σε ένα εγκώμιο χωρίς εις βάθος ανάλυση και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καταλήγει πολλές φορές να φτιάχνει εγκώμιο στην ιατρική παρά στον Έρωτα, σαφώς οδηγημένος από την ιδιότητα του ιατρού, που εξασκεί. Ο έρωτας εν τέλει, για τον Ερυξίμαχο, είναι το ίδιο το μέτρο (ή αλλιώς η αρμονία που αυτό επιτυγχάνει), δηλαδή περισσότερο μια ποσοτική αξία παρά μια αυθύπαρκτη έννοια ή διαδικασία. Τον βάζει να κυριαρχεί και να «εξηγεί» το κάθε τι στον κόσμο˙ τις σχέσεις ανθρώπων με θεούς και μεταξύ τους, την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, την φύση και τα καιρικά φαινόμενα, τη μουσική… Τον μετέτρεψε σε κάποιου είδους συμπαντική δύναμη που αποδίδεται στα πάντα, κι έτσι χάνεται στο σύνολο˙ γιατί μόνο το τίποτα χωράει στα πάντα. Εν ολίγης, ο Ερυξίμαχος μας θυμίζει τις αοριστολογίες και τις κενές υποσχέσεις ενός Πάολο Κοέλο ή ενός Ντίπακ Τσόπρα˙ μεγάλα λόγια συγκαλυμμένα με όμορφες εικόνες, καλές προθέσεις και επιστημονικοφανή σοβαροφάνεια. Είναι να αναρωτιέται κανείς αν ο Ερυξίμαχος είχε καν ερωτευτεί ποτέ.

Όσο για την πλατωνική αφήγηση στο κείμενο, που αφορά τα διαδικαστικά του συμποσίου, εκεί ο Ερυξίμαχος αποδεικνύεται μάλλον συντηρητικός, αφού αυτός είναι που προτείνει να μην πιούν πολύ, ρυθμίζοντας την ποσότητα του κρασιού που θα καταναλώσει ο καθένας, και είναι ο πρώτος, μαζί με τον Φαίδρο, που αποχωρεί από την παρέα όταν αρχίζουν να το παρακάνουν στην καλοπέραση. Αποφεύγει τον εμπλουτισμό του λόγου μέσω της μυθολογικής αφήγησης (που χρησιμοποιούν οι άλλοι), ο λόγος του είναι στεγνός και αυστηρός, και δείχνει αυταρέσκεια (διορθώνει σε ένα σημείο τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο). Προσεκτικός στα λόγια του, αποτυχαίνει να αναφερθεί στον «παιδικό έρωτα» όπως έκαναν οι προηγούμενοι και θα κάνουν και οι επόμενοι, τηρώντας μάλλον αυτά που κήρυξε, κρατώντας το μέτρο όχι μόνο στις πράξεις, αλλά και στα λόγια του. Ακόμα και ο Leonard Bernstein στο έργο του, που έγραψε εμπνευσμένος από το Συμπόσιο (Serenade After Plato’s Symposium), αφιέρωσε στον Ερυξίμαχο μόλις ενάμιση λεπτό.

Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

 http://sapardanis.org/el/2017/01/09/
the-deceitful-fascination-of-daydreaming-love/


 26 Φεβρουαρίου 2015


Τοιχογραφία στην Πομπηία
   
  5.  Η χρήση του μύθου στο Συμπόσιο του Πλάτωνα.  

   Εγκώμιο του Αγάθωνα και σχόλια του Σωκράτη. 

«Το να είσαι ερωτευμένος είναι μόνο το να είσαι σε μια συνεχή κατάσταση αναισθησίας – να παρεξηγείς έναν συνηθισμένο νεαρό για έναν Έλληνα θεό ή μια συνηθισμένη κοπέλα για μια θεά»
                             Henry Louis Mencken, “Prejudices,
                    First Series”, 1919

Ο Αγάθων (ποιητής και μάλλον εραστής του Παυσανία) γυρίζει την κουβέντα στη θεολογία. «Οι προλαλήσαντες δεν έπλεξαν το εγκώμιο του θεού, αλλά καλοτύχισαν τους ανθρώπους για τα καλά που αυτός χαρίζει. Όμως κανείς δε μίλησε για το ποιόν του θεού που δίνει αυτά τα δώρα»σελ.153. Ο Αγάθων πλέκει το εγκώμιο της ίδιας της θεότητας του έρωτα, μιλάει για τα δικά του μυθολογικά χαρακτηριστικά και για τις αρετές του, και ύστερα για όσα χαρίζει στους ανθρώπους. Το σωστό εγκώμιο, λέει, πρώτα εξηγεί τη φύση και έπειτα τις δωρεές του αντικειμένου του, τεχνική που θα ακολουθήσει και ο Σωκράτης αργότερα.

«Ο Έρωτας είναι ο ευτυχέστερος όλων, γιατί είναι ο ομορφότερος και ο καλύτερος. Είναι δε ο ομορφότερος, Φαίδρε, γιατί είναι ο νεότερος ανάμεσα στους θεούς…Από τη φύση του μισεί τα γεράματα και παραμένει όσο πιο μακριά τους γίνεται. Πάντα νέοι τον συντροφεύουν και πάντα νέος παραμένει, καταπώς λέει κι η παροιμία, ο όμοιος τον όμοιό τους συντροφεύει»σελ.155.

Ο Αγάθωνας εδώ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον Φαίδρο, αλλά και με τον εραστή του, τον Παυσανία, οι οποίοι είχαν πει ότι απόδειξη της ανωτερότητας του θεού Έρωτα είναι η αρχαιότητά του. Και λέει ότι η αφήγηση του Ησίοδου και του Παρμενίδη για τη δημιουργία του κόσμου και των θεών, αιτία είναι η Ανάγκη. «Ανάγκη» ήταν η προσωποποίηση του αδυσώπητου νόμου της φύσης, της μοίρας, του πεπρωμένου, της αναγκαιότητας. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι ακόμα και οι θεοί ήταν έρμαια της Ανάγκης, την οποία δεν μπορούσαν να ελέγξουν ή να επηρεάσουν. «Με την Ανάγκη ούτε οι θεοί τα βάζουν» είπε ο Σιμωνίδης (Πλάτων, «Πρωταγόρας» 345d). Πράττει πέρα από τη λογική και την ηθική, το θαύμα και την τύχη. Αν εμπλεκόταν ο Έρωτας σε αυτά (στην κοσμογονία και τη θεογονία), δεν θα υπήρχαν οι βαναυσότητες που συναντάμε στον μύθο, αλλά αγάπη και ειρήνη, όπως τώρα που ο Έρωτας βασιλεύει στους θεούς. «Και δεν είναι μόνο νέος, είναι και ανάλαφρος…Χτίζει τη φωλιά του στα συναισθήματα και στις ψυχές των ανθρώπων και των θεών, αλλά όχι σε όλες αδιακρίτως. Όταν συναντηθεί με ψυχή συναισθηματικά σκληρή, αποχωρεί, όμως στην τρυφερή εγκαθίσταται για τα καλά…Γιατί πώς θα μπορούσε να μπαινοβγαίνει αθόρυβα στις ψυχές, που από παντού τις περιβάλλει, αν δεν ήταν ευλύγιστος;…Γιατί ανάμεσα στην ασχήμια και στον Έρωτα μαίνεται ατελεύτητος πόλεμος»σελ.155-157. Για να περιγράψει την ελαφρότητα του Έρωτα, ο Αγάθων χρησιμοποιεί τα λόγια του Ομήρου όταν περιέγραφε στην Ιλιάδα την ελαφρότητα της Άτης*:

«Τα πόδια της ανάερα, στο χώμα δεν πατάνε
απάνω στα κεφάλια των θνητών ακροβατεί»

Κλείνει την περιγραφή του θεού λέγοντας ότι μόνο στην ομορφιά ζει, σε τόπους ολάνθιστους και ευωδιαστούς όπως τα λουλούδια ή οι καλές ψυχές, γιατί σε σώμα, ψυχή ή οτιδήποτε άλλο που δεν ανθοφορεί, ο Έρωτας δεν μπορεί να κατοικήσει.

Αφού περιέγραψε τα κάλλη του θεού, συνεχίζει με τις αρετές του. Ο Έρωτας ούτε αδικεί ούτε αδικείται από θεό ή άνθρωπο, και δεν υφίσταται βία ούτε την ασκεί, γιατί ο καθένας με τη θέλησή του προσέρχεται σε αυτόν. Όσα συνομολογούν αμοιβαία οι εραστές τα επικυρώνουν οι νόμοι, αλλά εκτός από δίκαιος είναι και σώφρον. Εφόσον σωφροσύνη είναι ο εξουσιασμός των ηδονών και των επιθυμιών, και εφόσον καμιά ηδονή δεν είναι ανώτερη του έρωτα, ο Έρωτας τις εξουσιάζει και τις ελέγχει όλες, για να αναδειχτεί σε απόλυτο κάτοχο της σωφροσύνης. Και γενναίος αναδεικνύεται, αφού εξουσιάζει τον πιο ανδρείο από όλους, τον θεό Άρη, που είναι αιχμάλωτος του έρωτα της Αφροδίτης. Εκτός όμως από τις αρετές της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης και της ανδρείας, ο Αγάθων εκθειάζει και τη σοφία του Έρωτα, διατεινόμενος ότι αυτός είναι ο εμπνευστής κάθε δημιουργικής έκφρασης που ανήκει στη σφαίρα των Μουσών και μπορεί οποιονδήποτε να τον κάνει ποιητή, αρκεί να τον αγγίξει. «Ποιος αμφιβάλλει ότι η δημιουργία των ζωντανών οργανισμών είναι αποτέλεσμα της σοφίας του Έρωτα, στην οποία χρωστάει τη γέννηση και την ύπαρξη κάθε μορφή ζωής;»σελ.159 Και οι τεχνίτες, ακόμα και οι θεοί οι ίδιοι, με οδηγό αυτόν επινόησαν την τέχνη τους, ο Απόλλων την τοξευτική, την ιατρική και τη μαντική, οι Μούσες την καλλιτεχνική δημιουργία και ο Δίας τη διακυβέρνηση. «Γι’ αυτό ηρέμησαν τα πράγματα στο βασίλειο των θεών από τη στιγμή που εμφανίστηκε ανάμεσά τους ο Έρωτας, προφανώς ο έρωτας του ωραίου – με την ασχήμια ο θεός δεν έχει καμία σχέση».


Painting of a Symposium found 
at the Tomb of the Leopards in Etrusca, 480-450 BC

Ο Έρωτας ηρεμεί τη φύση (χαρίζει γαλήνη στα πελάγη και καταλαγιάζει τους ανέμους) αλλά και τους ανθρώπους, ξεριζώνοντας την έχθρα από την καρδιά και γεμίζοντάς τη με φιλία. Διώχνει την αγριάδα και χαρίζει πραότητα, δίνει κουράγιο στον μόχθο, στον πόνο, στον φόβο και στη μάχη, και πρωτοστατεί σε χορούς, γιορτές και θυσίες. Είναι βάλσαμο και χαρά της ζωής.

Για τον Αγάθωνα λοιπόν ο Έρωτας είναι ο πιο ευτυχισμένος, όμορφος, καλός, αγαπητός, φιλειρηνικός, ανάλαφρος, απαλός και ευλύγιστος. Οι αρετές του είναι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η αντρειοσύνη και η σοφία, και είναι ο εμπνευστής όλων των υπόλοιπων αρετών των θεών και των ανθρώπων. Θυμίζει έτσι τον Ερυξίμαχο, προσπαθώντας να αποδώσουν και οι δύο στον έρωτα πλήθος χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, για να τον χωρέσουν σε κάθε πιθαμή ανθρώπινης δραστηριότητας μέχρι και στην φύση την ίδια. Και εκεί που ο Ερυξίμαχος ήταν ψυχρός και ρηχός, με γλώσσα επιστημονική και λόγο άνευ ουσίας, ο Αγάθωνας αποδεικνύεται βέβαια καλύτερος χειριστής του λόγου, χρησιμοποιώντας όμορφες φράσεις και περιγραφές**, για να γίνει όμως υπερφίαλος, αφού συνεχίζει να μιλάει πέραν του σημείου που έχει γίνει κατανοητός ή ενδιαφέρων. Σε αντίθεση με τον Ερυξίμαχο, κάνει χρήση του μύθου, η οποία όμως δεν αρκεί για να σώσει την αποτίμηση του εγκωμίου του, αφού είναι γεμάτη ασυνέπειες (το να λέει ο Ησίοδος ότι ο Έρως προϋπήρχε των υπόλοιπων θεών δεν σημαίνει ότι κυριαρχούσε, οπότε δεν φαίνεται να υπάρχει η ασυνέπεια που καθιστά το ρόλο της Ανάγκης απαραίτητο) και δεν αντέχει στη διαλεκτική κριτική του Σωκράτη (που θα δούμε παρακάτω). Ταυτόχρονα, όσον αφορά την εκμετάλλευση της μυθικής αφήγησης, έρχεται σε σύγκρουση με προηγούμενους ομιλητές, όχι μόνο περιγραφικά, αλλά και ουσιαστικά, με αρχή τον Φαίδρο.

Η διαφορά μεταξύ του Αγάθωνα και του Φαίδρου δεν είναι μόνο επιφανειακή. Ο Φαίδρος παίρνει ένα στοιχείο από την Θεογονία του Ησίοδου και το χρησιμοποιεί σαν τρανταχτή απόδειξη για μια ιδιότητα του Έρωτα. Παίρνει δηλαδή το «γεγονός» ότι ο Έρωτας δημιουργήθηκε πριν από τους υπόλοιπους θεούς και θεωρεί ότι βάσει αυτού μπορεί να αποδώσει στον Έρωτα ένα χαρακτηριστικό (την ανωτερότητά του). Η αρχαιότητα του Έρωτα θεωρείται από τον Φαίδρο σαν μια γνώση ή ένα αξίωμα που, με τη λογική διαδικασία, συνεπάγεται την υπεροχή του. Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο Αριστοφάνης που μίλησε πριν τον Αγάθωνα, και χρησιμοποίησε τον μύθο των δίφυλων πλασμάτων για να επαινέσει την ομοφυλοφιλία και την λειτουργία του ερωτικού αισθήματος στους ανθρώπους, σαν αναγκαίο συμπέρασμα της μυθικής του αφήγησης. Ο Αριστοφάνης όμως, έπλασε τον δικό του μύθο για χάρη του εγκωμίου. Δεν μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι χρησιμοποιεί έναν μύθο σαν «γνώση» ή «γεγονός» ή οποιαδήποτε άλλη μορφή αυθεντίας που θα τον οδηγήσει σε ένα δεσμευτικό συμπέρασμα. Ο Αριστοφάνης απλά έχει κάποιες σκέψεις να μοιραστεί, και για να τις κάνει κατανοητές, αν όχι για να μας κάνει να τις βιώσουμε, πλάθει μια ιστορία. Η δικιά του αφήγηση είναι ποιητική (εξάλλου ήταν κωμικός ποιητής), οπότε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάποιου είδους συμβολισμός ή υπερβατισμός στην εξιστόρησή του. Γιατί ο Αριστοφάνης ξεκινάει αντίστροφα, περιγράφοντας ένα μύθο που είναι έτσι φτιαγμένος ώστε να μας οδηγήσει σε αυτά που από πριν ήθελε να αξιώσει για τον έρωτα. Είναι ο μόνος επίσης που δεν αναφέρεται στη θεογονία, ο μύθος του αφορά τη δημιουργία των ανθρώπων από τους θεούς˙ θα μπορούσαμε να πούμε ότι εισάγει την ανθρωπογονία στο κείμενο, κάτι που αρμόζει στο περιεχόμενο του εγκωμίου του και τη δικιά του χρήση του μύθου, αφού ο Αριστοφάνης επικεντρώνεται στον άνθρωπο και τα αισθήματά του, στον αισθησιασμό του και στο παράλογο του έρωτα, σαν αναγκαίες συνέπειες του μύθου, εκεί που οι υπόλοιποι περιγράφουν οφέλη και χαρακτηριστικά που προκύπτουν αυθαίρετα μέσα από το έργο του Ησίοδου.


Αυλήτρια σε συμπόσιο

Ο Αγάθωνας έχει ακόμα μια ιδιαιτερότητα στην χρήση της μυθικής αφήγησης. Διορθώνει τον Ησίοδο, όχι μόνο αποδίδοντας νεότητα στον Έρωτα, άλλα και εισάγοντας την Ανάγκη (τους νόμους της φύσης, θα λέγαμε σήμερα) σαν υπαίτια της Θεογονίας αντί του Έρωτα, γιατί θεωρεί πως αν ο Έρωτας υπήρχε από εκείνη την αρχαία εποχή της δημιουργίας των θεών, και εφόσον είναι ο πιο δυνατός από αυτούς (κάτι που δεν προκύπτει τελεσίδικα από την Θεογονία του Ησίοδου), θα αποτρέπονταν οι πόλεμοι του Ουρανού που περιγράφει ο Ησίοδος, αφού η προσφορά του Έρωτα είναι η αρμονία και η αγάπη. Αποδίδει λοιπόν στον Έρωτα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά (κάλλη και αρετές), από τη μία παρά την αυθεντία της μυθικής αφήγησης του Ησίοδου, και από την άλλη χρησιμοποιώντας την υπάρχουσα μυθολογία, όταν αναφέρει ότι ακόμα και ο Άρης (ο πιο γενναίος από τους θεούς και τους ανθρώπους) είναι αιχμάλωτος του έρωτα της Αφροδίτης (και άρα μειονεκτεί εν τέλει σε αντρειοσύνη από τον Έρωτα) για να δείξει ότι ο Έρωτας είναι ο πιο ανδρείος από όλους. Χρησιμοποιεί τον μύθο και τον αναιρεί ταυτόχρονα***.

Άρα λοιπόν αντικείμενο του λόγου του Αγάθωνα είναι τα χαρακτηριστικά του ερωτευμένου (είτε του εραστή είτε του ερωμένου), τις αρετές και τα κάλλη του οποίου μόνο να συμβολίσει θέλει στην οντότητα που αυτός βλέπει ως «θεό Έρωτα». Αυτός ο συμβολισμός όμως είναι στεγνός και ανώφελος. Δεν υπάρχει μυθική αφήγηση στον Αγάθωνα, μόνο περιγραφή της θεότητας (αυτός μάλιστα ήταν ο δηλωμένος από την αρχή σκοπός του). Έτσι όμως ο λόγος του δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα και στερείται νοήματος, και ο ίδιος δεν μπορεί να δει ότι δεν αντέχει στην κριτική, ούτε αφηγηματικά ούτε νοηματικά.

Αυτή η κριτική έρχεται από τον Πλάτωνα με τα λόγια του Σωκράτη, ο οποίος όταν παίρνει τον λόγο αλλά πριν ξεκινήσει τον εγκωμιασμό του Έρωτα, κάνει ένα σύντομο σχόλιο στα όσα είπε ο Αγάθωνας, με τη μορφή διαλόγου. Κάνει δηλαδή τον σχολιασμό του όχι με τη χρήση μύθου, ούτε μόνο με λογική ανάλυση, αλλά διαλεκτικά, όπως πάντα τον παρουσιάζει ο Πλάτωνας στα κείμενά του.

Σε μια ένδειξη της γνωστής σωκρατικής ειρωνείας, δηλώνει την άγνοιά του και την αδυναμία του να πλέξει ένα εγκώμιο ισάξιο των προλαλησάντων, με μια χαρακτηριστική στον Σωκράτη «παθητική επιθετικότητα» που χρησιμοποιείται για να διαψεύσει τους αντιπάλους του: «Συνειδητοποίησα πόσο γελοίος ήμουν, όταν συμφωνούσα μαζί σας να πλέξω κι εγώ το εγκώμιο του Έρωτα, προσποιούμενος μάλιστα πως είμαι αυθεντία στα ερωτικά θέματα, ενώ ήμουν εντελώς άσχετος και αγνοούσα τον τρόπο σύνθεσης του εγκωμίου γενικά. Γιατί εγώ, από αφέλεια προφανώς, φανταζόμουν ότι πρέπει κανείς να λέει την αλήθεια για ό,τι εγκωμιάζει και ότι αυτό αποτελεί τη βασική προϋπόθεση»σελ.165. Η σωστή μέθοδος σύμφωνα με αυτά που άκουσε από τους υπόλοιπους, υποστηρίζει ο Σωκράτης, είναι να φορτώνουν το αντικείμενο του επαίνου με τα καλύτερα χαρίσματα, υπαρκτά και ανύπαρκτα˙ «και ψέματα να είναι ουδείς ενοχλείται».


Σκηνή συμποσίου σε τοιχογραφία 
από τάφο στο Paestum Ιταλίας, 475 π.Χ..

Προχωράει σε μια μικρή αλλά εξοντωτική «ανάκριση» του Αγάθωνα για να βγάλει κάποια συμπεράσματα που θα χρησιμοποιήσει στο δικό του εγκώμιο. Ξεκινάει λέγοντας ότι ο έρωτας μπορεί να νοηθεί μόνο ως κάτι που στρέφεται σε κάποιο αντικείμενο. Ο Έρωτας είναι έρωτας για κάποιο πράγμα. Αυτό το πράγμα, αυτό που ερωτεύεται ο Έρωτας, είναι κάτι που αυτός επιθυμεί. Αυτό που κάποιος επιθυμεί όμως, είναι κάτι που σίγουρα δεν έχει, είναι κάτι που του λείπει. Δεν θα αισθανόταν αυτήν την έλλειψη αν το κατείχε, και άρα δεν θα το επιθυμούσε. Και όταν κάποιος λέει ότι επιθυμεί να έχει υγεία και πλούτη ενώ ταυτόχρονα είναι πλούσιος και υγιής, αυτό που εννοεί και θα έπρεπε να πει είναι ότι θέλει και στο μέλλον να έχει αυτά τα αγαθά, που δεν είναι εξασφαλισμένα. Αυτός λοιπόν που λέει «θέλω κάτι» εννοεί ότι θέλει κάτι που δεν κατέχει στο παρόν, κάτι που δεν είναι εξασφαλισμένο ή σίγουρο, κάτι που δεν είναι ο ίδιος, και κάτι που του λείπει.

Έρωτας λοιπόν είναι πόθος για κάτι που είναι σε έλλειψη. Και όπως είπε ο Αγάθωνας προηγουμένως, ο Έρωτας δεν έχει καμία σχέση με τα άσχημα αλλά μόνο με τα ωραία και τα καλά. Άρα Έρωτας είναι ο πόθος για τα ωραία, που συνεπάγεται ότι ο Έρωτας ο ίδιος δεν είναι όμορφος ή ωραίος ή καλός. Πώς λοιπόν μπορεί ο Αγάθων να αποκαλεί τον Έρωτα ωραίο ενώ αυτός επιθυμεί την ομορφιά, που σημαίνει ότι την στερείται; Και αφού τα αγαθά είναι και ωραία, συνεπάγεται πως ο Έρως, με το να στερείται τα ωραία, στερείται και τα αγαθά (εννοώντας τις αρετές). Ήδη λοιπόν, από τον πρόλογο του εγκωμίου του, ο Σωκράτης έχει διαψεύσει όχι μόνο τον Αγάθωνα, αλλά και όλους τους προηγούμενους που είπαν για τον Έρωτα ότι είναι ωραίος, καλός, νέος, σοφός, δυνατός…

Ο Σωκράτης έτσι, παρότι ξεκίνησε το λόγο του διατεινόμενος την άγνοιά του και την αδυναμία του να μιλήσει όσο ωραία μίλησαν οι υπόλοιποι, λίγο πολύ αντέκρουσε τους πάντες. Ο Αγάθωνας παραδέχεται την ήττα του λέγοντας: «Εγώ Σωκράτη, αδυνατώ να αντιπαρατεθώ μαζί σου. Γι’ αυτό ας παραδεχτούμε ότι είναι έτσι, όπως τα λες». Ο φιλόσοφος συνεχίζει με την αξίωση ότι αυτός ο ίδιος δεν είναι σημαντικός (εξάλλου αυτός δεν γνωρίζει τίποτα), αλλά αυτό που τους οδήγησε στο συμπέρασμά τους είναι η λογική. «Με την αλήθεια δεν μπορείς να τα βάλεις˙ με τον Σωκράτη είναι σχεδόν παιχνιδάκι»σελ.173, του απαντάει, και αρχίζει αμέσως να περιγράφει τη συνάντησή του με την σοφή Διοτίμα, για να μεταφέρει στους υπόλοιπους όσα αυτή του είπε για τον έρωτα.

----------------------------------------

* Άτη: Κόρη του Δία για τον Όμηρο, κόρη της Έριδος για τον Ησίοδο. Δευτερεύουσα δαιμονική θεότητα της βλάβης και της φθοράς, που προξενεί στους ανθρώπους τυφλό πάθος και σύγχυση φρενών χωρίς να το καταλάβουν, πατώντας απαλά πάνω στα κεφάλια τους.

** Ο Ιωάννης Συκουτρής χαρακτηρίζει το εγκώμιο του Αγάθωνα «μια ρητορική μονωδία, ένα ‘πεζοτράγουδο’ προς τον έρωτα», όπου «ο έρως εκτρέπεται εις αντικείμενον αφιλοσοφήτου και πομφολυγώδους λυρισμού»

*** Όπως θα δούμε αργότερα, στο τέλος του Συμποσίου ο Σωκράτης χρησιμοποιεί επίσης τον μύθο, που έρχεται να «δικαιολογήσει» τις θέσεις του που ήδη έχει εκθέσει: Ο Έρωτας δεν μπορεί να επιθυμεί την ομορφιά και ταυτόχρονα να είναι όμορφος αφού επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε. Ούτε άσχημος μπορεί να είναι όμως, είναι κάτι ενδιάμεσο. Αυτό εξηγείται μυθολογικά, από το ότι γεννήθηκε από την άσχημη Πενία με πατέρα τον όμορφο Πόρο. Μετά τη μυθολογική του αφήγηση, ο Σωκράτης συνεχίζει τη διαλεκτική του για να βγάλει και άλλα συμπεράσματα. Την χρησιμοποιεί δηλαδή και για να αποδείξει την ορθότητα αυτών που είπε, και για να οδηγηθεί στο γεγονός ότι ο Έρωτας είναι το υποκείμενο του έρωτα, όχι το αντικείμενο. Αφού είναι το υποκείμενο, έχει αντικείμενο, το οποίο εξηγεί πως είναι η αθανασία.

 Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

http://eranistis.net/wordpress/2015/03/12/
symposium-agathon-socrates/


12 Μαρτίου 2015


Thomas Marsh - Head of Diotima


  6. Ο Σωκράτης για τον Ιδανικό εραστή.  

   Το εγκώμιο του Σωκράτη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. 


«Η γλώσσα μου το υποσχέθηκε, μα η λογική μου το απορρίπτει…
Όμως, αν θέλετε την αλήθεια, θα σας την πω με τον δικό μου τρόπο.»σελ.165

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Αγάθωνας έχει τελειώσει το εγκώμιό του στον έρωτα, και ο Σωκράτης του έχει ήδη απαντήσει, κάνοντας την κριτική του σε μορφή διαλόγου-ανάκρισης, παραβάλλοντας μια βασική ιδέα που θα αναπτύξει στο δικό του εγκώμιο. Δηλώνοντας όμως, μετά από αυτά που άκουσε, πως τελικά δεν ξέρει καθόλου τι είναι ο έρωτας, κι ας νόμιζε πως είναι αυθεντία σε αυτά, και πως γι’ αυτό θα ήθελε πραγματικά να μάθει, η παράθεση της σοφίας του σε μορφή λόγου μάλλον θα τον εμφάνιζε να αντιφάσκει με την βασική του αρχή, πως το μόνο για το οποίο είναι σίγουρος, είναι πως δεν είναι σοφός. Ο Πλάτωνας τον έδειχνε πάντα να συζητάει με μαθητές, δασκάλους, θεολόγους κ.α., και είναι αυτή η μορφή παράθεσης των ιδεών του που θα εισαχθεί «ύπουλα» και σε αυτήν την περίσταση. Αντί λοιπόν ο Σωκράτης να προσφέρει τη γνώμη του στους συμπότες του, περιγράφει μια μυστηριώδη Διοτίμα, μια σοφή από τη Μαντίνεια, ειδική στα ερωτικά και μάντισσα, με την οποία συζητούσε για τον έρωτα, λέγοντάς της αυτός, όσα του έλεγε ο Αγάθωνας προηγουμένως.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Σωκράτης πετυχαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, μας λέει πως σημασία δεν έχει ο όποιος ανταγωνισμός έκανε την εμφάνισή του μεταξύ των συμποτών, για το ποιος θα κάνει το καλύτερο εγκώμιο του έρωτα. Σημασία έχει μόνο η αλήθεια, και άρα η ειλικρινής αναζήτησή της. Έτσι, κερδίζει την εμπιστοσύνη των υπολοίπων αφού όσα θα πει, όσα του είπε η Διοτίμα, δεν πρέπει να τα δούμε σαν λόγια που μοναδικό στόχο έχουν να αντικρούσουν τα λόγια τους ή σαν απλούς κομπασμούς, αλλά να τα κρίνουμε σαν να ξεκινάει τώρα μόλις η συζήτηση, σαν στοχασμούς με λογική συνέπεια. Δεύτερον, η απόδοση στο άτομό της, της ιδιότητας της σοφής και της μάντισσας, δίνει την εντύπωση της αυθεντίας, και άρα ότι είναι ειδική στο να χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα για να αποδείξει τις απόψεις της ή ότι έχει κάποιου είδους έμπιστης ενόρασης. Αυθεντία βέβαια πρέπει να θεωρηθεί όχι στα συμπεράσματά της, αλλά στον τρόπο που αναπτύσσει τα λεγόμενά της. Τρίτον, με το να βάζει τον εαυτό του να λέει στη Διοτίμα όσα ειπώθηκαν μέχρι αυτό το σημείο από τους υπόλοιπους, και ταυτόχρονα να βάζει την Διοτίμα να του απαντάει με τρόπο κοφτό, έως και προσβλητικό, παίρνει το ελεύθερο να τους προσβάλλει ο ίδιος, έμμεσα. Αποφεύγει ταυτόχρονα να προκαλέσει το αίσθημα της ντροπής ή της οργής στους συμπότες του, και έτσι μπορεί να ισοπεδώσει τα επιχειρήματά τους χωρίς να έχουν το δικαίωμα να εκδηλώσουν παράπονα για την ειρωνεία στα λόγια του. Δεν θα αισθανθούν ντροπή αφού ο Σωκράτης έχει βάλει τον εαυτό του στο ίδιο επίπεδο με αυτούς (παρουσιάζοντας τον εαυτό του να υποστηρίζει τις δικές τους θέσεις) και δεν θα προσβληθούν αφού οι προσβολές απευθύνονται δήθεν από τη Διοτίμα στον Σωκράτη, όχι από τον Σωκράτη προς αυτούς.

Κάποιοι μελετητές μάλιστα, έχουν εκτιμήσει πως δεν υπήρχε καν πραγματικό πρόσωπο με το όνομα και την ιδιότητα της Διοτίμας, δεδομένου ότι η παρούσα είναι η μοναδική αναφορά σε αυτήν που βρίσκουμε σε ολόκληρη την αρχαία γραμματεία. Λαμβάνοντας υπόψη όμως πως ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσε ιστορικά πρόσωπα στους διαλόγους του, χωρίς ποτέ την ανάγκη να εφεύρει κάποιο, μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια την υπόθεση ότι η Διοτίμα ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο Σωκράτης λοιπόν έλεγε στη Διοτίμα ότι ο θεός Έρωτας είναι νέος, ωραίος, καλός και δυνατός, και του απέδιδε αρετές. Η Διοτίμα του απάντησε πως ο Έρωτας επιθυμεί μεν την ομορφιά, τη δύναμη και όλες τις αρετές, αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν τις έχει, αφού δεν μπορείς να επιθυμείς παρά μόνο αυτό που σου λείπει. Άρα ο Έρωτας δεν μπορεί να είναι κάτοχος όλων αυτών των χαρακτηριστικών.

Ο Σωκράτης απαντάει στην Διοτίμα με απορία, αφού το να πούμε ότι ο Έρωτας δεν είναι όμορφος ή ενάρετος θα σήμαινε ότι είναι άσχημος ή κακός, κάτι που είναι ανήκουστο για έναν θεό. «Μήπως φαντάζεσαι πως, αν κάτι δεν είναι όμορφο, είναι κατ’ ανάγκη άσχημο;…Και ό,τι δεν είναι σοφό είναι ανόητο; Ή αγνοείς ότι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια υπάρχει και κάτι άλλο;»σελ.175 (δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εδώ, και σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ότι ο τρόπος που μιλάει η Διοτίμα είναι όμοιος με το απότομο ύφος του Σωκράτη σε άλλους πλατωνικούς διαλόγους). Πάντα υπάρχει κάτι ενδιάμεσο μεταξύ των δύο άκρων κάθε ιδιότητας. Όσον αφορά τη σοφία, αυτό το ενδιάμεσο είναι «το να έχει κανείς σωστές απόψεις, όχι όμως και τη δυνατότητα να τις αποδείξει»σελ.177. Αυτή η γνώση, εφόσον δεν είναι προϊόν λογικής διεργασίας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστημονική, αλλά από την άλλη ούτε και άγνοια, αφού αποτελεί σωστή γνώση της πραγματικότητας. Έτσι, και ο Έρωτας δεν είναι ούτε κακός ούτε άσχημος ούτε αδαής, αλλά πάντα κάτι ενδιάμεσο των άκρων.


Josef Simmler - Diotima (1855)

Η Διοτίμα στη συνέχεια αναιρεί την ίδια την ιερότητα του Έρωτα, που όλοι οι προηγούμενοι είχαν θεωρήσει δεδομένη. Οι θεοί είναι όλοι ευτυχισμένοι και ωραίοι (το να πούμε οτιδήποτε άλλο αποτελεί θρασύτητα και ύβρη). Το να είναι κάποιος ευτυχισμένος σημαίνει ότι κατέχει όλα τα αγαθά που χρειάζεται και ότι δεν του λείπει τίποτα. Αφού όμως έχουμε ήδη πει ότι ο Έρωτας στερείται αγαθά, αφού έχει επιθυμίες, αυτό σημαίνει ότι ο Έρωτας δεν είναι θεός. Ούτε θνητός είναι όμως, αλλά κάτι ενδιάμεσο. Αυτό το ενδιάμεσο είναι ο «Δαίμων». Δεν πρέπει να παρεξηγήσουμε αυτόν τον «δαίμων» με τη σύγχρονη έννοια του «δαίμονα» που μας έγινε γνωστή από τον Χριστιανισμό, δηλαδή του «κακού πνεύματος» ή του «εκπεσόντος αγγέλου». Στην αρχαία Ελλάδα, δαίμων ήταν αυτό που ερμήνευε και διαβίβαζε τα μηνύματα των ανθρώπων στους θεούς και των θεών στους ανθρώπους, καθώς άμεση επαφή μεταξύ των μεν και των δε δεν νοούνταν. Δεήσεις και θυσίες από τη μία, και εντολές και χάρες από την άλλη, μεταφέρονταν μέσω των δαιμόνων. Τα δαιμονικά όντα κινούνταν ανάμεσα στο θνητό και στο αθάνατο.

Για να περιγραφεί η φύση και να εξηγηθεί ο ρόλος του δαίμονα Έρωτα, χρησιμοποιείται ο μύθος, και συγκεκριμένα η μυθική προέλευση του Έρωτα. Πατέρας του ήταν ο Πόρος, προσωποποίηση της εξυπνάδας και της εφευρετικότητας (με τη σειρά του γιος της Μήτιδας, πρώτης συζύγου του Δία, προσωποποίηση της πρακτικής ευφυΐας). Μητέρα του η Πενία, που συμβόλιζε τη στέρηση και την έλλειψη, και ήταν αμαθής. Σε μια μεγαλοπρεπή συνεστίαση των θεών με αφορμή τη γέννηση της Αφροδίτης, ο Πόρος μέθυσε κι αποκοιμήθηκε. Η Πενία τότε, βρήκε ευκαιρία και μηχανεύτηκε να συλλάβει παιδί από αυτόν, ακριβώς λόγω της φτώχειας της, όπως και συνέβη. Έτσι ο Έρωτας συνδέθηκε με την Αφροδίτη και έγινε ακόλουθος και υπηρέτης της, και από τη φύση του έγινε εραστής της ομορφιάς. Εξαιτίας της μητρικής του προέλευσης ο Έρωτας είναι φτωχός και καθόλου τρυφερός ή όμορφος, αλλά άστεγος, τραχύς και λιπόσαρκος. Κοιμάται χωρίς στρωσίδια, μπροστά στις ξένες πόρτες, κάτω από τα άστρα. «Ό,τι αποκτάει του φεύγει πάντοτε μέσα από τα δάχτυλα, ώστε μήτε φτωχαίνει ποτέ, μήτε πλουτίζει»σελ.183. Από τον πατέρα του κληρονόμησε την ιδιότητα του κυνηγού. Κυνηγάει τους ωραίους και τους εκλεκτούς, σκαρώνοντας πάντα καινούργια τεχνάσματα, παθιασμένος με τη γνώση, επινοητικός και ριψοκίνδυνος, πάντα φιλοσοφώντας. «Ως προς τη φύση του δεν πλάστηκε ούτε αθάνατος ούτε θνητός, αλλά, μέσα στην ίδια μέρα, τη μια στιγμή που όλα του πάνε βολικά θάλλει και είναι γεμάτος σφρίγος και την άλλη αποχαιρετάει τη ζωή˙ πάλι όμως ανασταίνεται, χάρη στην αθάνατη πατρική φύση»σελ.181. Κινείται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, ως παιδί ενός σοφού και μιας αμαθούς.

Κανένας θεός, όπως και κανένας άλλος που είναι σοφός, δεν επιζητά τη γνώση, αφού ήδη την έχει. Αλλά και κανένας ανόητος δεν την αναζητά˙ αυτό είναι και το αδιέξοδο της άγνοιας: αν δεν ξέρεις ότι κάτι σου λείπει, δεν μπορείς και να το αναζητήσεις. Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ούτε σοφός ούτε ανόητος. Φιλόσοφοι είναι αυτοί οι «ημιμαθείς», που ξέρουν αρκετά ώστε να πουν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα σπουδαίο, και έτσι θέλουν όλο να μαθαίνουν. Ο Σωκράτης εδώ, με τα λόγια της Διοτίμας, επικυρώνει τη δική του αντίληψη για τη ζωή και τη γνώση, αφού τα προηγούμενα θυμίζουν όσα ο ίδιος υποστήριζε πάντα, μέχρι και στην Απολογία του στο δικαστήριο, και ενώ περίμενε μέχρι να πιει το κώνειο, όπως μας τα αφηγείται ο Πλάτων στους διαλόγους Κρίτων και Φαίδων. Άλλο ένα στοιχείο που μας οδηγεί στην υπόθεση ότι είτε δεν υπήρχε πραγματική Διοτίμα (πράγμα, όπως είπαμε, μάλλον απίθανο) είτε ο Σωκράτης χρησιμοποιεί την σοφή αυτή μάντισσα για να επικυρώσει τις δικές του θέσεις, με την επίφαση ότι τα άκουσε από μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία.


Το λάθος του Σωκράτη, σύμφωνα με τη Διοτίμα (άρα το λάθος των συμποτών), είναι ότι θεώρησε πως ο Έρωτας είναι το αντικείμενο του έρωτα (ο ερωμένος) ενώ στην πραγματικότητα είναι το υποκείμενο (ο εραστής), αυτός που νιώθει έρωτα προς κάτι. Ο ερωμένος είναι αναμενόμενο να είναι ωραίος και καλός, ο εραστής όχι. «Αν ο Έρωτας έχει αυτές τις ιδιότητες, ποια είναι η προσφορά του στον κόσμο;», ρωτάει ο Σωκράτης, αναφερόμενος στις ιδιότητες του ενδιάμεσου, αφού ο Έρωτας βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, το κάλλος και την ασχήμια. Ο ερωτευμένος επιθυμεί να κάνει δικά του τα ωραία και τα αγαθά, για να γίνει ευτυχισμένος. Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν τα ίδια αγαθά για να κερδίσουν την ευτυχία, αλλά δεν τους ονομάζουμε όλους εραστές. Αυτό οφείλεται, λέει η Διοτίμα, στον τρόπο που ορίζουμε τη λέξη «έρωτας».

«Απομονώσαμε ένα συγκεκριμένο τμήμα της έννοιας ‘έρωτας’ και του δώσαμε το όνομα του όλου, δηλαδή ‘έρως’, ενώ για τα άλλα τμήματα χρησιμοποιούμε άλλες ονομασίες»σελ.185. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούμε τη λέξη «ποιητής». Όλοι οι καλλιτέχνες δημιουργούν κάτι, δηλαδή «ποιούν» κάτι, αλλά την ονομασία «ποιητής» την αποδίδουμε μόνο σε ένα μέρος αυτών, ενώ τους άλλους τους ονομάζουμε γλύπτες, ζωγράφους κλπ. «Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του έρωτα. Με τη γενική έννοια του όρου ‘έρωτας’ εννοούμε τον πόθο των αγαθών και της ευτυχίας, είναι ο ‘μέγιστος, ο ζαβολιάρης έρωτας’ που νιώθει κάθε άνθρωπος. Όμως εκείνους που στρέφονται σε άλλες εκφάνσεις του ερωτικού πάθους –απόκτηση χρημάτων, αθλητισμό, φιλοσοφία- ούτε ερωτευμένους ούτε εραστές τους χαρακτηρίζουμε. Μόνο όσοι με ιδιαίτερη ζέση και επίδοση στρέφονται σε μια ορισμένη έκφανση του έρωτα παίρνουν το όνομα του όλου, οπότε κάνουμε λόγο για ‘ερωτικό συναίσθημα’, ‘ερωτεύομαι’, ‘εραστής’»σελ.187. Ο τρόπος αναζήτησης της ευτυχίας είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ όλων όσων θα μπορούσαν να ονομαστούν με την γενική έννοια «εραστής». Όποιος χρησιμοποιεί ως μέσο τη φιλοσοφία λέγεται «φιλόσοφος, όποιος επιδίδεται στον αθλητισμό «αθλητής» ενώ όποιος απευθύνεται στον έρωτα «εραστής».



Franc Kavcic – Ο Σωκράτης με μαθητή του,
 και ίσως τη Διοτίμα (πριν το 1820)

Και αυτοί που λένε ότι εραστές είναι αυτοί που επιθυμούν το «άλλο μισό του εαυτού τους» (αναφέρεται στον μύθο του Αριστοφάνη) δεν είναι ακριβείς. Ο έρωτας δεν έχει να κάνει με την αναζήτηση του άλλου μισού ούτε με την ολοκλήρωση του όλου, αν δεν είναι αναζήτηση για αυτό που είναι κατά βάση καλό. «Το μόνο που ερωτεύεται ο άνθρωπος δεν είναι παρά το καλό» και επιδιώκει να το αποκτήσει και να το κατέχει παντοτινά. Ο Αριστοφάνης, προηγουμένως, δεν είχε κάνει διαφοροποίηση μεταξύ ενάρετου (καλού) και χυδαίου (κακού) έρωτα, είπε μόνο πως ο έρωτας είναι εξ ορισμού μία θετική δύναμη έμπνευσης και στοργής, που οδηγεί όποιον είναι ειλικρινής στη φύση του και πιστός στις απαιτήσεις του Έρωτα, στην πνευματική ανόρθωση. Το μόνο που χρειάζεται κάποιος, για τον κωμικό ποιητή, είναι να μείνει πιστός στη φύση του, να μην την απαρνηθεί, αλλά μόνο να βρει το άλλο του μισό, σύμφωνα με το «γένος καταγωγής» του˙ έτσι, η πνευματική ανόρθωση θα ακολουθήσει σαν αναγκαιότητα. Ο μόνος «έρωτας» που νοείται στον Αριστοφάνη είναι αυτός που θα έχει σαν αποτέλεσμα, τελικά, την ευτυχία˙ οτιδήποτε άλλο δε νοείται να ονομαστεί έρως. Η Διοτίμα από την άλλη, κάνοντας την σύντομη παραπάνω αναφορά στο εγκώμιο του Αριστοφάνη (τι σύμπτωση για έναν διάλογο μεταξύ Σωκράτη-Διοτίμας που έλαβε χώρα «κάποτε» να απαντάει σε όσα ειπώθηκαν εδώ πριν λίγο!), θέλει να ξεκαθαρίσει την δική της θέση. Ο έρωτας για αυτήν δεν είναι κάτι μοιραίο, κάτι που για να έρθει αρκεί το να είναι κανείς γνώστης του εαυτού του, ούτε αρκείται να ορίσει σαν έρωτα οτιδήποτε είναι καλό. Ο έρωτας γι’ αυτήν είναι πιο πολύπλοκος, και για να τον τιμήσουμε πρέπει να ακολουθήσουμε έναν δρόμο με διαγεγραμμένη πορεία, μια πορεία που σε λίγο θα περιγράψει.

Πριν ολοκληρώσει, η Διοτίμα κάνει μια τελευταία παρατήρηση. «Αυτή η διαδικασία είναι μια σωματική και ψυχική γέννα μέσα στην ομορφιά»σελ.189. Όλοι οι άνθρωποι κυοφορούν στο σώμα και την ψυχή, και όταν φτάσουμε σε μια ηλικία επιθυμούμε να γεννήσουμε. Η ερωτική συνεύρεση που οδηγεί στον τοκετό, κάνει τη θνητή μας ύπαρξη να αποκτήσει τη βασική θεϊκή ιδιότητα της αθανασίας μέσω της γέννας. Αντικείμενο του έρωτα λοιπόν είναι η αθανασία.


Όλα τα ζωντανά όντα όταν επιθυμούν να ζευγαρώσουν χαρακτηρίζονται από παράξενη συμπεριφορά, που τα κάνει να μοιάζουν άρρωστα, και είναι τόσο αποφασισμένα που ακόμα και τα ανίσχυρα επιτίθενται στα ισχυρά, με τον κίνδυνο του θανάτου για να το καταφέρουν ή για να προστατέψουν τα μικρά τους. Στους ανθρώπους, τέτοιες συμπεριφορές ίσως μπορούν να αποδοθούν στην υστεροβουλία, αλλά εφόσον δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτό το κίνητρο στα ζώα, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι υπάρχει κάποιο άλλο. Είναι το ότι η θνητή φύση κάνει ό,τι μπορεί για να προσεγγίσει την αιωνιότητα, αντικαθιστώντας το παλιό με το νέο.



Συμπότης και αυλήτρια

Με τον ίδιο τρόπο που ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του αλλάζει πρόσωπο και μυαλό, από την παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα, και παρόλα αυτά λέμε ότι παραμένει το ίδιο άτομο, έτσι γίνεται και με τη γέννα. Ακόμα και αυτό που αποκαλούμε «μελέτη» τον ίδιο στόχο έχει, να αντικαταστήσει γνώσεις που ξεχνάμε με άλλες καινούργιες, ώστε να δίνεται η εντύπωση πως η γνώση παραμένει αναλλοίωτη. Και με τη βιολογική γέννα λοιπόν και με την πνευματική επιδιώκουμε να καλύψουμε το κενό του απερχόμενου παλιού με το νέο, δίνοντας την όψη συνέχειας του ανθρώπινου είδους και του πνεύματος. Και αυτό είναι κάτι που αφορά ανεξαιρέτως όλους τους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Αυτό το αίτημα αθανασίας είναι που μας κάνει όλους να επιθυμούμε να γίνουμε επώνυμοι και να αφήσουμε παρακαταθήκη τα έργα μας ή τα χρήματά μας (ή τα παιδιά μας). Ακόμα και οι βασιλείς θυσιάζονται αν αυτό επισφραγίσει την κληρονομιά τους σε απογόνους, θέλοντας να εξασφαλίσουν την αθάνατη ανάμνηση της αρετής τους.

«Όσοι εγκυμονούν στο σώμα κατευθύνουν την ερωτική τους δραστηριότητα κατά προτίμηση στις γυναίκες˙ τις ερωτεύονται και φαντάζονται πως αποκτώντας παιδιά, εξασφαλίζουν την αθανασία, την υστεροφημία και την παντοτινή ευτυχία. Άλλοι πάλι εγκυμονούν στην ψυχή…Και ποια είναι αυτά που ταιριάζουν στην ψυχή; Είναι η φρόνηση και οι άλλες αρετές. Αυτών των αρετών δημιουργοί είναι όλοι οι ποιητές και εκείνοι από τους τεχνίτες που θεωρούνται πρωτοπόροι και επινοητικοί. Όμως στην ιεράρχηση των αρετών, είπε η Διοτίμα, πολύ πιο ψηλά βρίσκεται η μορφή της φρόνησης που έχει να κάνει με τη διακυβέρνηση των πόλεων και των σπιτικών, αυτό δηλαδή που αποκαλούμε σωφροσύνη και δικαιοσύνη»σελ.197. Αυτός που κυοφορεί από μικρός αυτές τις αρετές, όταν μεγαλώσει επιθυμεί να κυοφορήσει και αναζητάει μια όμορφη ψυχή, και με τον κάτοχό της συζητάει για την αρετή, και έτσι υπάρχει αμοιβαία πνευματική καλλιέργεια. Με την ουσιαστική επικοινωνία με έναν ωραίο σύντροφο αναδεικνύεται στο φως αυτό που ήδη είχε μέσα του, και τα παιδιά-δημιουργήματα αυτών είναι γοητευτικότερα και έχουν εξασφαλίσει την αθανασία.


Έχοντας έτσι σαφώς διαχωρίσει τη σωματική από την πνευματική γέννα, βαφτίζοντας τη σωματική σαν ένα είδος περισπασμού από την πνευματική που είναι η μόνη που θα χαρίσει την αθανασία (εξάλλου στη σωματική επιδίδονται και τα ζώα), το μόνο που μένει είναι να εξηγηθεί ο τρόπος που θα καταλήξουμε στην αθανασία μέσω του έρωτα.


Ποια είναι λοιπόν αυτή η πορεία; Πώς θα ξέρουμε με ποια διαδικασία ο πραγματικός εραστής πρέπει να αναζητά την ευτυχία; Ο «επίδοξος μύστης της απόλυτης ομορφιάς» οφείλει να λατρέψει αρχικά την εξωτερική ομορφιά ενός σώματος και το ενιαίο της ομορφιάς όλων των ωραίων σωμάτων ή προσώπων, αλλά και να αναγνωρίσει ότι η ομορφιά της ψυχής είναι πολυτιμότερη, «ώστε όταν συναντήσει κάποιον που, ενώ έχει ωραία ψυχή, δε διακρίνεται για τα θέλγητρα της μορφής και του σώματος, να εμμένει σ’ αυτόν, να του χαρίζει τον έρωτά του και να τον περιβάλει με τη στοργή του»σελ.199. Μετά πρέπει να βρει την ομορφιά που υπάρχει στις ανθρώπινες ενασχολήσεις και στους θεσμούς (να ανακαλύψει δηλαδή την ηθική των νόμων και των υπόλοιπων ηθικών αρχών που διέπουν την κοινωνία, άρα να αγαπήσει τη δικαιοσύνη), για να διαπιστώσει ότι η ομορφιά είναι ενιαία παρά τις ποικίλες εκφάνσεις της, και ότι το κάλλος της εξωτερικής ομορφιάς δεν έχει μεγάλη σημασία. Έτσι θα οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών και της φιλοσοφίας για να διαπιστώσει ότι πρέπει να μην χαραμίζεται υπηρετώντας μόνο την ομορφιά ενός ανθρώπου ή μιας δραστηριότητας. Μ’ αυτόν τον τρόπο «θα μπορέσει να κατακτήσει το τελευταίο στάδιο της ερωτικής μύησης. Και ενώ βρίσκεται σχεδόν στο τέρμα ξαφνικά θα προβάλει μπροστά του αστραφτερή…η απόλυτη ομορφιά»σελ.201, που δεν εξαρτάται από το βλέμμα του ανθρώπου, ούτε θα παρουσιαστεί με κάποια γνώριμη μορφή του κόσμου. Είναι η αυθύπαρκτη, απόλυτη, άφθαρτη, μοναδική, ενιαία και διαχρονική ομορφιά στην οποία όλες οι άλλες μετέχουν, και ενώ εκείνες έρχονται και παρέρχονται, αυτή μένει ανεπηρέαστη και αναλλοίωτη. Αυτός είναι ο σωστός δρόμος του έρωτα.




Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο αινιγματικό τέλος του εγκωμίου του Σωκράτη. Ο σωστός εραστής θα ξεκινήσει από τις ομορφιές του κόσμου, από το ένα ωραίο σώμα στο σύνολο των ωραίων σωμάτων, στην ομορφιά της ψυχής και του συνόλου των ψυχών, στις δραστηριότητες των ανθρώπων και στην σοφία της επιστήμης, για να φτάσει στη σπουδή της απόλυτης ομορφιάς και να γνωρίσει «τι είναι στην ουσία του το κάλλος»σελ.203. Αυτή είναι η ποιότητα ζωής που καταξιώνει τον ανθρώπινο βίο, πέρα από το χρυσάφι και τα φορέματα, τα «όμορφα αγόρια» και τις υλικές απολαύσεις. Ο τρόπος αναζήτησης έχει ανιχνευθεί, ο δρόμος καθορισμένος, και το κίνητρο προφανές (η παντοτινή κατάκτηση αρετών και η ευτυχία). Ο προορισμός όμως παραμένει αδιευκρίνιστος. Ενώ βρισκόμαστε «σχεδόν στο τέρμα», μας λέει ο Σωκράτης, προβάλλει μπροστά μας μια ασύγκριτη, η απόλυτη, ομορφιά.

Το κείμενο τελειώνει απότομα, με τον Σωκράτη να αποφεύγει να περιγράψει ικανοποιητικά αυτήν την απόλυτη ομορφιά. Το τέρμα είναι φυσικά ο θάνατος, και όπως είδαμε στον Φαίδων, ο θάνατος είναι κάτι που ένας φιλόσοφος δεν πρέπει να φοβάται. Είναι, αντίθετα, το επιστέγασμα της φιλοσοφικής ζωής, τότε που διαχωρίζεται εκ των πραγμάτων η ψυχή από το σώμα, κάτι που μέχρι τότε μόνο να προσπαθεί μπορούσε ο φιλόσοφος, με το να αποφεύγει τις σωματικές ηδονές (φαγητό, ποτό, φορέματα…) και να φροντίζει για τις πνευματικές, στις οποίες το σώμα μόνο εμπόδιο ήταν.


Όσο για την «απόλυτη ομορφιά», τα επίθετα που χρησιμοποιεί της αποδίδουν ιδιότητες, όχι χαρακτηριστικά (αέναη, μοναδική…). Φαίνεται να κρύβει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί, είναι κάτι που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Είναι αυτό που κρύβεται πίσω από την επιφάνεια και την φαντασία, είναι η πραγματικότητα η ίδια. Είναι η αρετή που ταυτίζεται με την αλήθεια, το ωραίο που θα μπορέσουμε να δούμε όταν ξεπεράσουμε τη σάρκα, το πνεύμα, την κοινωνικότητα, την ίδια την επιστήμη και την «απεραντοσύνη του ωραίου» που αυτή μας επιτρέπει να απολαμβάνουμε, και «ατενίζοντας το απέραντο πέλαγος της ομορφιάς» να γεννάμε «ωραίους και μεγαλοπρεπείς στοχασμούς» στην αέναη ενασχόληση με τη φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον Συκουτρή, η παρουσία μπροστά σε αυτήν την απόλυτη ομορφιά, η γνώση της, είναι ταυτόχρονα Έρως και Λόγος.


«Μόνο εκεί, και πουθενά αλλού, κοιτάζοντας το ωραίο με τρόπο που να γίνεται ορατό, θα γεννήσει όχι απατηλά απεικάσματα της αρετής –άλλωστε δεν έχει καμιά σχέση με τα πλάσματα της φαντασίας- αλλά την πραγματική αρετή που ταυτίζεται απολύτως με την αλήθεια»σελ.205.


Αυτήν την απόλυτη ομορφιά θα πρέπει να την εντάξουμε στα πλαίσια του αναφερόμενου ως «Κόσμου των Ιδεών» του Πλάτωνα, που αναπτύσσεται κυρίως στην Πολιτεία και στον Φαίδων. Η Μορφή (Ιδέα) της Ομορφιάς, είναι η υπέρτατη ομορφιά, που περιλαμβάνει τις ομορφιές των σωμάτων, των ψυχών, και όλων των υπόλοιπων επιμέρους όμορφων πραγμάτων του κόσμου˙ ομορφιές που περιλαμβάνει αλλά δεν εξαρτάται από αυτές. «Οι άλλες μορφές του ωραίου μετέχουν στην απόλυτη ομορφιά με τον εξής περίπου τρόπο: ενώ αυτές έρχονται και παρέρχονται, εκείνη, χωρίς να υπόκειται σε αυξομειώσεις, παραμένει ανεπηρέαστη»σελ.203. Είναι κάτι αυθύπαρκτο, διαφορετικό από όποιο παράδειγμά του μπορούμε να βρούμε στον κόσμο γύρω μας, αλλά και από την αντίληψη των ανθρώπων («δεν εξαρτάται από το βλέμμα»).


Ο Αριστοτέλης γράφει πως ο Σωκράτης ενδιαφερόταν για τον ορισμό των πραγμάτων, αφού προβλήματα στην επικοινωνία και στη συζήτηση προκύπτουν από το γεγονός ότι ο καθένας έχει διαφορετική άποψη για το κάθε θέμα, και ο Πλάτωνας ήταν που πρώτος εφηύρε τη θέαση των Μορφών σαν κάτι ξέχωρο και απόλυτο, για να λύσει, ή ίσως εν τέλει να αποφύγει, αυτό το πρόβλημα. Οπότε μπορούμε να πούμε πως ο Πλάτωνας εδώ βάζει δικά του λόγια στο στόμα του Σωκράτη˙ ίσως και γι’ αυτό δεν μας δίνει τον Σωκράτη να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, αλλά να παραθέτει τις απόψεις της Διοτίμας.


Όλα αυτά δε σημαίνουν (όπως κάποιοι ισχυρίζονται) ότι επαληθεύεται η έννοια του πλατωνικού έρωτα, όπως τον εννοούμε σήμερα (πνευματική σχέση με απόρριψη της σωματικής επαφής). Η Διοτίμα δεν αρνείται τον έρωτα της φυσικής ομορφιάς, τη σαρκική επαφή και την αφοσίωση στον έναν εραστή. Τα θεωρεί μάλιστα σαν αναγκαστικά σκαλοπάτια προς αυτό το ανώτερο, την Ιδέα της Ομορφιάς. Το να ξεπεραστεί ο σαρκικός έρωτας δεν αποτελεί διόρθωση της συμπεριφοράς, αλλά εξέλιξη προς το ανώτερο. Αυτό δε σημαίνει πως αν κάποιος δεν καταφέρει να φτάσει στο απόλυτο, τα προηγούμενα στάδια ήταν χάσιμο χρόνου. Ο Σωκράτης ήξερε πολύ καλά για τα όρια της γνώσης και κήρυττε την άγνοιά του. Αυτό όμως δεν τον σταματούσε από το να ρωτάει και να αμφισβητεί το καθετί, προσπαθώντας πάντα να την προσεγγίσει.


Έτσι, κλείνει το εγκώμιό του για τον έρωτα, λέγοντας: «Ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να γίνει μέτοχος της απόλυτης ομορφιάς –επομένως και της αθανασίας- δύσκολα θα μπορούσε να βρει πολυτιμότερο συμπαραστάτη από τον Έρωτα.»σελ205.

Τελευταίο μέρος του Συμποσίου αποτελεί η εμφάνιση του Αλκιβιάδη, όπου αναφέροντας περιστατικά από τη σχέση του με τον Σωκράτη, επιβεβαιώνει όσα ειπώθηκαν στο εγκώμιο της Διοτίμας και το ότι ο Σωκράτης βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο στον δρόμο προς την απόλυτη ομορφιά.

 Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

http://eranistis.net/wordpress/2015/03/19/symposium-socrates-diotima/


19/3/2015




  7. Ο Συκουτρής για το εγκώμιο της Διοτίμας 

  από το Συμπόσιο του Πλάτωνα (pdf) 

Ο φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής έμεινε γνωστός στο ευρύ κοινό κυρίως για δύο του έργα. Το ένα είναι το βιβλίο του Η φιλοσοφία της ζωής, ένα κείμενο όπου μετέφερε στους αναγνώστες τις ιδέες που αποκόμισε από τη μελέτη της αρχαίας, κυρίως, φιλοσοφίας, για το πώς να ζήσουμε μια ευδαίμονα ζωή. Το δεύτερο είναι η μετάφραση και ανάλυση του πλατωνικού Συμποσίου, η οποία έχει γίνει απαραίτητη για κάθε μελετητή του αρχαίου κειμένου.

Ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του Συμποσίου του μπορείτε να κατεβάσετε σε μορφή pdf πατώντας εδώ.

Συκουτρής, Πρόλογος (Πλάτων, Συμπόσιο),
 σσ. 152-9, 189-229 (1) by nikzita on Scribd
 
 

http://eranistis.net/wordpress/2018/01/14/%ce%bf-%cf%83%cf%85%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%81%ce%ae%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%cf%8e%ce%bc%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%bf%cf%84%ce%af%ce%bc%ce%b1/


14 Ιανουαρίου 2018

Christoffer Wilhelm Eckersberg – Σωκράτης και Αλκιβιάδης (19ος αιώνας)


  8. Ο έρωτας του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη.

    Το εγκώμιο του Αλκιβιάδη.   

Με το που τελειώνει τον σχεδόν μυστικιστικό λόγο του ο Σωκράτης, αρχίζουν οι έπαινοι, με τον Αριστοφάνη να πασχίζει να προσθέσει κάτι, αφού έγινε υπαινιγμός στα δικά του λεγόμενα. Στη όποια σοβαρότητα του γλεντιού δίνει τέλος ο Αλκιβιάδης, που εισέρχεται στον χώρο του συμποσίου μεθυσμένος και ωρυόμενος. Ο Πλάτων χρησιμοποιεί σαν επίλογο του έργου του αυτό το επεισόδιο θέλοντας να δείξει στην πράξη, περιγράφοντας την σχέση μεταξύ του Αλκιβιάδη και του Σωκράτη, όσα η Διοτίμα υποστήριξε θεωρητικά για τον σωστό δρόμο του έρωτα, ρίχνοντας παράλληλα τους τόνους και χαλαρώνοντας την ατμόσφαιρα.

Αρχικά, κάποιος του ζητάει να πλέξει το εγκώμιο του Έρωτα όπως έκαναν οι υπόλοιποι, αλλά ο Σωκράτης τον μαλώνει, θεωρώντας ότι επειδή είναι μεθυσμένος μπορεί να πει κάτι ασεβές για τους θεούς και να βλασφημήσει. Εγκωμιάζει λοιπόν τον ίδιο τον Σωκράτη που τον ξέρει από πολύ παλιά. Όπως αναφέρει ο Σωκράτης παραπονεμένος: «Ο έρωτας αυτού του ανθρώπου μου έγινε μεγάλο βάρος˙ από τη μέρα που τον ερωτεύτηκα, ποτέ μα ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω, και πολύ περισσότερο να κουβεντιάσω με κάποιο ομορφόπαιδο»σελ.209. Ο Αλκιβιάδης λοιπόν παινεύει τον Σωκράτη, που από δω και στο εξής παίρνει αδήλωτα τον ρόλο του «επίδοξου μύστη της απόλυτης ομορφιάς», όπως τον περιέγραψε η Διοτίμα, ξεκινώντας από τη δύναμη των λόγων του, που είναι ικανά να συγκινήσουν κάποιον ακόμα κι αν τα ακούει από τρίτο. «Τα λόγια του κάνουν την καρδιά μου να σκιρτάει και δάκρυα κυλούν από τα μάτια μου», λέει, τόσο που αισθάνεται υποδουλωμένος. Τον παινεύει για το ότι δεν αποφεύγει να μιλάει με απλά λόγια (και στην Απολογία ο Σωκράτης λέει ότι έτσι, απλά, επιθυμεί πάντα να μιλάει), αναφερόμενος στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί, το οποίο περιλαμβάνει γαϊδούρια, τσαγκάρηδες και ταμπάκηδες σαν παραδείγματα. Όποιος τον ακούει προσεκτικά όμως θα διαπιστώσει πως πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβονται θεϊκά λόγια και αναρίθμητες αρετές, καλύπτοντας θέματα που οφείλει να μελετήσει όποιος φιλοδοξεί να φτάσει στην κάθαρση (όποιος δηλαδή φιλοσοφεί).

Μόνο τον Σωκράτη ντρέπεται, λέει ο Αλκιβιάδης, θυμίζοντάς μας το εγκώμιο που έκανε ο Φαίδρος στην αρχή του Συμποσίου (ο έρωτας προκαλεί «ντροπή για κάθε τι πρόστυχο, φιλοτιμία για κάθε τι ωραίο»). Μόνο ο Σωκράτης τον αναγκάζει να παραδεχτεί πως παρά τα ελαττώματα που έχει, αδιαφορεί για την βελτίωσή του και ασχολείται με την πολιτική. Ο Αλκιβιάδης εδώ, αναγνωρίζει ξεκάθαρα τον ρόλο του φιλοσόφου ως ενάρετου εραστή, όπως τον όρισε ο Παυσανίας, καθώς έχει ηθική ανωτερότητα σε σχέση με τον ερωμένο Αλκιβιάδη, και σκοπό την πνευματική του προαγωγή. Όταν ο Σωκράτης υποστηρίζει πως δεν γνωρίζει τίποτα, μόνο σαν υποκρισία μπορεί αυτό να ιδωθεί, γιατί όταν αποβάλλει αυτήν τη «μάσκα» του αδαούς, αποκαλύπτεται η υψηλή φρόνησή του. Γι’ αυτό και του προκαλεί ενοχές όταν, αφού έχει δεχτεί τις συμβουλές του, αθετεί τις υποσχέσεις του σ’ αυτόν, και από ντροπή αποφεύγει να τον συναντήσει. Προσθέτει πως οι πολλοί νομίζουν ότι ο Σωκράτης ερωτεύεται την εξωτερική ομορφιά, αλλά στην πραγματικότητα αδιαφορεί γι’ αυτήν. Ούτε για τον πλούτο νοιάζεται ούτε για κάποιο άλλο προσόν που νοιάζονται οι πολλοί. Είναι είρωνας και πειράζει τον κόσμο, αλλά όταν σοβαρεύεται και ανοίγει την ψυχή του, δείχνει τα «αγάλματα που κρύβει μέσα του»σελ.219.


Jean-Baptiste Regnault – Ο Σωκράτης αποσπά τον Αλκιβιάδη
 από την αγκαλιά του αισθησιασμού (1791)

Ο Αλκιβιάδης λοιπόν τον ερωτεύτηκε για τις αρετές του και ζητούσε την παρέα του και την αγάπη του για να του δοθεί ερωτικά˙ «γυμναζόμουν μαζί του με την ελπίδα πως το θέμα θα καταλήξει κάπου…αποτέλεσμα κανένα»σελ.221. Αυτός περνούσε τη μέρα συζητώντας μόνο μαζί του, θυμίζοντάς μας ξανά τον Παυσανία, και τις δοκιμασίες που οφείλει ο ερωμένος να βάλει στον επίδοξο εραστή για να αποδείξει την αξία του, γιατί «ο χρόνος είναι η καλύτερη δοκιμασία γνησιότητας» των προθέσεών του. Μόνο που εδώ, είναι ο Σωκράτης που σηκώνει την ευθύνη της απόδειξης των καλών σκοπών του Αλκιβιάδη, ενώ αυτός αποδεικνύεται βιαστικός και επιπόλαιος, εντυπωσιασμένος βέβαια από τα σοφά λόγια και το πνευματικό βάθος του υποψήφιου εραστή, δείχνοντας όμως έτσι πως ο Σωκράτης είναι όντως άξιος εραστής, ενώ ο ίδιος ανάξιος ερωμένος. Συνέχισε να τον προσκαλεί σε δείπνο, σαν να αντιστράφηκαν οι ρόλοι τους, και να ήταν αυτός ο εραστής που επιδιώκει να ρίξει ένα νεαρό αγόρι. «Έπρεπε να περάσει χρόνος για να πειστεί. Τελικά όμως ανταποκρίθηκε»σελ.221.

Ο Αλκιβιάδης κάνει την τελευταία του κίνηση, λέγοντας στον Σωκράτη πως είναι ο μόνος που αποδείχτηκε άξιος εραστής του, και του προσφέρει τον εαυτό του, τα πλούτη του και τα πλούτη των φίλων του. Του υπόσχεται πως το πιο ουσιώδες γι’ αυτόν είναι να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του όσο γίνεται καλύτερα, και παραδέχεται πως θα αισθανόταν ντροπή αν δεν χάριζε τον εαυτό του «σ’ έναν τέτοιον άντρα»σελ.223. Ο Σωκράτης όμως απάντησε ειρωνικά στον Αλκιβιάδη, παινεύοντας τα κάλλη του, αλλά κατηγορώντας τον πως του λείπει η ψυχική ομορφιά, και πως θέλει να ανταλλάξει τα δικά του εξωτερικά κάλλη με την αληθινή ομορφιά του Σωκράτη, «να δώσει χαλκό και να πάρει χρυσό». Κοιμήθηκαν λοιπόν στο ίδιο κρεβάτι, αλλά ενώ ο Αλκιβιάδης τον «προκαλούσε με όλα τα μέσα», το επόμενο πρωί ξύπνησε χωρίς να του έχει συμβεί «τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι αν κοιμόμουνα με τον πατέρα μου ή τον μεγαλύτερο αδερφό μου»σελ.225. Ο Σωκράτης έτσι, αποδεικνύεται ο ενάρετος εραστής που περιέγραφε ο Παυσανίας, όχι μόνο στα λόγια άλλα και στην πράξη, καθώς η αιτία που αρνήθηκε τον Αλκιβιάδη δεν ήταν η σεμνοτυφία. Η αιτία ήταν αμιγώς ηθική, αφού η ερωτική πράξη δεν τελέστηκε μόνο λόγω μειονεκτήματος του Αλκιβιάδη, η ανωριμότητα του οποίου του στέρησε όσα θα μπορούσε να κερδίσει από μία τέτοια σχέση. Γιατί στην ερωτική σχέση ο εραστής (Σωκράτης) δεν έχει μόνο την υποχρέωση να διαθέτει την ψυχική καλλιέργεια που θα ανορθώσει πνευματικά τον ερωμένο, αλλά έχει και το δικαίωμα και την απαίτηση, η σχέση αυτή να βοηθήσει και τον ίδιο να γίνει ευτυχισμένος, αποκτώντας τα κάλλη και τις αρετές στις οποίες αναφέρθηκε η Διοτίμα.


Henryk Siemiradzki – Ο Σωκράτης βρίσκει τον Αλκιβιάδη 
στην παρέα εταίρων

Στη συνέχεια τιμά τον Σωκράτη για τις πολεμικές του αρετές. Επέδειξε ανδρεία στον πόλεμο (είχαν πολεμήσει μαζί στην Ποτείδαια), όπου τον έσωσε από σίγουρο θάνατο όταν αυτός τραυματίστηκε. Και όπως μάθαμε από τον Φαίδρο, στο πεδίο της μάχης την μεγαλύτερη έμπνευση την προσφέρει ο έρωτας, με πράξεις φιλοτιμίας και αυτοθυσίας για χάρη του συμπολεμιστή. Η αντοχή του στο κρύο ήταν μεγαλύτερη κι από των ποδεμένων στρατιωτών (ο ίδιος ξυπόλυτος), και η ταπεινοσύνη του και η αδιαφορία για τις δόξες, τον οδήγησαν να αρνηθεί το παράσημο που του άξιζε, παραχωρώντας το με χαρά στον Αλκιβιάδη. Δεν λείπουν και οι αναφορές στην αντοχή του στο κρασί, που όσο και να πιει δεν μεθάει με τίποτα, και που με όποιον και να έπινε, τον έβαζε κάτω.

Κλείνει τον λόγο του με ένα παράπονο, λέγοντας πως υπέφερε από τη σχέση του με τον Σωκράτη, που κατέληξε να τον εξευτελίζει, όπως έκανε και σε άλλους, που παραπλάνησε ως δήθεν εραστής ενώ τελικά αποδεικνυόταν ερωμένος. Γι’ αυτό, προειδοποιεί τον Αγάθωνα μην πάθει κι αυτός τα ίδια, «να μην μάθεις, αφού σαν ανόητος πάθεις»σελ.233.

Ο Σωκράτης αντιδρά στο τελευταίο σχόλιο του Αλκιβιάδη και τον κατηγορεί ότι σκοπεύει με τους υπαινιγμούς του να κάνει αυτόν και τον Αγάθωνα να τσακωθούν μεταξύ τους, ώστε να έχει τον ίδιο ως αποκλειστικό εραστή και τον Αγάθωνα ως αποκλειστικό ερωμένο. Αφού ο Αγάθωνας τον διαβεβαιώνει πως δεν θα πετύχει τίποτα τέτοιο, εισβάλλουν από την πόρτα περαστικοί χαροκόποι, και στο συμπόσιο επικράτησε χάος, μέχρι που το κέφι καταλάγιασε, οι συμπότες αποκοιμήθηκαν, κι ο Σωκράτης αποχώρισε για να περάσει τη μέρα του «όπως όλες τις άλλες»σελ.239.


Jean-Leon Gerome – Ο Σωκράτης αναζητά τον Αλκιβιάδη
 στο σπίτι της Ασπασίας (1861)

Βλέπουμε λοιπόν στον λόγο του Αλκιβιάδη έναν Σωκράτη που ερωτεύεται μεν την ομορφιά των σωμάτων αλλά προτιμά την ομορφιά των ψυχών, που χαίρεται και εκτιμάει τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τους θεσμούς (γλέντια με κρασί και συμμετοχή στον πόλεμο για την υπεράσπιση της πόλης), και που με θεϊκά λόγια (αφοσίωση στη λογική/επιστήμη/φιλοσοφία) μελετάει τα πιο σημαντικά θέματα προσπαθώντας να φτάσει στην τελειότητα. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι ο Σωκράτης ακολουθεί τα στάδια προς την απόλυτη ομορφιά που παρέθεσε πριν λίγο η Διοτίμα, και τώρα βρίσκεται λίγο πριν το τελευταίο, το άπιαστο.

Το να θεωρήσουμε ότι όλα αυτά ειπώθηκαν από τον Αλκιβιάδη από καθαρή σύμπτωση, ενώ έρχονται ακριβώς σαν απάντηση ή επιβεβαίωση των λόγων της Διοτίμας, αλλά και των προηγούμενων, είναι μάλλον αφελές. Το Συμπόσιο δεν είναι μόνο ένα έργο φιλοσοφικής μελέτης (κανένας πλατωνικός διάλογος δεν είναι), αλλά ταυτόχρονα ένα λογοτεχνικό δημιούργημα, με πολλά αφηγηματικά τεχνάσματα που στόχο έχει να παραθέσει τις ιδέες του Σωκράτη για το ζήτημα του έρωτα, χωρίς να κουράζει μοιάζοντας με πρακτικά συνεδρίου. Αν και δεν έχουμε λόγο να μην πιστεύουμε ότι ένα τέτοιο συμπόσιο με αυτούς τους συμπότες και με αυτό το θέμα εγκωμιασμού έγινε στ’ αλήθεια (αν και κάποιοι έχουν προσπαθήσει να αποδείξουν το αντίθετο), ο τρόπος που ακολουθεί ο ένας λόγος τον άλλο, και κυριότερα ο τρόπος που τα λεγόμενα της Διοτίμας απάντησαν σε όσα προειπώθηκαν μέχρι να πάρει το λόγο ο Σωκράτης, αλλά και οι έπαινοι του Αλκιβιάδη προς αυτόν, που χωρίς να έχει ακούσει τα εγκώμια των υπολοίπων ακολουθεί βήμα προς βήμα τα θέματα που έθεσαν, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Πλάτωνας (που δεν ήταν παρόν στο συμπόσιο) είναι ο πραγματικός συγγραφέας όλων των εγκωμίων που παρουσίασε. Ταυτόχρονα, όσα ο Πλάτων αποδίδει στον λόγο του Φαίδρου δεν έρχονται σε αντίθεση με όσα ειπώθηκαν στον άλλο πλατωνικό διάλογο, Φαίδρος. Επίσης, όσα λέει εδώ ο Σωκράτης είναι συνεπή με την διδασκαλία του όπως μας παρουσιάζεται αλλού, και ο λόγος που αποδίδεται στον Αριστοφάνη είναι γραμμένος στο πνεύμα του, όπου με ευτράπελη αφήγηση αναφέρεται και σχολιάζει θέματα που είναι σημαντικά και καίρια.

Όσο για τον Αλκιβιάδη, αποδεικνύεται επιπόλαιος, αχαλίνωτος και ανώριμος, σε μια ακόμα προσπάθεια του Πλάτωνα να διαχωρίσει τις θέσεις και τη στάση του δασκάλου του, Σωκράτη, από αυτόν και τις πράξεις του. Η φιλία του Σωκράτη με τον Αλκιβιάδη ήταν το αγκάθι στην φήμη του φιλοσόφου, αφού θεωρήθηκε ότι ήταν τα διδάγματά του που οδήγησαν τον στρατηγό στην προδοσία της Αθήνας, και τον Σωκράτη στο εδώλιο με την κατηγορία της διαφθοράς των νέων. Και όπως παρατηρεί ο Συκουτρής, ο Πλάτωνας φαίνεται λιγότερο συντηρητικός από άλλους συγγραφείς-μαθητές του Σωκράτη, όπως ο Ξενοφών, ο Αντισθένης και ο Αισχίνης, οι οποίοι προσπάθησαν να αποβάλλουν από τη μνήμη του δασκάλου τους το όνειδος της γνωριμίας του με τον βδελυρό Αλκιβιάδη, αφού αυτός κοίταξε τη σχέση των δύο αντρών με ορθάνοιχτα μάτια, για να δείξει ότι ο Αλκιβιάδης δεν διαφθάρηκε εξαιτίας των διδαγμάτων του Σωκράτη, αλλά ακριβώς επειδή δεν τα έκανε κτήμα του.

Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

http://eranistis.net/wordpress/2015/03/26/
symposium-alcibiades/

26 Μαρτίου 2015  


       ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΠΗΓΕΣ  ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ      

Χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Δημήτρη Κοσμά από το:

Για ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν:





  Πλάτωνας



Σωκράτης


   9.   

   Συμπόσιον (Πλάτων) - ΟΛΟΚΛΗΡΟ το κείμενο.