Η ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ ως μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας;


  
Από στοιχεία που συνέλεξα απο τη βιβλιογραφία παρουσιάζω σήμερα την περίπτωση της  Ν. Ζηλανδίας   ως μοντέλο ανάπτυξης μιας χώρας με παρόμοιες στρεβλώσεις με τη δική μας. Θα σας κουράσω σήμερα γιατί όπως ξέρετε γράφω πολύ πιο μικρά κείμενα . Εχουμε λοιπόν και λέμε .


Η ΝΖ έχαιρε ειδικών προτιμησιακών εμπορικών σχέσεων με την Αγγλία από την δημιουργία της ως κράτος το 1853. Ειδικά από το 1945 η Αγγλία απορροφούσε την πλειονότητα της παραγωγής κρέατος και γάλακτος. Όμως, από το 1972, έτος εισδοχής της Αγγλίας στην τότε ΕΟΚ, η πρόσβαση στην Αγγλική αγορά περιορίστηκε αναγκάζοντας έτσι τους Νεοζηλανδούς παραγωγούς να ψάξουν για άλλες διεθνείς αγορές (Evans, 2004). Από το 1940 έως και την περίοδο ενάρξεως των μεταρρυθμίσεων το 1984, η κρατική προστασία του μεταποιητικού τομέα μέσω δασμών και ποσοστώσεων στις εισαγωγές είχε σαν αποτέλεσμα έναν ακριβό και αναποτελεσματικό αγροτικό τομέα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1984 το επίπεδο στήριξης των αγροτών έφτανε το 30% της αξίας της αγροτικής παραγωγής.Το 1984 η οικονομία της ΝΖ εισήλθε σε μία περίοδο κρίσης με κύρια χαρακτηριστικά τα υψηλά ελλείμματα (9%), το αυξανόμενο δημόσιο χρέος (60%), και τον υψηλό πληθωρισμό (18%) (Evans et al., 1996), με αφορμή την απώλεια της Βρεττανίας ως εξαγωγικό τοπο αφού αυτή εισήλθε στην ΕΟΚ. Η δομή της οικονομίας, όπως προανεφέρθη, περιελάμβανε αυστηρά ελεγχόμενο χρηματοπιστωτικό τομέα, υψηλές επιδοτήσεις σε αγρότες και σε εξαγωγείς, και προστατευόμενο ιδιωτικό τομέα. Αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα η ΝΖ να κατρακυλήσει από τις πρώτες θέσεις στην λίστα των πλουσίων χωρών του ΟΟΣΑ ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα, στις τελευταίες (Bale & Dale, 1998). Οι κρατικές δαπάνες έφθασαν στο 40% του ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα οι πολίτες απολάμβαναν δημόσιες υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας, αναποτελεσματικές και κακώς διαχειριζόμενες. Η γραφειοκρατία ήταν υψηλή, οι δημόσιοι οργανισμοί ελλειμματικοί και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Bale και Dale (1998, σελ 104): «δημιουργική λογιστική (creative accounting) χρησιμοποιήθηκε για να δοθεί η εντύπωση καλής επίδοσης». Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος έφθασε τον Ιούνιο του 1984 στο 95% του ΑΕΠ πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του χρέους της ΝΖ και την έναρξη συναλλαγματικής κρίσης (Evans, 2004). Οι ομοιότητες με την ελληνική κρίση είναι εμφανείς αν και η ίδια η κρίση είναι βαθύτερη στην Ελλάδα όπως και τα δομικά και διαρθρωτικά προβλήματα.

H περίοδος των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων και φυσικά των απόνερων της κρίσης κράτησαν για περισσότερο από μία δεκαετία, 1984-1995. Ο αγροτικός τομέας της ΝΖ άλλαξε από ένα σχετικά προστατευμένο περιβάλλον υψηλών εισοδημάτων (λόγω επιδοτήσεων) και χαμηλού ρίσκου, σε ένα περιβάλλον χαμηλών εισοδημάτων μη προστατευμένο από τις διεθνείς εξελίξεις και όπου το ρίσκο το αναλαμβάνει πλέον η αγροτική βιομηχανία (Evans, 2004). Αυτό το ‘σοκ’ των άμεσων και δραστικών αλλαγών που έχει καταγραφεί στον ΟΟΣΑ ως ένα μοναδικό παράδειγμα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας έθεσε τις βάσεις για μια αγροτική οικονομία αυτόνομη, παραγωγική, ανεξάρτητη από κρατική στήριξη και ισχυρή με πρωτεύοντα λόγο και ρόλο στο διεθνές εμπόριο (Evans, 2004).

Αυτή τη στιγμή η ΝΖ έχει το χαμηλότερο ποσοστό στήριξης των αγροτών της στις χώρες του ΟΟΣΑ (1% επί του συνόλου της αξίας της αγροτικής παραγωγής) όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 18%, με πρώτη την Νορβηγία (61%), ΕΕ-27 20% και ΗΠΑ 7% (KPMG, 2012). Θεωρείται από τον ΟΟΣΑ η χώρα με, πρακτικά, μηδενικές στρεβλώσεις στην αγορά γάλακτος στην οποία αν και συμμετέχει με μόνο το 2% της παγκόσμιας παραγωγής, κατέχει το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών (Καρανικόλας, 2005).

Πιο συγκεκριμένα, οι αγρότες της ΝΖ βρέθηκαν ξαφνικά από ένα προστατευμένο περιβάλλον εγγυημένων τιμών και επιτοκίων σε ένα περιβάλλον εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό, με δραστική μείωση των επιδοτήσεων και ταυτόχρονη αύξηση των επιτοκίων λόγω της συναλλαγματικής κρίσης και του υψηλού πληθωρισμού. Αυτό αποτέλεσε ισχυρό σοκ για τους αγρότες οι οποίοι είχαν συνηθίσει σε ένα περιβάλλον απομόνωσης από τις διεθνείς τιμές, ελεγχόμενων και επιδοτούμενων επιτοκίων δανεισμού και οι αποφάσεις για το τι θα παράγουν βασίζονταν στις κρατικές επιδοτήσεις και όχι στην διεθνή ζήτηση (Evans, 2004).

Είναι σημαντικό να τονισθεί και αξίζει να μελετηθεί και διερευνηθεί περισσότερο το γεγονός ότι οι αλλαγές αυτές στην ΝΖ έτυχαν της γενικής λαϊκής υποστηρίξης, ακόμα και από τις ίδιες τις επηρεαζόμενες ομάδες συμφερόντων, όπως π.χ. αγρότες (Bale & Dale, 1998). Αυτό έγινε διότι τα μέτρα αφορούσαν όλη την οικονομία και έθιγαν σχεδόν όλους τους πολίτες. Έτσι, οι αγρότες συμφώνησαν στην δραστική μείωση των επιδοτήσεων αφού ταυτοχρόνως θα μειώνονταν δραστικά και οι δασμοί στις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Όλες οι ομάδες συμφερόντων έτυχαν τις ίδιας μεταχειρίσεως, της άρσης του προστατευτισμού τους δηλαδή, και έτσι δεν υπήρξαν αντιδράσεις (Evans et al., 1996˙ Bale & Dale, 1998˙ Evans, 2004). Το κλειδί της επιτυχίας των μέτρων έγκειται στο ότι η ανάγκη για τις αλλαγές κατέστη ευρέως αποδεκτή, ιδιαίτερα στον επιχειρηματικό και οικονομικό κύκλο της κοινωνίας, και έτυχε υποστηρίξης από τις ίδιες τις διοικητικές αρχές, αλλά και την πνευματική ηγεσία της χώρας (Evans et al., 1996). Έτσι, οι μεταρρυθμίσεις άγγιξαν κάθε τομέα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας όπως εργασιακές σχέσεις, χρηματοπιστωτικό σύστημα, άρση δασμών στις εισαγωγές, μείωση γραφειοκρατίας, μεγαλύτερος απολογισμός και διαφάνεια δημοσίων φορέων και επιχειρήσεων, εξυγίανση δημοσίων φορέων και αξιολόγηση αυτών, μειώσεις φορολογικών συντελεστών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, άρση εξαγωγικών επιδοτήσεων και μετατόπιση από άμεση σε έμμεση φορολογία μέσω ενός ενιαίου φόρου πωλήσεων που αντικατέστησε την μέχρι τότε πληθώρα ειδικών φόρων κατανάλωσης, κ.α.

Τα αποτελέσματα των δραστικών αυτών μέτρων και μεταρρυθμίσεων είχαν σοβαρό αντίκτυπο στον αγροτικό τομέα της ΝΖ. Οι τιμές της αγροτικής γης υποχώρησαν σημαντικά σαν αποτέλεσμα της ανόδου του κόστους του χρήματος (άνοδος επιτοκίων δανεισμού) και της μείωσης των εισοδημάτων (μέσω δραστικής μείωσης των επιδοτήσεων). Αρκετοί αγρότες αναγκάστηκαν να πουλήσουν μέρος των εκμεταλλεύσεών τους και αρκετοί χρεοκόπησαν. Η κατανάλωση των αγροτών μειώθηκε δραστικά με συνακόλουθες επιπτώσεις στην οικονομία των αγροτικών περιοχών λόγω της καθίζησης της ζήτησης προς τοπικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, η κρίση στην αγορά μετοχών τον Οκτώβριο του 1987 επιδείνωσε τα πράγματα για όλη την οικονομία της ΝΖ και όχι μόνο για τον αγροτικό τομέα. Ο συνδυασμός όμως με την απορρύθμιση του μεταποιητικού τομέα ελευθέρωσαν τον υγιή ανταγωνισμό στον κλάδο παροχής αγροτικών εφοδίων και υπηρεσιών και έριξαν τις τιμές, οδηγώντας σε εκ βαθέων αναδιάρθρωση όλου το φάσματος των μεταφορών αγροτικών προϊόντων, μονάδων συσκευασίας, κτηνοτροφίας, δασικών προϊόντων και προϊόντων φυτικής παραγωγής (Evans, 2004). Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας το 1991 οδήγησε σε περαιτέρω ευελιξία και αύξηση καινοτομίας λόγω της μείωσης του κόστους, πράγμα που βοήθησε την ανάπτυξη του απελευθερωμένου πλέον αγροτικού τομέα.

ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Ν. ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΟΥΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΥΛΟΠΟIΗΣΟΥΝ. ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΚΟΜΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Καλή Κυριακή

  Dimitris Kouretas

26/7/2020