Γιατί υπάρχει ζωή;

 

Γιατί υπάρχει ζωή;

Από τα τρία Μεγάλα Ερωτήματαγιατί υπάρχει κόσμος; γιατί υπάρχει ζωή; γιατί υπάρχει συνείδηση;») μόνο το δεύτερο είναι πράγματι ενδιαφέρον. Το πρώτο («γιατί υπάρχει κόσμος;») δεν επιδέχεται απάντηση συμβατή με τις νοητικές μας δυνατότητες. Είτε ο κόσμος είναι κτιστός είτε άκτιστος, είτε γεννιέται από ένα Πρώτο Κινούν είτε από τους κόλπους του Μηδενός, στην ουσία κάθε απόκριση μας είναι ασύλληπτη – καταπώς η έννοια του θεού· η κοσμολογία καταλήγει αδήριτα στην θεολογία.

Το τρίτο ερώτημα («γιατί υπάρχει συνείδηση;») είναι το πιο εύκολα απαντήσιμο. Όπως δείχνει η επικράτηση του homo sapiens sapiens στον πλανήτη, υπό ορισμένες συνθήκες η συνείδηση είναι ασφαλώς εξελικτικό πλεονέκτημα – βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, αυτά τα 200.000 χρόνια που υπάρχουμε εμείς, οι άμεσοι πρόδρομοι και οι κοντινότεροι συγγενείς μας. Όπως ακριβώς τα δυνατά νύχια στους δεινοσαύρους ή το ασπόνδυλο σώμα στους τριλοβίτες (είδη που κυριάρχησαν για διάστημα ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ό,τι ώς σήμερα ο άνθρωπος). Ότι από τα ένα ώς τέσσερα δισεκατομμύρια έμβια είδη που έζησαν στην γη, ή απ’ τα εκατομμύρια που ενδεχομένως ζουν σήμερα, ο άνθρωπος φαίνεται να είναι το μόνο είδος που ανέπτυξε συνείδηση, μοιάζει να ευνοεί μιαν εξήγηση βασισμένη στην «ανθρωπική αρχή», την μοναδικότητα του ανθρώπου δηλαδή. Όμως είναι στο πλαίσιο της στατιστικής πιθανότητας. Αν μάλιστα το είδος μας με την συμπεριφορά του οδηγεί στην μαζική εξάλειψη του εαυτού του και γενικά της ζωής στον πλανήτη, όπως λένε οι βιολόγοι (ανθρωπόκαινο, έκτη μαζική εξάλειψη…), έχουμε ίσως μιαν απάντηση και στο ερώτημα γιατί δεν έχουμε ανακαλύψει κάποια άλλη νοήμονα ζωή στο σύμπαν: η συνείδηση είναι βιολογικό γνώρισμα αυτοκαταστροφικό. (Οι ποιητές, βέβαια, έχουν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα πολύ νωρίτερα.)

Το μόνο ερώτημα που μένει συνεπώς σημαντικό και επείγον είναι το μεσαίο: γιατί υπάρχει ζωή; Γιατί ο Κόσμος (ή τα συνώνυμά του: ο Θεός, ο Χρόνος, η Ενέργεια, η Ύλη, το κοσμογόνο Μηδέν) δεν αρκούνται στην φαντασμαγορία των ήλιων και των αστερισμών, στα περιδινούμενα πάλσαρ και ηλεκτρόνια, στους αέριους ή βραχώδεις πλανήτες, στην αλφαβήτα των χημικών στοιχείων, στις λάβες των ηφαιστείων και στους πάγους των κομητών, στην παγχρωμία του φωτός και στην τυφλότητα του διαστημικού σκότους, γιατί δεν επαναπαύονται στην άτρωτη αιωνιότητα των ακτινοβολιών και των εσχάτων σωματιδίων;

Γιατί πλάι σ’ όλα αυτά τα θεσπέσια και τα θαυμαστά της ανόργανης φύσης, ο Κόσμος μας έπλασε και την εύθρυπτη, την ευάλωτη, την τόσο απίστευτα πρόσκαιρη, ετοιμοθάνατη από γεννησιμιού της θα έλεγε κανείς, οργανική δική μας ζωούλα; Τι έχει να προσθέσει στο μεγαλείο του Διός και στους φανταχτερούς δακτυλίους του Κρόνου ένα έμβιο είδος τόσο ταπεινό όσο ο κώνωψ ο ανωφελής ή και ο ίδιος ο tyrannosaurus rex ακόμη;

Τι είναι εμπρός στην λάμψη ενός Αντάρη, ενός Λαμπαδία («κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν»…), η τρεμάμενη λόχη της πυγολαμπίδας; Και τι αξίζει όλη η σοφία του περιώνυμου «ανθρώπου του έμφρονος» μαζεμένη εμπρός στην ιλιγγιώδη βαθύνοια των νόμων που έπλεξαν και κρατούν καρφωμένους ψηλά στο στερέωμα τους αμύθητους βοστρύχους των γαλαξιών;

Η απάντηση έχει να κάνει ίσως και εδώ με τους νόμους των πιθανοτήτων. Η φύση αρέσκεται να τις εξαντλεί. Η ζωή παρά την απειροελάχιστη κλίμακά της (ζυγισμένοι όλοι οι έμβιοι οργανισμοί του πλανήτη μαζί, μόλις που φτάνουν τους 550 δισεκατομμύρια τόνους, ούτε το ένα τρισεκατομμυριοστό του συνολικού βάρους της Γης) αντιπροσωπεύει ένα εντυπωσιακό άλμα πολυπλοκότητας. Ακόμη και τα δαιδαλώδη μυστήρια της υποατομικής ύλης παραβαλλόμενα με την συνθετότητα ενός οικοσυστήματος όπως του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου της Αυστραλίας ή τον εγκεφάλου μιας όρκας ή τη μουσική ανάπτυξη της Ενάτης του Μπετόβεν μοιάζουν υπόθεση απλή, έστω περιγράψιμη. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν που και η λιτή γεωμετρία του σύμπαντος κάποτε ενδίδει στην χαοτική γοητεία των δυνατοτήτων – αυτήν που καμιά εξίσωση ή ορισμός δεν μπορεί ποτέ να περιλάβει.

Όμως το πολύπλοκο είναι και ολιγόζωο. Δύσκολα διαιωνίζονται οι προϋποθέσεις που το συγκρατούν στην ζωή. Και μόλις αυτές διαταραχθούν, αφανίζεται. Είτε για τον τίγρη της Τασμανίας πρόκειται, είτε για το χαγανάτο των Ρως, είτε για τα αρχεία των Χετταίων είτε για τα λεπιδόδενδρα της Αρκτικής, τα φύτρα και τα παραβλαστήματα της ζωής δεν αντέχουν στον χρόνο. Μόνο οι ουράνιες σφαίρες εξακολουθούν να υπακούν απαρασάλευτα επί αιώνες αιώνων, επί χιλιετίες χιλιετιών στους λιτούς νόμους του Αϊνστάιν και του Νεύτωνα.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

https://neoplanodion.gr/2024/01/07/giati-yparxei-zoe/